Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "εθνομηδενισμός". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "εθνομηδενισμός". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Μαΐου 2018

Γιατί η Ilindenska Makedonija δεν ηχεί καθόλου καλά στα αυτιά των ελλήνων εθνικιστών

Ομάδα επαναστατών με κόκκινη σημαία στο Κρούσοβο, τον Ιούλιο του 1903. Ο καβαλάρης με τη φουστανέλα στο αριστερό άκρο είναι ο ντόπιος οπλαρχηγός της ΕΜΕΟ, Πίτου Γκούλι. Λίγες μέρες μετά, έπεσε πολεμώντας τον οθωμανικό στρατό στα πρόθυρα της πόλης

"Αγαπητέ μπαμπά, έχομεν Σλαυικήν επανάστασιν εν Μακεδονία"
Ιων Δραγούμης προς Στέφανο Δραγούμη, Μπίτολα 25/7/1903

Το γνωστό-άγνωστο Ιλιντεν



Oσοι πιστεύουν καλόπιστα πως η διαμάχη Αθήνας - Σκοπίων οφείλεται στην οικειοποίηση της αρχαιομακεδονικής κληρονομιάς από τους επίβουλους γείτονές μας, μάλλον θα αιφνιδιάστηκαν από την υποδοχή που επιφυλάχθηκε τις τελευταίες μέρες στην πρόταση μετονομασίας της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας σε «Μακεδονία του Ιλιντεν» (Ilindenska Makedonija).
Μια ονομασία που απέκοπτε οριστικά και κοινή συναινέσει την αδιαμφισβήτητη μακεδονική ταυτότητα των γειτόνων μας (ιστορικό προϊόν των πολιτικών εξελίξεων και συγκρούσεων του τελευταίου ενάμιση αιώνα) από την αρχαιότητα (που υποτίθεται πως μας καίει) καταγγέλθηκε από Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ σαν «επιτομή του αλυτρωτισμού».
Η απορριπτική αυτή στάση μπορεί να οφείλεται και σε κοντόθωρες αντιπολιτευτικές προτεραιότητες − από το σκάνδαλο της Novartis μέχρι την ανομολόγητη λύσσα για τα διαφυγόντα κέρδη από τη μη συμμετοχή στο μνημονιακό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.
Μέσω του πόρταλ in.gr, το συγκρότημα Μαρινάκη φρόντισε άλλωστε να καταγγείλει προληπτικά σαν «αλυτρωτική» ακόμη και την εναλλακτική –πραγματολογικά άψογη– ονομασία Νέα Μακεδονία, με το συγκλονιστικής ευφυΐας επιχείρημα ότι και «οι περιοχές που εγκαταστάθηκαν Ελληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία (Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία κ.λπ.) πάντα κρύβουν την ελπίδα για τα παλαιά εδάφη, εμπεριέχουν δηλαδή αλυτρωτισμό».

Το ανομολόγητο παρελθόν

Το φουτουριστικό μνημείο του Ιλιντεν στο σημερινό Κρούσοβο, έργο της γιουγκοσλαβικής περιόδουΤο φουτουριστικό μνημείο του Ιλιντεν στο σημερινό Κρούσοβο, έργο της γιουγκοσλαβικής περιόδου | 
Οσο κι αν το «Σκοπιανό» είναι εκ γενετής σημαδεμένο από παρόμοιες μικροκομματικές ιεραρχήσεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση μια τέτοια εξήγηση ανταποκρίνεται εν μέρει μόνο στα πράγματα.
Στην πραγματικότητα, η αναφορά και μόνο στη μακεδονική εξέγερση του 1903 που έμεινε στην ιστορία ως «Ιλιντεν» (δηλαδή «του Προφήτη Ηλία») αρκεί για να κουρδίσει τα νεύρα οποιουδήποτε εθνικόφρονα παλαιάς κοπής, εμποτισμένου με την παραδοσιακή επιχειρηματολογία περί Μακεδονικού.
Κι αυτό, για δυο διαφορετικούς λόγους:
◼  Ο πρώτος –ανομολόγητος– λόγος είναι η αντικειμενική αδυναμία κάθετου διαχωρισμού της πολιτικής προϊστορίας της ΠΓΔΜ, ως εθνικού κράτους των Σλαβομακεδόνων, από την αντίστοιχη πολιτική προϊστορία μεγάλου μέρους της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας.
Είτε το θέλουμε είτε όχι, μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 και τις ανταλλαγές πληθυσμών του 1919-1923, συμπαγείς ελληνόφωνοι πληθυσμοί κατοικούσαν μόνο στις νοτιοδυτικές μακεδονικές περιοχές μέχρι τον Αλιάκμονα και σε μια στενή παραλιακή λουρίδα από τη Θεσσαλονίκη ώς την Καβάλα − συν κάποιους βορειότερους αστικούς θύλακες (Καστοριά, Νάουσα, Σιδηρόκαστρο, Δράμα, Μελένικο), κυκλωμένους από μια ύπαιθρο σλαβόφωνη ή/και μουσουλμανική.
Στο βορειότερο 50% της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, ο χριστιανικός πληθυσμός υπήρξε κατά κύριο λόγο σλαβόφωνος, με μικρές βλαχόφωνες ή αλβανόφωνες νησίδες· η όποια σχέση του με τον ελληνισμό υπήρξε δε καθαρά πολιτική (σε «ελληνικό κόμμα», «παράταξη» ή «μερίδα» αναφέρονται οι πηγές της εποχής) και, ως εκ τούτου, ασταθής.
Οι μεταγενέστερες εξελίξεις ξεκαθάρισαν βέβαια το τοπίο: η ελληνική Μακεδονία εξελληνίστηκε διά της προσφυγικής εγκατάστασης, της σαλαμοποίησης κι εκδίωξης μεγάλου μέρους των Σλαβομακεδόνων και της σταδιακής αφομοίωσης των υπολοίπων στον εθνικό κορμό.
Κάθε αναφορά στο πολιτικό παρελθόν της περιοχής εκλαμβάνεται ωστόσο από τους ταγούς της εθνικής ορθότητας σαν ανεπιθύμητη έμμεση υπενθύμιση αυτής της ενοχλητικής «λεπτομέρειας».
Εξ ου και η διαρκής επίκληση του «αλυτρωτισμού», της εδαφικής δηλαδή απειλής, παρόλο που το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ –σε αντίθεση με το δικό μας– αποκλείει ρητά κάθε τέτοια βλέψη.
◼ Ο δεύτερος λόγος είναι το πολιτικό φορτίο που συνδέεται με το μακεδονικό επαναστατικό κίνημα του 1903. Για τον ελληνικό συντηρητισμό, τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου (από τον καθαρευουσιανισμό μέχρι την αντίθεση στη χειραφέτηση των υποτελών τάξεων) δομήθηκαν ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα με βάση και δικαιολογία το Μακεδονικό, οι εξεγερμένοι του Ιλιντεν αποτέλεσαν την πρώτη μορφή «αναρχοκομμουνιστή» εσωτερικού εχθρού, πολιτικού και κοινωνικού.
Εξ ου και ο εξορκισμός της «ψευδεπανάστασης» του 1903 λειτούργησε ως το πρότυπο για τη μετέπειτα κατασυκοφάντηση της ΕΑΜικής «ψευδοαντίστασης» του 1941-1944, με κοινό παρονομαστή τον «παρασυρμό» των μαζών από τους καταχθόνιους «συμμορίτες».
Ας δούμε λοιπόν από κοντά, έστω και συνοπτικά, την ξεχασμένη αυτή ιστορία που σημάδεψε ανομολόγητα τη μετέπειτα πορεία του τόπου.
Ο επαναστατικός μακεδονισμός
Δείγματα της επαναστατικής φιλολογίας των κομιταζήδων.
↳ Δείγματα της επαναστατικής φιλολογίας των κομιταζήδων. Αριστερά, η εγκύκλιος του επαναστατικού επιτελείου για το ξέσπασμα της εξέγερσης (15/7/1903). Στη μέση, το παράνομο φύλλο «Ελευθερία ή Θάνατος» της ΕΜΕΟ Σερρών (17/2/1903). Δεξιά, χειρόγραφο σημείωμα από το αρχείο του Ιωνα Δραγούμη, με τους στίχους ενός δημοφιλούς εμβατηρίου των κομιτατζήδων γραμμένους με ελληνικό αλφάβητο: «Δε γυρεύουμε πλούτη / δε γυρεύουμε λεφτά / θέλουμε λευτεριά / ανθρώπινα δικαιώματα»
Οργανωτής της εξέγερσης του Ιλιντεν υπήρξε η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ), γνωστότερη διεθνώς με τα αγγλόγλωσσα αρχικά IMRO ή τα σλαβικά ΒΜΡΟ.
Ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1893 στη Θεσσαλονίκη κι αποτέλεσε την ιδεοτυπική μορφή πρόδρομου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος του 20ού αιώνα, από οργανωτική δε άποψη ένα υβρίδιο του επαναστατικού μοντέλου που εισήγαγε στα Βαλκάνια η Φιλική Εταιρεία και του μορφώματος «νέου τύπου» που καθιέρωσε το σοσιαλιστικό κίνημα − με τακτική διενέργεια συνεδρίων για τον καθορισμό της επαναστατικής στρατηγικής και των εκάστοτε τακτικών προτεραιοτήτων (τόσο σε παμμακεδονική όσο και σε τοπική κλίμακα), ένταξη των κατοίκων σε σταθερές πολιτικές δομές με αποφασιστικό λόγο για την πορεία του αγώνα, εκλογή των καθοδηγητικών οργάνων από την οργανωμένη βάση, καλλιέργεια μιας εκτενούς πολιτικής φιλολογίας (καταστατικά, πρακτικά συνεδριάσεων, επαναστατικός Τύπος, προγραμματικά κείμενα ζύμωσης).
Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα των ιδρυτών της, το έναυσμα για τη σύσταση της οργάνωσης δόθηκε από τη συνειδητοποίησή τους πως η διάσπαση του σλαβόφωνου χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας σε αντιμαχόμενες εθνικές παρατάξεις (βουλγαρική, ελληνική και σερβική) απομάκρυνε ή εξαφάνιζε την προοπτική απελευθέρωσης της περιοχής από τον οθωμανικό ζυγό, αναγορεύοντας τις οθωμανικές αρχές σε επιδιαιτητή αυτού του ανταγωνισμού.
Εξίσου καθοριστική υπήρξε η τραυματική εμπειρία τους από την υπεροψία που έτρεφαν απέναντι στους αλύτρωτους Μακεδόνες όχι μόνο τα καθοδηγητικά επιτελεία αυτών των μηχανισμών (διπλωμάτες, μητροπολίτες, σχολικοί επιθεωρητές), αλλά και οι ίδιοι οι «ελεύθεροι αδελφοί» της Σερβίας, της Ελλάδας και της Βουλγαρίας.
Πολιτικό σχέδιο της ΕΜΕΟ θα γίνει έτσι η μακροχρόνια προετοιμασία επαναστατικού κινήματος με σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και προγραμματικό στόχο μια αυτόνομη Μακεδονία, οργανωμένη σύμφωνα με το πρότυπο της πολυπολιτισμικής Ελβετίας, που δυο από τους έξι ιδρυτές της είχαν γνωρίσει από κοντά ως σπουδαστές.
Μέσα στα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της δράσης της, η οργάνωση άλλαξε επανειλημμένα ονομασία, σε αντιστοιχία με τους κατά καιρούς στρατηγικές μετατοπίσεις της απέναντι στη Βουλγαρία και τις μη σλαβικές εθνότητες της Μακεδονίας.
Ξεκίνησε ως Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΜΡΟ)· το 1896, μετά την πρώτη επαφή της με τους μηχανισμούς του βαθέος βουλγαρικού κράτους και την εγκατάσταση «υπερμεθόριας αντιπροσωπείας» στη Σόφια, μετονομάστηκε σε Βουλγαρικές Μακεδονο-Αδριανουπολίτικες Επαναστατικές Επιτροπές (БМОРК)· η ρήξη της πάλι το 1901 μ’ αυτούς τους μηχανισμούς επέβαλε τη μετονομασία της σε Μυστική Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση (ΤΜΟΡΟ) και το καταστατικό άνοιγμά της σε «όλα τα δυσαρεστημένα στοιχεία» της περιοχής «αδιακρίτως εθνικότητας» (1902).
Την εποχή του Ιλιντεν αποκαλείται πλέον άτυπα «Εσωτερική», ονομασία που επίσημα θα υιοθετηθεί από το συνέδριο του 1905. Στην καθομιλουμένη μελών και αντιπάλων, συνήθως αποκαλείται απλά «η Οργάνωση» ή «το Κομιτάτο», οι δε μαχητές της «κομιτατζήδες».
Ο χώρος δεν επαρκεί για ν’ αναλύσουμε εδώ καταλεπτώς τις αποχρώσεις αυτής της μετάβασης από τον αρχικό «βουλγαρομακεδονισμό» της ΕΜΕΟ σ’ έναν εθνικό μακεδονισμό − ατελή και ανολοκλήρωτο, άλλωστε, όπως πιστοποιούν οι παλινδρομήσεις και οι εμφύλιες συγκρούσεις που κλυδώνισαν την οργάνωση τα επόμενα χρόνια.
Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε είναι το γεγονός πως οι κομιτατζήδες πορεύτηκαν προς την εξέγερση του 1903 επαγγελλόμενοι την υπέρβαση των παραδοσιακών εθνικισμών προς όφελος της κοινής απελευθέρωσης.
Χαρακτηριστικό δείγμα από την ομαδική κατήχηση και ορκωμοσία των προκρίτων του χωριού Κρίβα (σημ. Γρίβα) της Γουμένισσας (14/8/1902), όπως την περιέγραψε στο ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης ένας ντόπιος σπουδαστής: ο κομιτατζής που «εξεπλήρου χρέη ρήτορος», διαβάζουμε, επιδόθηκε σε τρίωρο «κήρυγμα της απελευθερώσεως της Μακεδονίας, λέγων ότι αδιαφορούσιν αν εν τω χωρίω υπάρχωσιν Ελληνες ή Σέρβοι ή Βούλγαροι· ότι εισί Μακεδόνες και ότι σκοπούσι να προκαλέσωσι γενικήν επανάστασιν ίν’ απελευθερώσωσι την εαυτών πατρίδα· διέταξε δ’ εν τέλει όπως προμηθευθώσιν όπλα διά την επικειμένην γενικήν επανάστασιν»(ΙΑΥΕ 1902/65, Ι. Ιωσήφ προς πρωθυπουργό Α. Ζαΐμη, Θεσ/νίκη 16.9.1902, αρ. 345 εμπ.).
Με την επικράτηση της επανάστασης, διακηρύσσει πάλι η χειρόγραφη πολυγραφημένη εφημερίδα «Ελευθερία ή Θάνατος» της ΕΜΕΟ Σερρών, «θα βρούμε κι εμείς μια θέση ως έθνος μεταξύ των εθνών» («Свобода или Смърт», 17/2/1903, σ. 3).
Ακόμη κι ο απόστρατος συνταγματάρχης του βουλγαρικού στρατού Αναστάς Γιάνκοφ, όταν το καλοκαίρι του 1902 προσπαθεί ν’ αποσπάσει τη γενέτειρά του Ζαγορίτσανη (σημ. Βασιλειάδα Καστοριάς) από την ΕΜΕΟ προς όφελος του ανταγωνιστικού Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου, διακηρύσσει «πως ήρθε καιρός κι εμείς οι Μακεδόνες, όπως όλα τα άλλα έθνη, Ελληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι και Κρητικοί να ζητήσουμε με το όπλο στο χέρι δικαιώματα κι ελευθερία» («От София до Костур», Σόφια 2003, σ. 135).
«Ο μασκαράς έχει φαρμακώση ολίγον την ελληνικήν συνείδησιν των εδώ Ελλήνων με την διδασκαλίαν του ότι οι Μακεδόνες Ελληνες, Βούλγαροι, Βλάχοι κ.λπ. κ.λπ. αποτελούν έν σύνολον χωριστόν από όλα τα άλλα έθνη», διαπιστώνει επ’ αυτού δύο χρόνια αργότερα ο Παύλος Μελάς, καθώς «η ιδέα αυτή εκολάκευσεν αρκετά» τους σλαβόφωνους χωρικούς (επιστολή της 21/3/1904 από το Ζέλοβο –νυν Ανταρτικό– προς τη σύζυγό του Ναταλία).
Ο καθοριστικότερος παράγοντας που οδήγησε στη γιγάντωση της ΕΜΕΟ ήταν, ωστόσο, οι κοινωνικές επαγγελίες της για ριζική επίλυση του αγροτικού ζητήματος υπέρ των σλαβόφωνων καλλιεργητών της μακεδονικής ενδοχώρας.
Αναλυτική σχετική περιγραφή συναντάμε σε έκθεση του Ιωνα Δραγούμη προς τον υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Σκουζέ, συνταγμένη στις παραμονές του Ιλιντεν (5/4/1903, αρ. 267): οι κομιτατζήδες, διαβάζουμε, πείθουν τους αγρότες ότι μετά τη νίκη της επανάστασης «τα τσιφλίκια των αποπεμφθησομένων βέηδων ανήκουσιν εις τους χωρικούς, η γη ανήκει εις τους κατοικούντας αυτήν. Εκαστος χωρικός θα έχη τον αγρόν αυτού, απόλυτος κύριος τεμαχίου γης. Πάντων η εργασία θα είνε ελευθέρα, απηλλαγμένη των διά ξένον κύριον μόχθον, και πάντα τα χωρία θα είνε κεφαλοχώρια. Θα βασιλεύη δε η ισότης και η ευτυχία μετά της ελευθερίας. [...] Μη περιοριζόμενοι εις πλατωνικάς υποσχέσεις, οι μύσται των συμμοριών και του κομιτάτου έχουσι διαιρέση τας γαίας των μεγάλων γαιοκτημόνων εις μικρά τεμάχια και έχουσι προσδιορίση εκάστω χωρικώ το μερίδιον αυτού. Ο χωρικός γνωρίζει ότι ο δείνα αγρός έχων τα δείνα όρια ανήκει αυτώ αποκλειστικώς και ότι έν μόνον υπολείπεται όπως μείνη ανενόχλητος κύριος και καλλιεργητής του –δυνάμει αποφάσεως του κυριάρχου κομιτάτου– δωρηθέντος αυτώ αγρού, να εκδιωχθή ο βέης και ο αντιπρόσωπος αυτού, ν’ απαγορευθή δ’ εις τον εισπράκτορα των φόρων να πατή επί του δωρηθέντος εδάφους. [...] Διά τον χωρικόν, η ελευθερία της Μακεδονίας έχει νυν απλούστατα την έννοιαν της απελευθερώσεως από του ζυγού των Οθωμανών γαιοκτημόνων και από του φόρου της δεκάτης ως και των άλλων οθωμανικών φόρων».
Τελικό αποτέλεσμα αυτής της ζύμωσης υπήρξε ο «παρασυρμός» της μεγάλης πλειοψηφίας του σλαβόφωνου (και, δευτερευόντως, του βλαχόφωνου) χριστιανικού μακεδονικού πληθυσμού, με υπέρβαση των εθνοκομματικών διαχωριστικών γραμμών.
«Οτι πάντες οι σχισματικοί ασπάζονται νυν τας επαναστατικάς ιδέας του Κομητάτου, περί ουδεμία επιτρέπεται αμφιβολία πλέον», ενημερώνει ο πρόξενος Μοναστηρίου Κιουζέ-Πεζάς την Αθήνα στις αρχές του 1902, «αλλά το λυπηρόν είνε ότι και οι πλείστοι των ελληνιζόντων σλαυοφώνων φαίνονται και αυτοί προσχωρήσαντες κατά το μάλλον ή ήττον εις τας αυτάς ιδέας, παρά τας ημετέρας αντιδράσεις και νουθεσίας» (Εν Μοναστηρίω, 10/1/1902, αρ. 12).
Οι κομιτατζήδες «είχον προσεταιρισθή όλα σχεδόν τα φιλελεύθερα και γενναία στοιχεία», παραδέχεται στα απομνημονεύματά του ο μακεδονομάχος Κωνσταντίνος Μαζαράκης («Μακεδονικός Αγών», Θεσ/νίκη 1937, σ. 9), ενώ ακόμη κατηγορηματικότερος είναι σε εμπιστευτική έκθεσή του ο αρχιτέκτονας της ελληνικής εξόρμησης, Λάμπρος Κορομηλάς (17/12/1904): «Διά του χρόνου και διά του ακαμάτου αγώνος εγένετο φυσική επιλογή, ό,τι είχε ριψοκίνδυνον και σφριγούν η ύπαιθρος χώρα, ό,τι εμίσει τον Τούρκον εφανατίσθη υπέρ της βουλγαρικής ιδέας»(διάβαζε: της ΕΜΕΟ).
Η εξέγερση
Αρχικά προγραμματισμένη από το παράνομο συνέδριο της Θεσσαλονίκης (2-4/1/1903) ως ενέργεια «στρατηγικού χαρακτήρα, σε όλη τη χώρα», η εξέγερση του Ιλιντεν περιορίστηκε τελικά, ύστερα από σφοδρές αντιπαραθέσεις στα ηγετικά κλιμάκια της οργάνωσης, στη Δυτική Μακεδονία (επαναστατική περιφέρεια Μοναστηρίου)· δευτερεύουσες ενέργειες αντιπερισπασμού σημειώθηκαν επίσης στην περιοχή της Στράντζας στην Ανατολική Θράκη (6/8/1903) και σε παραμεθόρια τμήματα του σαντζακιού των Σερρών (14/9/1903).
Η εσπευσμένη πυροδότησή της υπήρξε σε μεγάλο βαθμό προϊόν προβοκάτσιας του βαθέος βουλγαρικού κράτους, που ανησυχούσε πως η παρατεταμένη δράση της ΕΜΕΟ θα μετέτρεπε τη Μακεδονία σε «αναρχοσοσιαλιστικό απόστημα» υπονομευτικό για το κοινωνικό καθεστώς των γύρω βαλκανικών χωρών, ιδίως της Βουλγαρίας.
Σημαντικό τμήμα της ιστορικής ηγεσίας της οργάνωσης, μ’ επικεφαλής τον χαρισματικό Γκότσε Ντέλτσεφ, υπήρξε ανοιχτά εχθρικό σ’ αυτή την επίσπευση που έθετε σε κίνδυνο την οργανωτική δουλειά μυρμηγκιού μιας δεκαετίας· δεν κατάφερε, ωστόσο, ν’ ανακόψει την κοινωνική δυναμική που προκλήθηκε από τον φαύλο κύκλο εξέγερσης-καταστολής καθ’ οδόν προς την τελική έκρηξη.
Ο ίδιος ο Ντέλτσεφ σκοτώθηκε στις 21/4/1903 στην Μπάνιτσα των Σερρών, κυκλωμένος από τον οθωμανικό στρατό που ειδοποιήθηκε από ανθρώπους του ελληνικού προξενείου.
Τη νύχτα της 20ής Ιουλίου 1903, μια αλυσίδα από φλεγόμενες θημωνιές στον κάμπο του Μοναστηρίου έδωσε το σύνθημα του ξεσηκωμού.
Ακολούθησε κόψιμο των τηλεγραφικών συρμάτων, ξήλωμα των γραμμών του τρένου και γκρέμισμα γεφυριών από τους εξεγερμένους χωρικούς.
Στα μεγαλύτερα χωριά η επανάσταση κηρύχθηκε πανηγυρικά από τον άμβωνα της εκκλησίας, αμέσως μετά τη λειτουργία και τον αγιασμό μαχητών και λαβάρων.
Για τη μαζικότητα του ξεσπάσματος, αποκαλυπτική είναι η γνωστή επιστολή του Ιωνα Δραγούμη, γραμματέα τότε στο ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου, προς τον πατέρα του (25/7/1903):
«Αγαπητέ μπαμπά, έχομεν Σλαυικήν επανάστασιν εν Μακεδονία. Τούτο αρκεί διά να εννοήση ο πονών και γιγνώσκων. Απαντες οι σλαυόφωνοι πληθυσμοί ηκολούθησαν το κομιτάτον, ορθόδοξοι και σχισματικοί, και οι πλείστοι εκουσίως. Καταλαμβάνονται υπό των επαναστατών αι κωμοπόλεις και τα χωρία τα κατοικούμενα υπό βλαχοφώνων και αλβανοφώνων Κρούσοβον, Πισοδέριον, Νεβέσκα κτλ. Μανθάνω ταύτην την στιγμήν ότι κατελήφθη η Κλεισούρα. Δεν είμαι βέβαιος αν συμφέρη πλέον ν’ αντιδρώμεν εις το κίνημα. Οι Τούρκοι ανικανώτατοι, δεν βοηθούν ημάς» (Πετσίβας 2000, σ. 199).
Σύμφωνα με αναλυτικό πίνακα του ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου (16/5/1906), 130 από τα 133 χριστιανικά χωριά των καζάδων Φλώρινας και Καστοριάς και 16 από τα 22 του καζά Καϊλαρίων (σημ. Πτολεμαΐδα) μετείχαν ενεργά στην «ψευδεπανάστασιν».
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν από οθωμανική υπηρεσιακή στατιστική αποτίμηση του Ιλιντεν που φυλάσσεται στο αρχείο του Χουσεΐν Χιλμή Πασά: σε πέντε από τους εννέα καζάδες του βιλαετίου (Μοναστηρίου, Οχρίδας, Κίτσεβο, Φλώρινας, Καστοριάς), η συμμετοχή του χριστιανικού πληθυσμού στην εξέγερση περιγράφεται ως καθολική (Стоjановски 1993, σσ. 115-128).
Η μαζικότητα του κινήματος αποτυπώνεται και στις αναμνήσεις των εξεγερμένων, ανεξαρτήτως της μετέπειτα διαδρομής τους.
«Εκείνην την ημέραν επαναστάτησεν όλος ο κόσμος και εξεγέρθηκεν εναντίον του τουρκικού ζυγού, άλλοι με τσεκούρια, άλλοι με δρεπάνια, κόσες και δίκαννα κυνηγετικά, και με ελάχιστα όπλα γκρα», διαβάζουμε για το Μορίχοβο στις αναμνήσεις του μακεδονομάχου Πέτρου Σουγαράκη («Βαλκανικά Σύμμεικτα», 1/1981, σσ. 140-1).
Την ίδια παρατήρηση κάνουν για την περιοχή Καστοριάς οι πρώτοι Κρητικοί μακεδονομάχοι που συνόδευαν τον οθωμανικό στρατό: «Οι αρχηγή των Κομητάτον εσχηματήζοντω ωγκοδέσταται Συμορίαι 1.000-2.000 ανδρόν δια ώπλον ωλήγον περιέχων εις χήραστον τσηκούργια και ρόπαλα», διαβάζουμε στην αναφορά που συνέταξαν στις 25/8/1903, αμέσως μετά την επάνοδό τους στην Ελλάδα (Αρχείο Γ. Τσόντου-Βάρδα, φ. 2, έγγρ. 6).
Απομνημονεύματα και ημερολόγια των επαναστατών αποτυπώνουν μιαν αίσθηση βραχύβιας και εύθραυστης ελευθερίας: μαζικός ενθουσιασμός στο πέρασμα των ανταρτοομάδων, ακόμη κι επιδείξεις αδιαφορίας εκ μέρους των κατοίκων για τις όποιες υλικές καταστροφές.
Εξίσου συχνή είναι η μνεία της αφελούς προσδοκίας μιας σχετικά εύκολης και γρήγορης απαλλαγής από τον τουρκικό ζυγό, με την πρόκληση νικηφόρου βουλγαροτουρκικού πολέμου ή –ακόμη καλύτερα– ευρωπαϊκής στρατιωτικής επέμβασης.
Στιγμιότυπα από την καταστολή του Ιλιντεν. Οθωμανοί στρατιώτες στα ερείπια χριστιανικής εκκλησίας και άστεγοι χωρικοί στα ερείπια πυρπολημένων οικισμών της Καστοριάς.Οθωμανοί στρατιώτες στα ερείπια χριστιανικής εκκλησίας. | 
Στο μεσοδιάστημα μεταξύ των μαχών, οι αγροτικές εργασίες εκτελούνται συλλογικά«ο θερισμός ξεκίνησε από κοινού· κομμουνισμός, δεν έχει δικό μου και δικό σου», θυμάται λ.χ. για την περιοχή του Κίτσεβο ο οπλαρχηγός Λούκα Τζέροφ· «δεν κοίταγε κανείς τίνος είναι το σιτάρι», προσθέτει για την ενδοχώρα της Οχρίδας ο Σλαβέικο Αρσοφ, «γιατί από κοινού θεριζόταν, από κοινού μεταφερόταν, από κοινού αποθηκευόταν σε κρύπτες».
Τον κοινωνικό χαρακτήρα της εξέγερσης μαρτυρά επίσης το συστηματικό, βίαιο ξέσπασμα των χωρικών ενάντια σε καθετί που θύμιζε την έγγεια μεγαλοϊδιοκτησία.
Πύργοι, σιταποθήκες κι επαύλεις των μπέηδων γίνονται παρανάλωμα της φωτιάς, μαζί με τα χάνια των επιχειρηματιών της υπαίθρου, σχεδόν κάθε βράδυ.
Τις πρώτες ώρες της εξέγερσης σημειώνονται και φόνοι τσιφλικάδων από τους μέχρι τότε υποταχτικούς τους, συχνά με αρκετά άγριο τρόπο.
Το θρήσκευμα φαίνεται να διαδραματίζει σχετικά μικρό ρόλο στην επιλογή των στόχων: στο Ζαμπέρδανι (σημ. Λόφοι) της Φλώρινας, οι χωριάτες βάζουν έτσι φωτιά στο αγρόκτημα και την αποθήκη του χριστιανού τσιφλικά Χρηστάκη, που μετά βίας καταφέρνει να διαφύγει.
Ο μητροπολίτης και το κεφάλι
Λάζος Παπα-Τράικωφ
«Εν τη μητροπόλει μου φιλοξενώ σήμερον την κεφαλήν του Λάζου Παπα-Τράικωφ, όστις ήτον η ψυχή του Κομιτάτου» γράφει στις 18/1/1904 από την Καστοριά στον Στέφανο Δραγούμη ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης.
Τραυματισμένος από τον οθωμανικό στρατό στη μάχη της Ψάνιστα (2/10/1903), ο τοπικός καθοδηγητής της ΕΜΕΟ έπεσε τις επόμενες μέρες στα χέρια του οπλαρχηγού Κότε Ρίστοφ, γνωστότερου στα καθ’ ημάς ως μακεδονομάχου Καπετάν Κώττα. 
Παλιός κομιτατζής που από το 1902 μισθοδοτούνταν από το ελληνικό προξενείο, την ίδια χρονιά συνεργάστηκε στενά με τον περαστικό Βούλγαρο συνταγματάρχη Γιάνκοφ και το καλοκαίρι του 1903 πήρε μέρος στο Ιλιντεν για να στραφεί ξανά κατά της ΕΜΕΟ μόλις η εξέγερση άρχισε να πνέει τα λοίσθια, ο Κώττας αποτέλειωσε τον τραυματία κι έστειλε το κεφάλι του στον Καραβαγγέλη, ως απόδειξη της μεταστροφής του· τον επόμενο Ιούνιο θα πέσει κι αυτός με τη σειρά του θύμα κατάδοσης στις οθωμανικές αρχές εκ μέρους του μητροπολίτη. 
Στο μεσοδιάστημα, ο τελευταίος έθαψε μεν το μακάβριο τρόπαιο στον κήπο του, φρόντισε όμως προηγουμένως να το φωτογραφήσει και ν’ αναρτήσει την εικόνα στο γραφείο του, ως μόνιμη υπενθύμιση προς τους επισκέπτες για την τύχη που περιμένει όποιον σηκώσει κεφάλι στην εξουσία.
«Κυβέρνηση» και «Μανιφέστο»
Αποκορύφωμα και κεντρικό γεγονός της εξέγερσης αποτέλεσε η δεκαήμερη κατάληψη του Κρούσοβο (σήμερα στην ΠΓΔΜ) και η συγκρότηση τοπικής «προσωρινής κυβέρνησης».

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Οι Μάγισσες του Εθνομηδενισμού και το Θεωρητικό Κουλουβάχατο της Πατριωτικής Αριστεράς


του Γιώργου Παπασπυρόπουλου
1. “αταβισμός”: (βιολογία) η επανεμφάνιση κληρονομικών χαρακτηριστικών προγόνου μετά από απουσία αρκετών γενιών, (λόγιο) η επανεμφάνιση ιδεών, συμπεριφορών, μεθόδων κλπ που είχαν ξεχαστεί και θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.
2. «Όχι μόνο έλλειψη εν μέσω υπεραφθονίας, αλλά και ανοησία εν μέσω γνώσης και επιστήμης […] είναι στο επίπεδο του Κράτους και του στρατού που οι πιο προοδευτικές τάσεις επιστημονικής και τεχνο-λογικής γνώσης συνδέονται με τους πιο καχεκτικούς αρχαϊσμους […]»

G. Deleuze & F. Guattari, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: Ο Αντί -Οιδίπους (πηγή)


Και στις δύο εκδοχές του ο αταβισμός μοιάζει η καταλληλότερη έννοια που μπορεί να περιγράψει την επανεμφάνιση ενός αρχαϊκού εθνικισμού με αφορμή το μακεδονικό.
Και δεν εννοώ το πλήθος των ανθρώπων που πεισματικά, παρά τις συντριπτικές ιστορικές αποδείξεις για το ψηφιδωτό λαών και εθνών που αναπτύχθηκαν στο έδαφος της γεωγραφικής Μακεδονίας του Μεγαλέξανδρου αλλά και την μόλις πρόσφατη μοιρασιά της Μακεδονίας σε τρία+ κράτη με διεθνείς συνθήκες, επιμένουν για την αποκλειστική κατοχύρωση του “ονόματος” στο ελληνικό έθνος-κράτος, αντικρούοντας μία εξίσου ανόητη απόπειρα των Σλάβων γειτόνων μας να κάνουν το ίδιο. Εννοώ κυρίως μία πολεμική που αναπτύσσει η πατριωτική Αριστερά σε συνάφεια και “ιδεολογική” συμφωνία με την πατριωτική Δεξιά κατά των “εθνομηδενιστών” – έννοιας σαφώς εφευρημένης και ασαφούς.
Στον εθνομηδενισμό, και συγκεκριμένα στη φαντασιακή αντίθεση μαζί του, συναντώνται οι νέοι εθνικιστές κάθε είδους: από τη ναζιστική ακροδεξιά μέχρι το νεοορθόδοξο πατριωτικό Άρδην-Ρήξη του Γ.Καραμπελιά. Από τον κάποτε ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ Γ.Παπαδόπουλο Τετράδη (τον “Καιρό της Ελευθεροτυπίας” για τους παλιότερους) μέχρι τους νεοφιλελεύθερους του liberal.gr.
Ψάχνοντας για ορισμό του νεολογισμού αυτού βρίσκεις με κάποιον κόπο σίγουρα τον παρακάτω:
“Ο εθνομηδενισμός καθιερώθηκε ως ο ορισμός που δηλώνει τον ιστορικό αναθεωρητισμό, την αρνησιπατρία, την αποδόμηση της εθνικής συνειδήσεως και ταυτότητας. Στην ουσία οι απόψεις των εθνομηδενιστών αποτελούν ένα κράμα των μαρξιστικών αντιλήψεων περί ιστορικού υλισμού με τις επιδιώξεις υπερεθνικών καπιταλιστικών κέντρων, στο όνομα της συμφιλίωσης των λαών σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον χωρίς διακρίσεις“.
Όλα τακτοποιημένα θεωρητικά λοιπόν. Τώρα αφού κατασκευάσαμε την έννοια πρέπει να εντοπίσουμε τους εθνομηδενιστές!
Δεν ξεφεύγει της προσοχής ότι η έννοια αυτή παραπέμπει σαφώς αλλά με πιο “πολιτισμένο” και υποτίθεται θεωρητικό τρόπο πίσω στον προδότη του έθνους, στον αρνητή να πολεμήσει για το κράτος-έθνος του σε έναν επιθετικό πόλεμο, στον αδιάφορο για τα ακριβή όρια των σύγχρονων συνόρων οπαδό της ομοσπονδιοποίησης ευρωπαϊκής ή αμερικανικής, ακόμη και στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Στα κείμενα των πολέμιών του αναφέρεται σαφώς ότι στον εθνομηδενισμό συναντώνται οι μαρξιστές και οι αναρχικοί με τα αφεντικά της Νέας Τάξης και της παγκοσμιοποίησης. Και ότι μοναδικό ανάχωμα στην παγκοσμιοποίηση είναι οι πατρίδες – τα περίκλειστα στα σύνορά τους κράτη που υποτίθεται εμποδίζουν την “κυκλοφορία” και την επικράτηση της Νέας Τάξης που πάλι για τη διευκόλυνσή της αντικαθιστά τον πατριωτισμό με την πολυπολιτισμικότητα…
Κατάρες για την τελευταία έχουμε ακούσει και από τη ναζιστική Ακροδεξιά και από την σταλινική Αριστερά και από το νεοορθόδοξο τόξο από την Κανέλλη μέχρι τον Καραμπελιά και από τον Καμμένο μέχρι τον Καρατζαφέρη…
Στην ουσία τώρα:
1. Εθνομηδενιστές δεν υπάρχουν. Υπάρχουν όπως πάντα άνθρωποι μη εθνικιστές, άνθρωποι που σκύβουν στην ιστορία και αποδομούν τα παραμύθια που χρησιμοποιήθηκαν στην πρόσφατη εθνογένεση πολλών λαών στην προσπάθεια ομογενοποίησης και ένταξής τους χωρίς πολλές εσωτερικές αντιθέσεις στα νεοδημιουργημένα κράτη. Είναι γνωστή η αλλεργία των σύγχρονων κρατών στην ύπαρξη και αναγνώριση μειονοτήτων στο εσωτερικό τους, κυρίως εθνικών και θρησκευτικών. Γιατί νοιώθουν να απειλούνται από την διαφορετικότητα. Και από εκεί πηγάζει και η επανεμφάνιση ενός αρχαϊκού εθνικισμού, μιας αταβιστικής στάσης απέναντι στην πραγματικότητα: “γιατί αυτή η ομάδα αυτοπροσδιορίζεται έτσι; Πού το πάει; Είναι δάκτυλος του εχθρού, του γείτονα, της νέας τάξης;”
2. Η παγκοσμιοποίηση ομογενοποιεί τους πληθυσμούς, πράγματι. Σε τι όμως; Στην καπιταλιστική αγορά, στον καταναλωτισμό, στους κανόνες της δήθεν ελεύθερης αγοράς που καταστρέφει τους προστατευτισμούς των εθνικών οικονομιών και εξοντώνει τη μικρή και μεσαία τοπική παραγωγή προς όφελος των πολυεθνικών κολοσσών. Επίσης, ομογενοποιεί όλο τον κόσμο ως έδαφος της κυκλοφορίας των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που μεγεθύνουν τα περιθώρια συνέχισης της καπιταλιστικής οικονομίας χωρίς άμεση εξάρτηση από την κλασική παραγωγική διαδικασία.
Ναι έτσι είναι. Και ποια είναι η αντίδραση και η αντίσταση σε αυτό; Η επιστροφή στην πατρίδα και το έθνος μας λένε οι πατριώτες της Δεξιάς και Αριστεράς. Και στην Ορθοδοξία, αν θυμόσαστε παλαιότερες προσπάθειες αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση μέσω της νεοορθοδοξίας και των υπερκομματικών “δικτύων” της.
Γι’αυτό μιλάμε για αταβισμό, καλύτερα για αταβιστικό εθνικισμό.
Γιατί όταν η νεοπατριωτική αυτή τάση προσπαθεί να εντοπίσει τους εθνομηδενιστές πράκτορες της παγκοσμιοποίησης και τους εθνοπροδότες της πολυπολιτσιμικότητας, δεν τους βρίσκει – αφού είναι κατασκευάσματα της φαντασίας τους. Και ξεσπούν σε αρχαϊκούς αν-ιστορισμούς αρπαζόμενοι από ευκαιρίες που τους δίνονται όπως με τη δημιουργία από την ΝΔ του μακεδονικού ζητήματος. Η Μακεδονία λοιπόν είναι ελληνική.
Κρύβουμε την ιστορία κάτω από το χαλί, ξεχνούμε ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες κατέκτησαν τις ελληνικές πόλεις με τη βία, ξεχνούμε ότι οι έλληνες κάτοικοι ήταν μειοψηφία στους αιώνες στην περιοχή ή ότι οι Σλάβοι είναι εκεί από τον 6ο αιώνα, ξεχνάμε πολέμους και ανταλλαγές πληθυσμών, ξεχνάμε ότι με βάση αυτά τα κριτήρια η Θεσσαλονίκη είναι εβραϊκή πόλη, ξεχνάμε ότι μας δόθηκε ως κράτος το 50+ της περιοχής μετά από πετυχημένους πολέμους το 1913 και όχι βάσει εθνολογικής πληθυσμιακής υπεροχής.
Όχι, “η Μακεδονία είναι Ελλάδα”.
Θα μπορούσε να είναι και σύνθημα νέας εκστρατείας για ανακατάληψη εδαφών όπως το “να πάρουμε την Πόλη” αν μπορούσαμε να το κάνουμε. Απλά δεν μπορούμε. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο εθνικισμός είναι πόλεμος με άλλα μέσα όπως και η οικονομία. Πόλεμος σε προετοιμασία, πόλεμος σε αναζήτηση κατάλληλης συγκυρίας. Αφού η Μακεδονία είναι ελληνική, αφού η αρχαία Μακεδονία περιελάμβανε την μισή τουλάχιστον πΓΔΜ ιστορικά και το ένα τρίτο της Βουλγαρίας, κάποια ευνοϊκή στιγμή “θα την πάρουμε πίσω όλη”, όχι μόνο το κομμάτι που μας παραχώρησαν οι διεθνείς συνθήκες. Και με μια νέα ανταλλαγή πληθυσμών θα την ομογενοποιήσουμε ξανά…
Αυτή είναι η ρηχότητα του εθνικισμού. Ως εκεί φτάνει. Λύνει τα προβλήματα των συνόρων με βία και πόλεμο.
Είναι όργανο ο εθνικισμός, ένα εργαλείο του κράτους για την επέκταση των εδαφών του. Έτσι απλά. Και για τους κρατιστές Δεξιάς και Αριστεράς είναι κατανοητό να ιδεολογικοποιούν το ζήτημα. Να βρίσκουν μεταξύ των ειρηνοποιών πράκτορες του εχθρού, του πολυπολιτισμού και του εθνομηδενισμού…
Γιατί για να παρασύρουμε τα πλήθη πρέπει να βρούμε προδότες. Να απευθυνθούμε στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, στο θρησκευτικό συναίσθημα, στην ανάγκη πίστης και όχι έρευνας, στην ανυπομονησία της επιβολής και της λύσης του γόρδιου δεσμού του καπιταλισμού με μαγικό τρόπο. Να κάψουμε τις μάγισσες και να διώξουμε τον διάβολο του εθνομηδενισμού από μέσα τους.
Όλα αυτά είναι κατανοητά ως ανάγκες επιβίωσης του ανιστόρητου δεξιού συντηρητισμού, των φανατικών του όποιου δόγματος, πολιτικού ή θρησκευτικού, ακόμα και των αριστερών κρατιστών και προσωπολατρών. Είναι όμως ακατανόητα για ανθρώπους της έρευνας, της γνώσης, της συλλογικης δημοκρατικής ανανέωσης και μεταρρύθμισης της κοινωνίας μας.
Τι δουλειά έχουν τέτοιοι σκεπτόμενοι άνθρωποι με την Κανέλλη και τον Καραμπελιά για να μην πω με την Λουκά και την Καϊλή; Με τύπους δλδ και περσόνες που απλά μεταφέρουν την άγνοιά τους σε διάφορους πολιτικούς χώρους με μοναδικό τους επίδικο να βρουν ικανοποίηση στον τεράστιο προσωπικό τους ναρκισσισμό; Και ταλαιπωρούν όπου μπορούν τη δημόσια ζωή δεκαετίες τώρα με τη βοήθεια των σκανδαλοφυλλάδων και των ΜΜΕ της διαπλοκής;
Τα γράφω αυτά γιατί είδα εντελώς ανόητα άρθρα πολλών αξιόλογων αναλυτών που έχουν πιαστεί στα δίχτυα της εκστρατείας κατά του ανύπαρκτου εθνομηδενισμού και υπέρ του υπαρκτού καραμπελισμού. Επίσης, είδαμε κόμματα πρώην συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που συμμετείχαν σε εθνικιστικές διαδηλώσεις και μάλιστα δίπλα στην ΧΑ, θεωρώντας μείζον το εθνικό μέτωπο και όχι τον αντιφασιμό, όπως λέει και ο πρόσφατα ανανήψας Μίκης, να αναπτύσσουν ένα θεωρητικό κουλουβάχατο όπου ανακατεύεται η αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση με την υπεράσπιση του έθνους και την κατίσχυση της “πατρίδας” απέναντι στους φαντασιακούς εχθρούς της. Ένα κουλουβάχατο που ανακατεύει σε νέα μακεδονική σαλάτα τον πλούτο της ενδογενούς και τοπικής παραγωγής με την τοπική παραγωγή φαντασιώσεων και προγονοπληξίας, και βέβαια ορθοδοξίας uber alles και την αντίσταση στα μνημόνια και στη διάλυση του μικρομεσαίου παραγωγικού ιστού από την ΕΕ, με την υπεράσπιση ό,τι πιο συντηρητικού και αντιδραστικού έχει παράξει αυτή η κοινωνία. Με σημαία την καταπολέμηση των μαγισσών του εθνομηδενισμού.
Ψυχραιμία φίλοι.
Κάποτε στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου η μαρξιστική ανάλυση κατέληγε στη στήριξη δικτατόρων που ηγούνταν σε “εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα” ως αντικειμενικά προοδευτικών… συχνά επειδή ευνοούσαν τις παγκόσμιες ισορροπίες υπέρ της ΕΣΣΔ ή είτε ακόμη επειδή ξέφευγαν από τη σφαίρα του ιμπεριαλισμού. Λάθη που ως γνωστόν πληρώθηκαν από τους λαούς ακριβά ακόμη και μέχρι σήμερα.
Τώρα μια νέα “αντικειμενική” ανάλυση βάζει από τη μια πλευρά τους εθνικιστές, τους ναζιστές, τους μακεδονομάχους και την πατριωτική Δεξιά και Αριστερά και από την άλλη, την παγκοσμιοποίηση, την Αριστερά, την κοινωνική οικολογία, την πολυπολιτισμικότητα, τη φιλομεταναστευτική πολιτική, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού …
Το νέο θεωρητικό κουλουβάχατο του αρχέγονου αυταρχισμού σαν μέσου επίλυσης διαφορών και προβλημάτων. Του αταβιστικού νεοεθνικισμού.
Θα το χάψουμε;


πηγή babylonia

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget