Επισημάνσεις για την απεμπλοκή από τις επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες προσπάθειες λύσης του Κυπριακού με την προοπτική σοβαρής κοινωνικής αλλαγής και προόδου στο νησί
του Νικόλα Κυριάκου*
Ο υπότιτλος στις διαπραγματεύσεις που έχουν λάβει χώρα από το 1974 και μετά για την εξεύρεση μιας λύσης στο κυπριακό πρόβλημα θα μπορούσε να είναι η φράση: «δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας που θα εδράζεται στην πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, όπως αυτή καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών». Μέσα σε αυτές τις 29 λέξεις περικλείεται ο πολιτικός ορίζοντας των διαπραγματεύσεων τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.
Ο σκοπός της παρούσας παρέμβασης δεν είναι να ανασυντάξει την ιστορική διαδρομή των διαπραγματεύσεων ούτε και να προσφέρει μια καινούρια νομική ανάλυση των χαρακτηριστικών των μορφών ομοσπονδίας, που κατά καιρούς έχουν συζητηθεί στις συνομιλίες. Αντίθετα, η επιδίωξη είναι να ξαναθέσει στο προσκήνιο τους λόγους για τους οποίους η λύση υπό μορφή ομοσπονδίας είναι η μόνη πολιτικά ρεαλιστική και εφαρμόσιμη επιλογή, έχοντας υπόψη τα ιδιοσυγκρασιακά δεδομένα του κυπριακού προβλήματος. Σε αυτή την απόπειρα προβληματισμού, θα γίνει αναφορά σε τρία κύρια ζητήματα:
1) στην ομοσπονδία ως πολιτειακό σύστημα οργάνωσης της επανενωμένης Κύπρου και στην αναγκαιότητα δια-εθνοτικής συνεργασίας σε επίπεδο πολιτικών κομμάτων,
2) στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) στο πρόβλημα και στη ρητορική που έχει αναπτυχθεί, ειδικά μετά το 2004, γύρω από αυτόν, και
3) στο ζήτημα της συνεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του νησιού και από τις δύο κοινότητες.
1. Ομοσπονδία: το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης
Μετά τα χωριστά δημοψηφίσματα του 2004, η πολιτική επιλογή της εξεύρεσης ομοσπονδιακής λύσης έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από ορισμένα πολιτικά κόμματα στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Κατά έναν τρόπο, η εμπειρία του δημοψηφίσματος λειτούργησε απελευθερωτικά για ένα κομμάτι της πολιτικής ελίτ που δεν είχε πιστέψει ποτέ σε αυτόν τον διακηρυγμένο στόχο της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας και της πλειοψηφίας των πολιτικών κομμάτων από το 1977 και μετά.
Η αμφισβήτηση αυτή τίθεται με έμμεσους κυρίως τρόπους, όπως για παράδειγμα με την απόρριψη: της διζωνικής μορφής σε μια μελλοντική λύση, της εκ περιτροπής ανάληψης της προεδρίας, από τους ομοσπονδιακούς μηχανισμούς και της εν γένει πολιτειακής αρχιτεκτονικής που παραπέμπουν σε αυτή τη λύση. Αυτό το κύμα αμφισβήτησης έχει κατορθώσει να καπηλευτεί το πολιτικό νόημα της έννοιας της «ευρωπαϊκής λύσης» και να διαμορφώσει στρεβλούς όρους συζήτησης για το πώς συμβαδίζει μια μελλοντική ομοσπονδία με το lato sensu ευρωπαϊκό πολιτικό και νομικό κεκτημένο. Ειδικά για το ζήτημα της «ευρωπαϊκής λύσης», θα γίνει αναφορά στη συνέχεια.
Ένα ζήτημα που συχνά παροράται στις πολιτικές συζητήσεις εντός της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι ότι η δέσμευση της πλευράς αυτής στην εξεύρεση μιας ομοσπονδιακής λύσης αποτελεί μια πολιτική σταθερά από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η πολιτική δέσμευση και αφοσίωση αποτυπώνεται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και του 1979,2 το περιεχόμενο των οποίων έχει επαναληφθεί στην πορεία των δεκαετιών που ακολούθησαν. Η ενδεχόμενη ολική αμφισβήτηση του πλαισίου λύσης με επίσημο τρόπο από την ελληνοκυπριακή πλευρά θα σηματοδοτούσε μια μεταστροφή που θα άλλαζε άρδην τα δεδομένα των διαπραγματεύσεων και θα δημιουργούσε ένα νέο πλαίσιο αναφοράς, το οποίο θα οδηγούσε σε συνομοσπονδιακού τύπου λύση ή ακόμα και σε οριστική dejure διχοτόμηση.
Άρα ένας σημαντικός παράγοντας που θα πρέπει να διαμορφώνει και να αποτελεί βάση για την αξιολόγηση των πολιτικών απόψεων είναι η πολιτική δέσμευση στην ομοσπονδία, η οποία όχι μόνο δεν είναι διακηρυκτικού χαρακτήρα, αλλά έχει σαφές πολιτικό αντίκρισμα και συνέπειες.
Ένας ορισμός της ομοσπονδίας
Τι είναι όμως η ομοσπονδία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της; Για τους σκοπούς της παρέμβασης αυτής, με τον όρο ομοσπονδία εννοούμε ένα πολιτειακό σύστημα συνύπαρξης και συνεργασίας δύο τουλάχιστον πολιτικών οντοτήτων στη βάση ενός γραπτού συντάγματος, που αποδίδει κατά ρητό τρόπο εξουσίες στην κεντρική και στις περιφερειακές κυβερνήσεις, διαρθρωμένη με ένα σύστημα άμεσων εκλογών για τα δύο επίπεδα κυβέρνησης. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί μιας τέτοιας πολιτειακής διάρθρωσης καθορίζονται με σαφήνεια και συχνά κατά εξαντλητικώς απαριθμούμενο τρόπο. Το σύστημα συμπληρώνεται με την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου Ανώτατου Δικαστηρίου το οποίο κέκτηται τη δυνατότητα να επιλύει κατά τρόπο τελεσίδικο τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την ενάσκηση των εξουσιών αυτών των κυβερνήσεων. Ένα ειδοποιό χαρακτηριστικό της ομοσπονδίας είναι ότι η αυτονομία των περιφερειών είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, χωρίς αυτό να μπορεί να τροποποιηθεί, πόσο δε μάλλον να καταργηθεί, με μονομερή ενέργεια της κεντρικής κυβέρνησης.
Κύριοι λόγοι επιλογής του ομοσπονδιακού μοντέλου
Η επιλογή του πολιτειακού συστήματος ενός κράτους δεν γίνεται μέσα σε ένα ιστορικό και πολιτικό κενό. Αντίθετα, αποτελεί απότοκο της ιστορικής εξέλιξης μιας ή περισσοτέρων πολιτικών οντοτήτων και δημιούργημα των περιβαλλουσών συνθηκών. Μπορεί να ειπωθεί, λοιπόν, ότι η υιοθέτηση ενός ομοσπονδιακού μοντέλου έρχεται σε συνέχεια μιας προηγούμενης περιόδου αυτοκυβέρνησης ή καθορίζεται καταλυτικά από το περιεχόμενο μιας προηγούμενης διεθνούς ή εσωτερικής σύγκρουσης.
Οι κύριοι λόγοι που οδηγούν στην επιλογή της ομοσπονδίας είναι η συλλογική ασφάλεια, η οικονομική ευμάρεια και η διεύρυνση της αγοράς με την άρση των εμποδίων στη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, καθώς, επίσης, και η υιοθέτηση από τα πολιτικά υποκείμενα μιας ομοσπονδίας, ενός κοινού πολιτικού αξιακού κώδικα που έχει ως κοινό παρονομαστή την ειρηνική συνύπαρξη.
Αν οι παραπάνω λόγοι φαίνονται ...

