Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά και κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά και κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Φεμινισμός = αντιρατσισμός (ή, ο αγώνας για ισότητα των φύλων είναι εξίσου σημαντικός με τον αγώνα για φυλετική ισότητα)


Ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως ακριβώς και ο αντιρατσισμός!

της Esra Dogan*

Ζώντας ως μετανάστρια στην Αθήνα, έχω γίνει μάρτυρας εθνικών/γλωσσικών/θρησκευτικών διακρίσεων και έχω ζήσει με τον διαρκή φόβο του ρατσισμού, ειδικά λόγω της απειλητικής ανόδου/αποδοχής της Χρυσής Αυγής. Μέσα από τις εμπειρίες αυτές, άρχισα να αναγνωρίζω όλο και περισσότερο τη σημασία του αντιρατσιστικού αγώνα.

Ως γυναίκα, σε όλη μου τη ζωή είτε στην Τουρκία είτε στην Ελλάδα είτε αλλού, έχω έρθει αντιμέτωπη με τον σεξισμό και τα μειονεκτήματα του να μην είσαι «άντρας», όχι μόνο ως υποκείμενο στην κοινωνία αλλά και στις προσωπικές μου σχέσεις. Και μέσα από αυτό, έμαθα τη σημασία του φεμινιστικού αγώνα.

Τελικά συνειδητοποίησα ότι ο αγώνας για ισότητα των φύλων είναι εξίσου σημαντικός με τον αγώνα για φυλετική ισότητα. Πράγματι, οι δυο αυτοί αγώνες αλληλοσυνδέονται περισσότερο από όσο θα μπορούσατε να φανταστείτε.

Συγκεκριμένα, ο ρατσισμός βιώνεται διαφορετικά από άτομα διαφορετικού φύλου. Ομοίως, ο σεξισμός βιώνεται διαφορετικά ανάλογα με τη φυλή κάποιου, ενώ κάποιος που αντιμετωπίζει και ρατσισμό και σεξισμό έχει διαφορετική εμπειρία. Για παράδειγμα, ένας γκέι Αφγανός μετανάστης στην Ελλάδα μπορεί να βιώσει τον ρατσισμό με τρόπο αρκετά διαφορετικό από τους στρέιτ Αφγανούς μετανάστες. Θα βιώσει, επίσης, την ομοφοβία διαφορετικά από έναν Έλληνα γκέι.

Αυτή η διαπλοκή πολλαπλών μορφών διακρίσεων απαντάται στη βιβλιογραφία ως μελέτη της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών (intersectionality ή «διαθεματικότητα»), η οποία επιχειρεί να σκιαγραφήσει την καταπίεση ως πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο. Η θεωρία της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών υποστηρίζει ότι οι εκφάνσεις της καταπίεσης σε μια κοινωνία (όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ομοφοβία, η τρανσφοβία κ.λπ.) δεν λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά αλληλοσυνδέονται και διαμορφώνονται συνεχώς η μια βάσει της άλλης. Η κατανόηση της διαπλοκής αυτής είναι σημαντική, καθώς μας δείχνει γιατί ενδεχομένως να μην αρκεί μόνο η καταπολέμηση του ρατσισμού. Αντιθέτως, πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης στην κοινωνία.

Ο ρατσισμός είναι η άποψη ότι τα μέλη κάθε φυλής διαθέτουν χαρακτηριστικά ή ικανότητες που αποδίδονται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη φυλή, μια πεποίθηση που συντελεί στη λανθασμένη ιεράρχηση ων φυλών, θεωρώντας κάποιες «κατώτερες» και κάποιες «ανώτερες» σε σχέση με τις άλλες. Με αυτόν τον τρόπο, ο ρατσισμός λειτουργεί ως θεσμική εξουσία που ευνοεί τη λευκή φυλή. Η πατριαρχία δημιουργεί μια παρόμοια θεσμική εξουσία. Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι η φυλή αλλά το φύλο που μετατρέπεται σε εργαλείο καταπίεσης – δημιουργώντας την επονομαζόμενη «ανωτερότητα του ανδρικού φύλου». Τόσο ο φεμινισμός όσο και ο αντιρατσισμός μάχονται για την κατάργηση των άδικων προνομίων που δημιουργούνται μέσα από τις εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας.

Ωστόσο, αυτό που με ενοχλεί ως αντιρατσίστρια και φεμινίστρια που ζει στην Αθήνα είναι ότι ενώ ο αντιρατσιστικός ακτιβισμός μου είναι σε γενικές γραμμές καλοδεχούμενος, ο φεμινιστικός ακτιβισμός υπονομεύεται αρκετά. Συνεχώς παρατηρώ ή συμμετέχω σε ακτιβιστικά κινήματα στην Ελλάδα τα οποία σε μεγάλο βαθμό αποκλείουν το πρόβλημα των άλλων φύλων (γυναίκες, lgbtqi+) και είναι περιορισμένη η αναγνώριση του γεγονότος ότι τέτοιες συμπεριφορές δημιουργούν ασυνέπειες στον αγώνα για ισότητα και ελευθερία όλων.

Όταν λέω «είμαι φεμινίστρια», παίρνω απαντήσεις όπως «δεν είμαι φεμινίστρια αλλά ανθρωπίστρια. Για εμένα η κάθε ζωή μετράει». «Είμαι αντιφεμινιστής, επειδή είμαι υπέρ της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ισότητας για όλους, όχι μόνο για τις γυναίκες.» Όσοι υιοθετούν τέτοιες απόψεις είναι σαφές ότι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει φεμινισμός στην πραγματικότητα. Πολύ απλά, φεμινισμός σημαίνει ισότητα για όλους!

Και όσοι ισχυρίζονται ότι είναι κατά του ρατσισμού/εθνικισμού, όσοι προωθούν τις ιδέες του κοινωνικού εξισωτισμού κ.λπ. τείνουν να υποτιμούν την ίδια την ύπαρξη των ανδροκρατούμενων εξουσιαστικών δομών που δημιουργεί η πατριαρχία.

Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει: Το φύλο αποτελεί μια τάξη, μια κατηγορία όπως είναι το χρώμα και η εθνικότητα, η οποία δημιουργεί ανώτερους και προνομιακή μεταχείριση. Επιπλέον, η πατριαρχία κάνει διακρίσεις όχι μόνο κατά των γυναικών αλλά και κατά όλων των άλλων τύπων φύλων που τυχαίνει να μην εμπίπτουν στην κοινωνική τάξη του «αρρενωπού ετεροφυλόφιλου άνδρα».

Άρα, λοιπόν, γιατί οι ακτιβιστές που είναι τόσο ευαίσθητοι σε θέματα φυλετικών/εθνικών/θρησκευτικών προκαταλήψεων και κοινωνικοοοικονομικών διακρίσεων δεν ενσωματώνουν στο πρόγραμμά τους τα φεμινιστικά ιδεώδη και αξίες;

Η απάντηση βρίσκεται εκεί έξω. Το πατριαρχικό σύστημα είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην κοινωνική μάθηση και πολιτισμική συμπεριφορά που βρίσκεται παντού. Βρίσκεται στη γλώσσα μας, στις προσωπικές μας σχέσεις, στις εργασιακές επιλογές μας, στα παιχνίδια των παιδιών μας κ.λπ. Δεν χρειάζεται να πάτε μακριά. Έχετε πιθανότατα δει ανθρώπους που κάνουν σεξιστικά αστεία (π.χ. ξανθιές γυναίκες), που βάζουν ταμπέλες στις γυναίκες με βάση τη σεξουαλικότητά τους (π.χ. τσούλα). Ουσιαστικά όμως δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ της κοροϊδίας ενός άντρα για το χρώμα/εθνικότητά του και μιας γυναίκας για το φύλο/σεξουαλικότητά της.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η πλειονότητα των ανθρώπων θεωρεί δεδομένο το ανδρικό πλεονέκτημα – δεν νιώθει την ανάγκη να αμφισβητήσει την προνομιακή αυτή μεταχείριση. Η πατριαρχία του σήμερα μας κάνει να πιστεύουμε δυο μύθους ταυτόχρονα. Ο πρώτος μύθος είναι ότι άνδρες και γυναίκες δεν είναι «βιολογικά ίσοι», άρα λοιπόν οι άνδρες είναι προνομιούχοι λόγω των σωματικών τους χαρακτηριστικών. Να θυμίσω εδώ ότι, αν κοιτάξουμε την ιστορία, παρόμοια επιχειρήματα περί «βιολογικών διαφορών» χρησιμοποιήθηκαν και από τους λευκούς ενάντια στους μαύρους, καθώς οι λευκοί θεωρούνται διανοητικά ανώτεροι και άξιοι «να τους υπηρετούν» ενώ οι μαύροι σωματικά ικανοί «να υπηρετούν».

Ο δεύτερος μύθος είναι ότι υφίσταται ήδη ισότητα ως προς τα νομικά δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας, άρα «τι άλλο μπορεί να θέλει μια φεμινίστρια»; Ωστόσο, η νομοθεσία λέει επίσης ότι ούτε ο ρατσισμός γίνεται ανεκτός στην Ελλάδα (όπως και σε πολλές άλλες χώρες), πράγμα που φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρατσισμός. Παρομοίως, το ζήτημα της πατριαρχίας και της ανισότητας των φύλων δεν λύνεται απλά διατυπώνοντας ότι οι «γυναίκες έχουν τα ίδια πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα». Εμείς, οι γυναίκες, μπορούμε να εργαστούμε, να ψηφίσουμε και να εκλεχθούμε. Αν το θέλαμε πραγματικά, θα μπορούσε κάποια από εμάς να είναι Πρόεδρος της Ελλάδας, της Τουρκίας, του ΗΒ κ.λπ. Σίγουρα!

Αναμφίβολα, σε κοινωνίες όπου τα μέσα ενημέρωσης είναι ακόμα ανδροκρατούμενα, όπως είναι και η κρατική διακυβέρνηση, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι οικογενειακές δομές, δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο φεμινισμός συνοδεύεται από «αρνητικές συνυποδηλώσεις», χάρη σε αβάσιμα επιχειρήματα και μύθους εναντίον του.

Πολλοί αντιφεμινιστές έχουν «επινοήσει» τα δικά τους παράλογα επιχειρήματα, με γενικεύσεις που προέρχονται από το πολύ ευρύ φεμινιστικό κίνημα και καλλιεργώντας παρανοήσεις για να υπονομεύσουν το φεμινιστικό κίνημα.

Ακολουθούν κάποιες από αυτές τις παρανοήσεις που ακούγονται συχνά: «Οι φεμινίστριες μισούν τους άντρες!» ή «Ο φεμινισμός στερεοτυπικά χαρακτηρίζει όλους τους άντρες ως σεξιστές» ή «Ο φεμινισμός είναι μόνο για τις γυναίκες» ή «Ακόμα και κάποιες γυναίκες λένε ότι ο φεμινισμός είναι κακός» ή «Οι φεμινίστριες είναι κατά του σεξ, του γάμου, της μητρότητας» κ.λπ. Έχω συναντήσει και ανθρώπους που πιστεύουν ειλικρινά ότι όλες οι φεμινίστριες είναι λεσβίες και θέλουν έναν κόσμο μόνο με γυναίκες! Χωρίς πλάκα τώρα.

Ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις

Οι φεμινίστριες δεν μισούμε τους άντρες. Μισούμε τις ιδέες περί ανδρικής ανωτερότητας και τη συνέχιση της προαιώνιας δυσανάλογης εξουσίας που δίνεται στους άντρες. Δεν είμαστε κατά του σεξ αλλά κατά της σεξουαλικής υποδούλωσης και της πορνοποίησης του γυναικείου σώματος. Ο φεμινισμός δεν είναι κατά του γάμου και της μητρότητας αλλά κατά του γάμου όταν νοείται ως θεσμός καταπίεσης των γυναικών σε συγκεκριμένους «υποχρεωτικούς» ρόλους, όπως η φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού, σε βαθμό αναντίστοιχο με τους άντρες. Συνεπώς, ο φεμινισμός δεν επιδιώκει την κατάργηση της οικογένειας αλλά τον επαναπροσδιορισμό της. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις.

Συνεπώς, γενικά ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον σεξισμό – δηλαδή τη διάκριση βάση φύλου – καθώς και τους ρόλους φύλου που έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της θεσμικής εξουσίας που κατέχουν οι άντρες. Ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον μισογυνισμό, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί με την υποτίμηση των γυναικών, τη βία απέναντί τους, τη σεξουαλική αντικειμενοποίησή τους κ.λπ. Ως φεμινίστριες/-στές, θέλουμε να καταρρίψουμε το πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα που καταπιέζει τις γυναίκες, τους διεμφυλικούς, τους παμφυλικούς κ.λπ.

Είσαι κατά του μισογυνισμού, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας; Πρέπει οι γυναίκες και οι LGBTQI+ να αισθάνονται ασφαλείς, ίσοι και ελεύθεροι στην κοινωνία; Πιστεύεις ότι όλοι ανεξαρτήτως φύλου πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης και εργασίας, καθώς και ίση αμοιβή; Αν απάντησες «ναι», είσαι φεμινιστής/-στρια. Τελεία. Δεν υπάρχει «ναι, αλλά…».

Ναι, γνωρίζω ότι πολλοί γύρω μου είναι σκεπτικοί ως προς τον φεμινισμό λόγω του γεγονότος ότι ο λευκός φεμινισμός αγνοεί την ίδια την ύπαρξη του ρατσισμού. Αυτό που ενδεχομένως δεν γνωρίζετε εσείς είναι ότι ιστορικά οι φεμινίστριες που υποστηρίζουν τη θεωρία των πολλαπλών διακρίσεων προωθούν τη σημασία του αγώνα κατά του ρατσισμού, αμφισβητώντας τη στάση των Λευκών Φεμινιστριών.

Με τον όρο Λευκές Φεμινίστριες δεν εννοούμε φεμινίστριες από τη λευκή φυλή αλλά όσες ενστερνίζονται φεμινιστικές απόψεις ενώ ταυτόχρονα αγνοούν την ύπαρξη προνομίων για τους λευκούς. Κάποιες μοιάζουν κολλημένες στην τοξική άποψη ότι τα ζητήματα των εθνικών και ρατσιστικών διακρίσεων θα επιλυθούν αν διασφαλιστεί η ισότητα των φύλων.

Αυτή η στάση δεν διαφέρει πολύ από τη στάση εκείνων που αγνοούν τα προνόμια του αντρικού φύλου που εξασφαλίζει η πατριαρχική κοινωνία. Έτσι, λοιπόν, κάποιοι «αντιρατσιστές αλλά όχι φεμινιστές» – όπως αυτοαποκαλούνται – διαιωνίζουν την ύπαρξη δύο μέτρων και δύο σταθμών στη συζήτηση για τα ζητήματα φύλου.

Και οι δύο αυτές κατηγορίες ατόμων είναι υποκριτές!

Δεν έχει έρθει η ώρα να βγείτε από το καβούκι σας, να καταρρίψετε τα δύο μέτρα και δύο σταθμά και να αποδεχτείτε ότι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τόσο την ύπαρξη των αντρικών προνομίων/της καταπίεσης βάσει φύλου όσο και την παράλληλη ύπαρξη των λευκών προνομίων/των φυλετικών και εθνικών διακρίσεων; Δεν έχει έρθει η ώρα να συνειδητοποιήσετε ότι ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως και ο αντιρατσισμός, και ότι η φεμινιστική αντίσταση είναι απαραίτητη για την ενίσχυση του αγώνα κατά του έμφυλου ρατσισμού που αντιμετωπίζει καθημερινά μια μετανάστρια σαν εμένα;


πηγή fylosykis

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πια ένα κόμμα διαμαρτυρίας πρέπει να αποδείξει ότι έχει πρόγραμμα

του Arthur Sarnoff
Η χώρα χρειάζεται επείγουσα και πραγματική αλλαγή 

Στις 13 Σεπτεμβρίου και στην ΔΕΘ, όπως ανακοινώθηκε, ο Α Τσίπρας θα παρουσιάσει το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την διακυβέρνηση της χώρας. Η στιγμή είναι φυσικά κατάλληλη αφού σύμφωνα με την παραδοχή όλων οι εκλογές και η αλλαγή φρουράς στην διαχείριση της κρίσης δεν είναι μακριά - ίσως και μέσα σε αυτό το φθινόπωρο. 

Το ζήτημα όμως δεν είναι το ξεκίνημα μιας προεκλογικής περιόδου αλλά η σοβαρότητα και η δυναμική του προγράμματος της, καθ όλες τις ενδείξεις, επόμενης κυβέρνησης. Η κρίση δεν ανασχέθηκε με την συνεργασία τρόικας-ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, είμαστε στην χειρότερη δυνατή κατάσταση - στον πάτο του πηγαδιού - και όλοι όλες αναρωτιούνται αν πράγματι υπάρχει ελπίδα εξόδου από το πηγάδι της χρεοκοπίας ή έχουμε χωρίς επιστροφή μεταβληθεί σε μια αποικία χρέους χωρίς παραγωγική μηχανή. Τι σημαίνουν αυτά; Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την τελευταία ελπίδα για αλλαγή πλεύσης. Ότι με τον ερχομό του τελειώνει οριστικά ο πολιτικός κόσμος της μεταπολίτευσης, παλεύοντας για την υστεροφημία του - άνθρωποι που γαλουχήθηκαν πολιτικά στα σαράντα χρόνια της περιόδου αυτής θα κάνουν την τελευταία τους απόπειρα να αποδείξουν ότι καταλαβαίνουν τι πρέπει να αλλάξει σε αυτόν τον τόπο, ποια ήταν τα λάθη της μεταπολίτευσης που αποδείχτηκα μοιραία και τέλος, εάν και κατά πόσον υπάρχει αριστερή εναλλακτική στην διαχείριση της εξουσίας και της κρίσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η τελευταία αναίμακτη εναλλακτική πριν βυθιστούμε πραγματικά στον εμφύλιο που υποβόσκει με σύμβουλο την απόγνωση.

Απέναντι σε μια κρίσιμη κατάσταση υπάρχει πάντα ο αυτόματος πιλότος της πίστης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση πίστης στην Αριστερά - ότι κι αν σημαίνει αυτό σήμερα - ειδικά στην νέα ή ριζοσπαστική αριστερά που έχει τις λύσεις λόγω θεωρητικής επάρκειας: μεγαλύτερη αυταπάτη δεν υπάρχει! Όχι μόνο γιατί οι ψήφοι που θα φέρουν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία δεν είναι "αριστεροί" κατά πλειοψηφία, όχι μόνο γιατί είναι ψήφοι απελπισμένων δεξιών, φιλελεύθερων, κεντρώων και κεντροαριστερών που εύκολα θα διακρίνουν το "μια από τα ίδια", αλλά κυρίως γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να πείσει και πολύ γρήγορα ότι "έχει πρόγραμμα" και "έχει στελέχη" εάν θέλει να μην αποτελέσει την λεγόμενη "αριστερή παρένθεση" που θα είναι και το τέλος της αντίστασης στην ολοκληρωτική παρακμή και περιθωριοποίηση της χώρας.

Απέναντι σε μια κρίσιμη κατάσταση υπάρχει το εφόδιο της κριτικής που αναπτύχθηκε στο πελατειακό σύστημα και το κομματικό κράτος τα χρόνια της κρίσης. Υπάρχουν οι προτάσεις και οι προγραμματικές διεργασίες τόσων και τόσων μελετητών, οικονομολόγων, κινήσεων μεταρρυθμιστών, πετυχημένων υποδειγμάτων κατά τομείς άλλων χωρών, ακόμη και συγκλίσεις σε πολλά θέματα των πραγματικά φιλελεύθερων (όχι νεοφιλελεύθερων ή νεοσυντηρητικών) με τους αριστερούς ρεφορμιστές και τους οικολόγους. Υπάρχουν μάλιστα κομμάτια ολόκληρα ταυτίσεων, τουλάχιστον στα άμεσα μέτρα ανακούφισης και ανασυγκρότησης σε προγραμματικό επίπεδο, ανάμεσα στις διακηρυγμένες θέσεις των προοδευτικών δυνάμεων. Όλα αυτά είναι το έδαφος και η ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει - αυτά, και όχι οι ιδεολογικές διαφορές στην εκκίνηση της σκέψης του καθενός που διεκδικεί να ασκήσει διαχείριση. Φυσικά ο έλεγχος του ποιον τελικά ωφελεί το κάθε μέτρο, όχι μόνο είναι και θα είναι απαραίτητος αλλά και κριτήριο και προϋπόθεση επιτυχίας - εάν η διακυβέρνηση θέλει να είναι προοδευτική δλδ με τους πολλούς και όχι τις αντικοινωνικές "ταξικές" ελίτ (εισαγωγικά στο ταξικές γιατί στην Ελλάδα ελίτ είναι τα παρασιτικά κρατικοδίαιτα στρώματα που έχουν αναπτύξει συμφέροντα γύρω από το κρατικό ταμείο και τα κόμματα σε έναν εκφυλιστικό τριτοκοσμικό καπιταλισμό της εξαρτημένης περιφέρειας).

Ο ΣΥΡΙΖΑ καλά κάνει και βάζει σε διαβούλευση το κυβερνητικό του πρόγραμμα. Θα υποστεί έγκαιρα αυστηρή κριτική από τους καλόπιστους και δαιμονοποίηση από τους άλλους - σε κάθε περίπτωση καλό θα του κάνει κάθε εντοπισμός αντιφάσεων, διγλωσσίας, προχειρότητας, τεχνητής ιδεολογικοποίησης, μη ρεαλισμού. Γνωρίζουμε ήδη ότι έχει προηγηθεί διαβούλευση με φορείς, ομοσπονδίες, επιχειρηματίες, startups συνδέσμους αλλά και συνδικάτα, συντεχνίες ακόμη και την εκκλησία. Είναι ορθό να επιλέγονται προτεραιότητες, συμμαχίες και να αναζητούνται ανοχές από διαφορετικές πολιτικές επιλογές που όμως έχουν έστω πρόσκαιρα κοινά συμφέροντα. Γιατί δεν είναι ώρα ούτε για ιδεολογικούς ρεβανσισμούς ούτε για πειράματα - απαιτείται μεγάλη σοβαρότητα και καθαρές θέσεις που επιτέλους σε αυτήν την χώρα δεν θα είναι μόνο για προεκλογική χρήση.

Τι έχει να προσφέρει η Αριστερά σήμερα; Μπροστά στην ιστορική της ευκαιρία σε αυτήν την χώρα όπου έχασε την πλειοψηφία λόγω εμφυλίου; Έχει διδαχθεί από τα λάθη της, έχει απομακρυνθεί οριστικά από τον δογματισμό, έχει αφομοιώσει ξεκάθαρα τους λόγους αποτυχίας του υπαρκτού μονοκομματικού πολεμικού σοσιαλισμού και του υπαρκτού παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού; Είναι αποφασισμένη να αλλάξει το πελατειακό πρότυπο της κρατικοδίατης οικονομίας που μας ακολουθεί με τακτικές χρεοκοπίες από την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους σαν οθωμανική παρακαταθήκη; Μοιάζουν όλα αυτά υπερβολικά ως απαιτήσεις ή αποτελούν την στοιχειώδη πρόνοια για να μην έχουμε "μια από τα ίδια"; 

Είναι φανερότατο πλέον ότι η κατάσταση απαιτεί αλλαγή υποδείγματος. Μια βελτίωση της κατάστασης των πολιτών σε πρώτη φάση δεν αρκεί για να υπάρχει προοπτική - για να κινητοποιηθεί ο εξαντλημένος, από τα απανωτά χτυπήματα δημοσιονομικής προσαρμογής, πληθυσμός και να συμβάλλει στην "παραγωγική ανασυγκρότηση". Χρειάζεται όραμα - ένα μνημόνιο με τον λαό. Χρειάζονται θεσμοί που να λειτουργούν ...

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Η ταυτότητα της Αριστεράς

Καλύτερο ορισμό του υπερφιλελευθερισμού (νεοφιλελευθερισμού για άλλους) της απορρύθμισης, από αυτόν του σχεδόν 90χρονου Ζίγκμουντ Μπάουμαν, δεν έχουμε ακούσει: (ΑΣ)

"Σήμερα ζούμε σε μια εποχή "απορρύθμισης"
Αυτός ο όρος, φαινομενικά ουδέτερος, του οποίου το πιο φανερό (και πιο έντιμο) συνώνυμο θα μπορούσε να είναι η λέξη «αποδιοργάνωση», αποκρύπτει μια διάχυση της ευθύνης και υποδηλώνει την αντικατάσταση σχετικά προβλέψιμων καταστάσεων από καταστάσεις απρόβλεπτες, σημαδεμένες από αβεβαιότητες, από τον φόβο ενός άγνωστου αύριο κ.λπ. 
Η "απορρύθμιση" συνδέεται με το σύνθημα που προτείνει να γίνει κάθε άνθρωπος κύριος της μοίρας του. Στην πράξη όμως αυτή δεν κάνει κύριους της μοίρας τους παρά μόνον λίγους εκλεκτούς (που με την ευκαιρία γίνονται και κύριοι της μοίρας πολλών άλλων), ενώ εγκαταλείπει τους υπόλοιπους στα καπρίτσια της τύχης."
*Από τον Θανάση Γιαλκέτση και την Εφημερίδα των Συντακτών
Η ακόλουθη συνέντευξη του Πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν δημοσιεύτηκε στο πολωνικό περιοδικό «Kultura Liberalna».
• Κατά τη γνώμη σας ποια Αριστερά θα έχουμε στο μέλλον; Μια Αριστερά συντηρητική στα θέματα των ηθών ή που θα δίνει έμφαση στην αναδιανομή των εισοδημάτων, εχθρική προς την Ευρώπη ή πρωτοποριακή, ριζοσπαστικά οικολογική που θα παλεύει για τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Τίποτα απ’ όλα αυτά. Τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζετε δεν καλύπτουν την πολυπλοκότητα του προβλήματος της Αριστεράς σήμερα. 

Εδώ και πολύ καιρό, έχουμε να κάνουμε με δύο τρόπους οικοδόμησης της Αριστεράς που είναι δυστυχώς και οι δύο εσφαλμένοι. 

Επικρατεί η ιδέα της δημιουργίας μιας Αριστεράς που θα μοιάζει με τη Δεξιά, συνδεδεμένη βέβαια με την επαγγελία ότι εμείς θα κάνουμε καλύτερα αυτό που κάνει η Δεξιά, με περισσότερη αποτελεσματικότητα. 
Παρατηρούμε ότι οι πιο δραστικές πράξεις διάλυσης του κοινωνικού κράτους υπήρξαν το έργο σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων. Οσο η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε προφήτης και ιεραπόστολος της νεοφιλελεύθερης θρησκείας άλλο τόσο ο Τόνι Μπλερ την αναγόρευσε σε κρατική θρησκεία. 
Ο δεύτερος τρόπος οικοδόμησης της Αριστεράς είναι η αντίληψη της συμμαχίας "ουράνιο τόξο". Εκκινούν από την υπόθεση ότι αν κατορθώσουν να συγκεντρώσουν όλους τους δυσαρεστημένους κάτω από την ίδια ομπρέλα, όποια και αν είναι η φύση της δυσθυμίας τους, θα γεννηθεί μια ισχυρή πολιτική δύναμη. Δεν αποτελεί εμπόδιο το ότι, μεταξύ των απογοητευμένων και των αδικημένων, υπάρχουν πολύ σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων και διεκδικήσεων. 
Φανταστείτε μια Αριστερά που αποτελείται από τη μια μεριά από υποστηρικτές του γάμου για όλους και από την άλλη από μια διωκόμενη πακιστανική μειονότητα – είναι μια συνταγή καταστροφής και αδυναμίας. Η αντίληψη της συμμαχίας «ουράνιο τόξο» δεν παράγει παρά τη διάλυση της αριστερής ταυτότητας, την προγραμματική ασάφεια και την παράλυση της «πολιτικής δύναμης» που ήθελε να θεμελιώσει.
• Πάνω σε ποια βάση όμως μπορεί η Αριστερά να θεμελιώσει το πρόγραμμά της; Ο Ζακ Ζιλιάρ, ο οποίος, στο βιβλίο του «Les gauches françaises», 1762-2012, παρουσίασε μια κριτική ανάλυση της κληρονομιάς της γαλλικής Αριστεράς, ισχυρίζεται ότι η Αριστερά σήμερα μπορεί να αναφέρεται το πολύ στην ιδέα της δικαιοσύνης. Δεν μπορεί πλέον να μιλάει για πρόοδο, αφού βλέπει με ανησυχία την τεχνική που είναι η ενσάρκωση της προόδου, ενώ βλέπει με συμπάθεια την οικολογία, η οποία εξ ορισμού τείνει προς τη συντήρηση και όχι προς την αλλαγή.

Η πτώση του κομμουνισμού είχε σίγουρα σημαντική επίδραση στο δυναμικό της Αριστεράς. Επί πολλές δεκαετίες, η "ημερήσια διάταξη" για τον υπόλοιπο κόσμο είχε ήδη οριστεί από το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης του κομμουνισμού, με το πρόγραμμά του για μια άλλη κοινωνία. 

Με ή χωρίς ενθουσιασμό, υποκινούμενος από ένα ένστικτο συντήρησης, αυτός ο υπόλοιπος κόσμος καταπιανόταν με καθήκοντα που περιέχονταν σε αυτό το πρόγραμμα, όπως είναι η πάλη εναντίον της δυστυχίας και της ταπείνωσης, η διεκδίκηση ικανοποιητικής αμοιβής για τον ρόλο της εργατικής τάξης στη διαδικασία δημιουργίας του πλούτου, η πάλη εναντίον των ανισοτήτων και για την κοινωνική δικαιοσύνη, η δωρεάν εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη, οι συντάξεις και η κοινωνική ασφάλιση που προστατεύει τα άτομα από τις κακοτυχίες της ζωής. Πράγμα που διευκόλυνε περισσότερο τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία είχε βρει –παραδόξως- έναν ισχυρό σύμμαχο στον πιο λυσσαλέο εχθρό της, να επιβάλει το κοινωνικό της πρόγραμμα. 
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο "υπόλοιπος κόσμος" υλοποιούσε τα καθήκοντα που επέβαλλε η κομμουνιστική απειλή με επιτυχία πολύ μεγαλύτερη από όσο ο ίδιος ο κομμουνισμός! Σήμερα το φόβητρο του κομμουνισμού δεν υπάρχει πλέον. Επομένως τα προγράμματα βελτίωσης της ανθρώπινης ύπαρξης υποχωρούν. 

Στη σφαίρα της πρακτικής, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ το εξέφρασε λακωνικά και με ακρίβεια λέγοντας: "Δεν υπάρχει καπιταλιστική και σοσιαλιστική οικονομία. Υπάρχει μόνο καλή ή κακή οικονομία"
Με αυτήν την έννοια, οι κυβερνήσεις της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς ανταγωνίζονται για το μεγαλύτερο αξίωμα μεταξύ των πιστών της εκκλησίας του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). 
Στο τιμόνι του κράτους, τα δύο άκρα της πολιτικής βεντάλιας συμφωνούν στο να αναγνωρίζουν την οικονομική ανάπτυξη σαν φάρμακο για όλα τα κοινωνικά δεινά και στο να βλέπουν στην αύξηση της κατανάλωσης ένα κριτήριο της καλής διακυβέρνησης. Τα υπόλοιπα δεν είναι παρά ...
εκλογική προπαγάνδα. 
Με άλλα λόγια, η Αριστερά δεν έχει άλλο πρόγραμμα από το να συναγωνίζεται με τη Δεξιά για το ποιος θα επιταχύνει περισσότερο τη διαδικασία διάλυσης του κοινωνικού ιστού και ποιος θα κερδίσει επομένως τις προσεχείς εκλογές. Δεν τίθεται καθόλου το ζήτημα να δημιουργηθεί μια εναλλακτική λύση σε κοινωνικούς μηχανισμούς που δεν λειτουργούν και που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ανθρώπων.
• Πρέπει επομένως να ενταφιάσουμε την Αριστερά;

Κάθε άλλο. 
Σήμερα η Αριστερά έχει πάντα τη δυνατότητα να διατηρήσει και να εδραιώσει την ταυτότητά της. Αναφέρω εδώ δύο μόνον αρχές που συνδέονται αδιάσπαστα με ένα "όραμα" της Αριστεράς: την ανθρώπινη συνύπαρξη

Η πρώτη είναι η ευθύνη της κοινότητας για όλα τα μέλη της και, πιο συγκεκριμένα, η ευθύνη να εγγυάται την ασφάλεια κάθε μέλους της απέναντι στις κακοτυχίες της ζωής, τις καταστάσεις άρνησης της αξιοπρέπειας, αναπηρίας και ταπείνωσης. Η υλοποίηση αυτής της αρχής ήταν –τουλάχιστον στις προθέσεις του και στην αρχική του μορφή- το μοντέλο της κοινωνίας που αποκαλείται «κράτος πρόνοιας», όπου το ζητούμενο δεν ήταν τόσο η αύξηση του εισοδήματος όσο η εδραίωση, σε μόνιμη βάση, της αλληλεξάρτησης και της συνεργασίας των μελών της κοινότητας, η καθολικότητα του δικαιώματος σε μια κοινωνική αναγνώριση και σε μια αξιοπρεπή ζωή και συνεπώς η κοινωνική αλληλεγγύη. Θα ήταν επομένως πιο σωστό να το αποκαλούμε «κοινωνικό κράτος». 

Η δεύτερη αρχή είναι η αξιολόγηση της ποιότητας μιας κοινωνίας όχι με κριτήριο το μέσο εισόδημα, αλλά με βάση την ευημερία των πιο αδύναμων τομέων της (όπως ακριβώς στην περίπτωση μιας αλυσίδας, της οποίας η αντοχή δεν καθορίζεται από τη μέση αντοχή των κρίκων της, αλλά από την αντοχή του πιο αδύναμου κρίκου της). […] 

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή "απορρύθμισης"
Αυτός ο όρος, φαινομενικά ουδέτερος, του οποίου το πιο φανερό (και πιο έντιμο) συνώνυμο θα μπορούσε να είναι η λέξη «αποδιοργάνωση», αποκρύπτει μια διάχυση της ευθύνης και υποδηλώνει την αντικατάσταση σχετικά προβλέψιμων καταστάσεων από καταστάσεις απρόβλεπτες, σημαδεμένες από αβεβαιότητες, από τον φόβο ενός άγνωστου αύριο κ.λπ. 
Η "απορρύθμιση" συνδέεται με το σύνθημα που προτείνει να γίνει κάθε άνθρωπος κύριος της μοίρας του. Στην πράξη όμως αυτή δεν κάνει κύριους της μοίρας τους παρά μόνον λίγους εκλεκτούς (που με την ευκαιρία γίνονται και κύριοι της μοίρας πολλών άλλων), ενώ εγκαταλείπει τους υπόλοιπους στα καπρίτσια της τύχης
Εγκαταλείποντας τα άτομα στην τύχη τους τα οδηγεί να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Αντί να προάγει την αλληλεγγύη, η κατάστασή τους ευνοεί την αμοιβαία καχυποψία και αντιπαλότητα. 

Σε αυτές τις συνθήκες, που δεν ευνοούν αλλά αντίθετα αποθαρρύνουν τη συλλογική δράση, η Αριστερά αντιμετωπίζει μια μεγάλη πρόκληση: να ανυψώσει την πολιτική -δραστηριότητα που παραμένει τοπική μέχρι σήμερα- σε ένα επίπεδο προβλημάτων που έχουν ήδη παγκόσμιο χαρακτήρα, με τα οποία αναμετριούνται οι σύγχρονοι άνθρωποι. […]

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Υπάρχει δίκαιη λιτότητα; Η περίπτωση της Ισλανδίας (# τι κάνει μια αριστερή κυβέρνηση στην κρίση;)

Επί τω έργω...
Ο υπουργός Οικονομικών της Ισλανδίας από το 2009 ως το 2013 μιλάει στην "ΑΥΓΗ" - Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη*

Στέινγκριμουρ Σίγκφουσον: Η Ισλανδία σώθηκε επειδή είχε αριστερή κυβέρνηση
Είναι ο άνθρωπος που κλήθηκε να μαζέψει τα συντρίμμια της κατάρρευσης των ισλανδικών τραπεζών και που προσπάθησε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών από το 2009 μέχρι το 2013 να ανορθώσει, "σωστά αυτή τη φορά", την ισλανδική οικονομία και να την κάνει να σταθεί πάλι στα πόδια της. Τον συναντήσαμε και μας εξήγησε τι έκανε, τι κατάφερε, γιατί το κόμμα του έχασε τις εκλογές και τι πρέπει να κάνει μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα.
* Η Ισλανδία, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που βρέθηκαν στη δίνη της κρίσης, αρνήθηκε να επωμιστεί το κόστος των τραπεζών. Έξι χρόνια μετά, θεωρείτε ότι η επιλογή αυτή δικαιώθηκε;

Νομίζω είναι υπερβολικό να πει κανείς ότι κάναμε μια ελεύθερη επιλογή, η αλήθεια είναι πως ήταν αδύνατον για την Ισλανδία να διασώσει τον υπερδιογκωμένο τραπεζικό της τομέα, ήταν αδύνατο και δεν το επιχειρήσαμε καν. 
Η Ισλανδία έχει δικό της νόμισμα, είχαμε περιορισμένο αποθεματικό και τα χρέη των τραπεζών ήταν τεράστια, σχεδόν 10 φορές το μέγεθος της οικονομίας μας, και δούλευαν πολύ με το εξωτερικό. Έπρεπε να καταρρεύσουν. 

Το να αφήσουμε τις τράπεζες να πτωχεύσουν ήταν καλύτερο από μια απέλπιδα προσπάθεια να τις σώσουμε. Ωστόσο μην νομίζετε ότι αυτό ήταν εύκολο, παρά την κατάρρευση των τραπεζών, η διαδικασία ήταν κοστοβόρα και συνεχίζει να είναι. Όμως υπάρχουν και άλλες πιο σημαντικές δαπάνες από το να ρίχνεις ατέλειωτα νέα κεφάλαια στο βαρέλι δίχως πάτο των τραπεζών. 
Έπρεπε να ξαναφτιάξουμε από την αρχή τον χρηματοπιστωτικό τομέα και να τον αναχρηματοδοτήσουμε, οπότε ανεξάρτητα από τη χρεοκοπία των τραπεζών η κρίση κόστισε στην Ισλανδία. Ίσως τελικά να ανακάμψουμε πιο γρήγορα διότι έχουμε ξεμπερδέψει με τις ζημιογόνες τράπεζες, έχουμε οικοδομήσει έναν νέο χρηματοπιστωτικό τομέα κατάλληλο για την ισλανδική οικονομία, δύο φορές το μέγεθος του ΑΕΠ, έχουμε ανακεφαλαιοποιήσει τις νέες τράπεζες. 

Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες με την κρίση της Ισλανδίας και την ελληνική ή την ιρλανδική, σε όλες τις περιπτώσεις ο τραπεζικός τομέας αποτελούσε μέρος του προβλήματος, όμως είναι αρκετές και οι διαφορές.

* Πράγματι, υπάρχουν διαφορές. Oι ιδιαιτερότητες της Ισλανδίας (μικρή χώρα με εθνικό νόμισμα) ήταν καθοριστικές για την πορεία την οποία ακολούθησε; Θα μπορούσε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο και κάποια χώρα εντός του ευρώ;

Προφανώς η αντιμετώπιση - αν μια χώρα ανήκει στη ζώνη του ευρώ - θα είναι διαφορετική, καθώς δεν γίνεται να υποτιμηθεί το νόμισμα, ο κίνδυνος είναι η οικονομία να υιοθετήσει το μέτρο προκαλώντας υψηλότερη ανεργία κ.λπ. 

Στην περίπτωση της Ισλανδίας, η υποτίμηση της κορώνας βοήθησε διότι δούλεψε υπέρ της ανταγωνιστικής μας εξαγωγικής βιομηχανίας και απέτρεψε τη μεγάλη άνοδο της ανεργίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η Ισλανδία ήταν τυχερή που είχε μια αριστερή κυβέρνηση από τις αρχές του 2009, στην οποία συμμετείχα ως υπουργός Οικονομικών και η οποία προσπάθησε να έχει ισχυρό κοινωνικό προφίλ σε κάθε μέτρο και να διατηρήσει το ισλανδικό σύστημα πρόνοιας, αυτό που ονομάζουμε σκανδιναβικό μοντέλο.

* Ποιο ήταν το κόστος της κρίσης στην κοινωνία; Tι μέτρα πήρατε για να προστατεύσετε τους χαμηλόμισθους;

Αλλάξαμε το σύστημα φορολογίας δραστικά. Πριν το σύστημά μας - αυτό της δεξιάς περιόδου - ήταν νεοφιλελεύθερο οριζόντιο. 

Φτιάξαμε ένα σύστημα τριών βαθμίδων εισοδήματος, το χαμηλό, το μεσαίο και το υψηλό ώστε να ...

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget