Tου Σλαβόι Ζίζεκ*
Η μεταστροφή του «όχι» στο δημοψήφισμα σε «ναι» στις Βρυξέλλες ήταν ένα σοκ, μια συντριπτική οδυνηρή καταστροφή. Ακριβέστερα, ήταν μια αποκάλυψη και με τις δύο έννοιες του όρου: τη συνήθη, της καταστροφής, και την αρχική, την κυριολεκτική, της φανέρωσης, της κοινοποίησης –το βασικό σημείο ανταγωνισμού, το αδιέξοδο, σαφώς αποκαλύφθηκε.
Πολλοί, όμως, αριστεροί αρθρογράφοι και σχολιαστές (του Γιούργκεν Χάμπερμας συμπεριλαμβανομένου) ερμήνευσαν λανθασμένα τη σύγκρουση μεταξύ της ΕΕ και της Ελλάδας, ως σύγκρουση μεταξύ τεχνοκρατικής αντίληψης και πολιτικής. Η μεταχείριση της ΕΕ προς την Ελλάδα ήταν πολιτική στην πιο καθαρή εκδοχή της, πολιτική τόσο που αντίκειται ακόμη και στο οικονομικό συμφέρον. Άλλωστε το ΔΝΤ, ο σαφής εκπρόσωπος του ψυχρού οικονομικού ορθολογισμού, χαρακτήρισε το σχέδιο διάσωσης ως ανεφάρμοστο.
Εν τέλει, ήταν η Ελλάδα που υποστήριξε τον οικονομικό ορθολογισμό και η ΕΕ που αντιπροσώπευσε το πολιτικο-ιδεολογικό πάθος. Όταν οι τράπεζες και το χρηματιστήριο στην Ελλάδα άνοιξαν ξανά, υπήρξε τεράστια φυγή κεφαλαίου και πτώση των τιμών των μετοχών. Αυτή η κίνηση δεν ήταν σημάδι δυσπιστίας απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απέναντι στα επιβαλλόμενα από την ΕΕ μέτρα, ένα σαφές, ωμό μήνυμα ότι το κεφάλαιο –όπως συνηθίζουμε να το θέτουμε με το σύγχρονο ανιμιστικό όρο και όπως αντιπροσωπεύεται από θεσμούς διακυβέρνησης, όπως το ΔΝΤ- δεν πιστεύει ότι το σχέδιο διάσωσης της ΕΕ μπορεί να εφαρμοστεί.
Βεβαίως, το τραπεζικό σύστημα λατρεύει τη διάσωση, αφού τα περισσότερα από τα χρήματα που δόθηκαν στην Ελλάδα πήγαν στις δυτικές ιδιωτικές τράπεζες, πράγμα που σημαίνει ότι η Γερμανία και οι άλλες ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις δαπανούν τα χρήματα των φορολογούμενών τους για να σώσουν τις δικές τους τράπεζες, οι οποίες έκαναν το λάθος να δώσουν επισφαλή δάνεια. Για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι η Γερμανία επωφελήθηκε τρομακτικά από τη φυγή ελληνικού κεφαλαίου προς τις γερμανικές τράπεζες.
Η κρατική μηχανή
Όταν ο έλληνας πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης δικαιολογούσε την ψήφο του ενάντια στα μέτρα που επιβλήθηκαν από τις Βρυξέλλες, σύγκρινε τη συμφωνία με τη Συνθήκη των Βερσαλιών, μια άδικη διεθνή συμφωνία που εξέθρεψε ένα νέο πόλεμο. Παρότι ο παραλληλισμός του είναι ακριβής, προτιμώ να συγκρίνω τα μέτρα της ΕΕ με τη Συνθήκη Μπρεστ – Λίτοφσκ μεταξύ της Σοβιετικής Ρωσίας και της Γερμανίας, στις αρχές του 1918, με την οποία, προς κατάπληξη πολλών εκ των παρτιζάνων, η κυβέρνηση των μπολσεβίκων υποχώρησε στις εξωφρενικές απαιτήσεις της Γερμανίας. Είναι αλήθεια, η Σοβιετική Ρωσία υποχώρησε, αλλά αυτό της έδωσε το χώρο να αναπνεύσει, για να ισχυροποιηθεί και να περιμένει. Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα σήμερα: δεν είμαστε στο τέλος, η ελληνική συνθηκολόγηση δεν αποτελεί την τελευταία λέξη, για τον απλούστατο λόγο ότι η κρίση θα χτυπήσει ξανά, σε ένα - δυο χρόνια ή συντομότερα, και όχι μόνο στην Ελλάδα.
Η κρατική μηχανή
Όταν ο έλληνας πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης δικαιολογούσε την ψήφο του ενάντια στα μέτρα που επιβλήθηκαν από τις Βρυξέλλες, σύγκρινε τη συμφωνία με τη Συνθήκη των Βερσαλιών, μια άδικη διεθνή συμφωνία που εξέθρεψε ένα νέο πόλεμο. Παρότι ο παραλληλισμός του είναι ακριβής, προτιμώ να συγκρίνω τα μέτρα της ΕΕ με τη Συνθήκη Μπρεστ – Λίτοφσκ μεταξύ της Σοβιετικής Ρωσίας και της Γερμανίας, στις αρχές του 1918, με την οποία, προς κατάπληξη πολλών εκ των παρτιζάνων, η κυβέρνηση των μπολσεβίκων υποχώρησε στις εξωφρενικές απαιτήσεις της Γερμανίας. Είναι αλήθεια, η Σοβιετική Ρωσία υποχώρησε, αλλά αυτό της έδωσε το χώρο να αναπνεύσει, για να ισχυροποιηθεί και να περιμένει. Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα σήμερα: δεν είμαστε στο τέλος, η ελληνική συνθηκολόγηση δεν αποτελεί την τελευταία λέξη, για τον απλούστατο λόγο ότι η κρίση θα χτυπήσει ξανά, σε ένα - δυο χρόνια ή συντομότερα, και όχι μόνο στην Ελλάδα.
Η δουλειά τού ΣΥΡΙΖΑ είναι να προετοιμαστεί για εκείνη τη στιγμή και υπομονετικά να καταλάβει θέσεις και να διαθέτει σχέδιο επιλογών. Η παραμονή στην πολιτική εξουσία σε αυτές τις απίθανες συνθήκες παρέχει τον ελάχιστο χώρο για να προετοιμαστεί το έδαφος για μελλοντική δράση και πολιτική συγκρότηση.
Εκεί ακριβώς εδράζεται το παράλογο της κατάστασης: παρότι το σχέδιο διάσωσης δεν θα δουλέψει, δεν πρέπει να χαθεί η ψυχραιμία και να επιλεγεί η διαφυγή, αντίθετα να ακολουθηθεί μέχρι το επόμενο σημείο έκρηξης. Γιατί; Διότι η Ελλάδα σαφώς δεν ήταν προετοιμασμένη για τη βάρβαρη πίεση της ΕΕ, αλλά την επόμενη φορά πρέπει να είναι.
Εκεί ακριβώς εδράζεται το παράλογο της κατάστασης: παρότι το σχέδιο διάσωσης δεν θα δουλέψει, δεν πρέπει να χαθεί η ψυχραιμία και να επιλεγεί η διαφυγή, αντίθετα να ακολουθηθεί μέχρι το επόμενο σημείο έκρηξης. Γιατί; Διότι η Ελλάδα σαφώς δεν ήταν προετοιμασμένη για τη βάρβαρη πίεση της ΕΕ, αλλά την επόμενη φορά πρέπει να είναι.
Μέχρι σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε χωρίς να ελέγχει πραγματικά το κράτος και τους δύο εκατομμύρια υπαλλήλους του. Η αστυνομία και το δικαστικό σώμα, κυρίως, ελέγχονται από τη Δεξιά και η δημόσια διοίκηση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διεφθαρμένης πελατειακής μηχανής. Είναι αυτή ακριβώς η τεράστια κρατική μηχανή στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται να στηρίξει την απέραντη δουλειά που χρειάζεται η πιθανότητα ενός Grexit ή η ακόμα πιο απαιτητική πιθανότητα της νομισματικής αυτονομίας με παράλληλο νόμισμα παραμένοντας εντός ευρωζώνης –αυτή η τελευταία ήταν η πολιτική που υπερασπίστηκε ο Γ. Βαρουφάκης.
Ένα αγκάθι στην ευρωζώνη
Χρειάζεται, επίσης, να έχουμε στο νου μας ότι το Grexit ήταν το σχέδιο του εχθρού. Υπάρχουν και φήμες ότι ο Σόιμπλε πρόσφερε στην Ελλάδα δισεκατομμύρια για να φύγει από την ευρωζώνη. Αυτό που κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ενοχλητικό για τους ευρωκράτες, είναι ακριβώς το γεγονός ότι πρόκειται για την κυβέρνηση μιας χώρας εντός ευρωζώνης. Σε κείμενό του στο «Open democracy», ο Στάθης Γουργούρης παρατηρεί: «Η διεθνής σημασία αυτού του γεγονότος και η σφοδρότητα με την οποία αντικρούστηκε οφείλεται ακριβώς στην ύπαρξη της Ελλάδας εντός της ευρωζώνης. Ποιος θα νοιαζόταν, τώρα που πια δεν υπάρχει ψυχρός πόλεμος, αν μια αριστερή κυβέρνηση αναδεικνυόταν σε μια μικρή χώρα με τη δραχμή ως νόμισμά της;»
Ένα αγκάθι στην ευρωζώνη
Χρειάζεται, επίσης, να έχουμε στο νου μας ότι το Grexit ήταν το σχέδιο του εχθρού. Υπάρχουν και φήμες ότι ο Σόιμπλε πρόσφερε στην Ελλάδα δισεκατομμύρια για να φύγει από την ευρωζώνη. Αυτό που κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ενοχλητικό για τους ευρωκράτες, είναι ακριβώς το γεγονός ότι πρόκειται για την κυβέρνηση μιας χώρας εντός ευρωζώνης. Σε κείμενό του στο «Open democracy», ο Στάθης Γουργούρης παρατηρεί: «Η διεθνής σημασία αυτού του γεγονότος και η σφοδρότητα με την οποία αντικρούστηκε οφείλεται ακριβώς στην ύπαρξη της Ελλάδας εντός της ευρωζώνης. Ποιος θα νοιαζόταν, τώρα που πια δεν υπάρχει ψυχρός πόλεμος, αν μια αριστερή κυβέρνηση αναδεικνυόταν σε μια μικρή χώρα με τη δραχμή ως νόμισμά της;»
Τι περιθώρια έχει ο ΣΥΡΙΖΑ να κινηθεί, όταν περιορίζεται να εφαρμόζει την πολιτική του εχθρού του; Πρέπει να αποχωρήσει αντί να εφαρμόσει μια πολιτική που είναι ευθέως αντίθετη με το πρόγραμμά του; Μια τέτοια κίνηση είναι πολύ εύκολη. Είναι τελικά μια νέα εκδοχή αυτού που ο Χέγκελ ονόμαζε «όμορφη ψυχή»: η αντιπαράθεση ενός ηθικολόγου που κάνει κριτική στην πραγματικότητα από μια βολική απόσταση, παραβλέποντας το γεγονός ότι είναι μέρος αυτής της πραγματικότητας. Όπως το έθεσε ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται πάνω από όλα να κερδίσει χρόνο και οι δυνάμεις της ΕΕ κάνουν ό,τι μπορούν για να του στερήσουν χρόνο, επιχειρούν να ωθήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ στη γωνία, εξαναγκάζοντας μια γρήγορη απόφαση: είτε πλήρη συνθηκολόγηση (να παραιτηθεί και να ανοίξει το δρόμο για έναν απολίτικο κυβερνητικό εμπειρογνώμονα εθνικής ενότητας) είτε Grexit.
Χρόνο για ποιο πράγμα;
Χρόνο για ποιο πράγμα; Όχι μόνο για να προετοιμαστεί για την επόμενη κρίση. Χρειάζεται να έχουμε πάντα στο νου μας ότι η βασική δουλειά τής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το ευρώ ούτε το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με την ΕΕ, αλλά η ριζική αναδιοργάνωση των από καιρό διεφθαρμένων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα. «Το ασύνηθες πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ», γράφει ο Γουργούρης, «το οποίο δεν θα αντιμετωπιστεί από κανένα άλλο κόμμα στην κυβέρνηση, είναι να αλλάξει τα εσωτερικά θεσμικά πλαίσια σε συνθήκες εξωτερικής θεσμικής επίθεσης» -σχεδόν ό,τι έκανε η ίδια η Γερμανία, στις αρχές του 1800, υπό γαλλική κατοχή.
Χρόνο για ποιο πράγμα;
Χρόνο για ποιο πράγμα; Όχι μόνο για να προετοιμαστεί για την επόμενη κρίση. Χρειάζεται να έχουμε πάντα στο νου μας ότι η βασική δουλειά τής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το ευρώ ούτε το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με την ΕΕ, αλλά η ριζική αναδιοργάνωση των από καιρό διεφθαρμένων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα. «Το ασύνηθες πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ», γράφει ο Γουργούρης, «το οποίο δεν θα αντιμετωπιστεί από κανένα άλλο κόμμα στην κυβέρνηση, είναι να αλλάξει τα εσωτερικά θεσμικά πλαίσια σε συνθήκες εξωτερικής θεσμικής επίθεσης» -σχεδόν ό,τι έκανε η ίδια η Γερμανία, στις αρχές του 1800, υπό γαλλική κατοχή.
Το πρόβλημα που η Ελλάδα αντιμετωπίζει τώρα, γράφει ο Γουργούρης, είναι αυτό της «αριστερής κυβερνησιμότητας». Με άλλα λόγια, η σκληρή πραγματικότητα του τι σημαίνει για τη ριζοσπαστική αριστερά να κυβερνά στον κόσμο του παγκόσμιου κεφαλαίου. Τι δυνατότητες έχει η κυβέρνηση; Οι προφανείς –κοινωνικός εκδημοκρατισμός, κρατικός σοσιαλισμός, απόσυρση από το κράτος και στήριξη στα κοινωνικά κινήματα- δεν είναι αρκετές. Οι πρώτες δύο ανήκουν στην περίοδο πριν τη νέα φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, που ξεκίνησε τρεις δεκαετίες πριν. Πρέπει να αποδεχτούμε ότι η εποχή του κράτους πρόνοιας έχει τελειώσει και ότι η λύση για την Αριστερά δεν είναι να γυρίσει στη χρυσή εποχή της κοινωνικής δημοκρατίας. Όσο για την τρίτη προαναφερθείσα δυνατότητα, η πραγματική καινοτομία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αποτελεί ένα μη κυβερνητικό γεγονός: είναι η πρώτη φορά που ένα κόμμα της δυτικής ριζοσπαστικής αριστεράς –και όχι ένα κομμουνιστικό κόμμα παλαιού τύπου- αναλαμβάνει κρατική εξουσία.
Ολόκληρη η ρητορική, που τόσο αγαπήθηκε από τη νέα αριστερά, της δράσης σε απόσταση από το κράτος, χρειάζεται να εγκαταλειφθεί. Χρειάζεται να αναλάβει όλη την ευθύνη για την ευημερία όλου του λαού και να αφήσει πίσω τη βασική αριστερή «κριτική» στάση της ανέρευσης διεστραμμένης ικανοποίησης στην παροχή εκλεπτυσμένων εξηγήσεων γιατί τα πράγματα έπρεπε να πάρουν το λάθος δρόμο.
Τότε με τανκς, τώρα με banks
Ο Ταρίκ Αλί, στο άρθρο του στον ιστότοπο «London review of books», με τίτλο «Η Ελλάδα προδόθηκε» [www.lrb.co.uk/v37/n15/tariq-ali/diary], γράφει: «Στην αρχή του μήνα γιορτάζανε το “όχι”. Ήταν έτοιμοι να κάνουν κι άλλες θυσίες δοκιμάζοντας τη ζωή έξω από την ευρωζώνη. Ο ΣΥΡΙΖΑ τους γύρισε την πλάτη. Η ημερομηνία 12η Ιουλίου 2015, όταν ο Τσίπρας συμφώνησε στους όρους της ΕΕ, θα αναδειχθεί τόσο απεχθής όσο η 21η Απριλίου 1967.»
Τότε με τανκς, τώρα με banks
Ο Ταρίκ Αλί, στο άρθρο του στον ιστότοπο «London review of books», με τίτλο «Η Ελλάδα προδόθηκε» [www.lrb.co.uk/v37/n15/tariq-ali/diary], γράφει: «Στην αρχή του μήνα γιορτάζανε το “όχι”. Ήταν έτοιμοι να κάνουν κι άλλες θυσίες δοκιμάζοντας τη ζωή έξω από την ευρωζώνη. Ο ΣΥΡΙΖΑ τους γύρισε την πλάτη. Η ημερομηνία 12η Ιουλίου 2015, όταν ο Τσίπρας συμφώνησε στους όρους της ΕΕ, θα αναδειχθεί τόσο απεχθής όσο η 21η Απριλίου 1967.»
Μετά την παραίτησή του, ο Γ. Βαρουφάκης το έθεσε ως εξής: «Στο πραξικόπημα, το όπλο για την κατάλυση της δημοκρατίας ήταν τα τανκς. Αυτή τη φορά ήταν οι τράπεζες. Οι τράπεζες χρησιμοποιήθηκαν από ξένες δυνάμεις για να καταλάβουν την κυβέρνηση. Η διαφορά ήταν ότι αυτή τη φορά καταλάμβαναν όλη τη δημόσια περιουσία.»
Αυτός ο παραλληλισμός μεταξύ 2015 και 1967 είναι πειστικός αλλά ταυτόχρονα και βαθύτατα παραπλανητικός. Πράγματι, τα τανκς κάνουν ομοιακαταληξία με το banks (=τράπεζες), το οποίο σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι εκ των πραγμάτων υπό οικονομική κατοχή, με μειωμένη κυριαρχία και όλες οι κυβερνητικές προτάσεις πρέπει να εγκρίνονται από την τρόικα, πριν πάνε προς ψήφιση στο κοινοβούλιο. Στη σημερινή Ελλάδα, όχι μόνο οι οικονομικές αποφάσεις, αλλά και τα οικονομικά στοιχεία είναι όλο και περισσότερο υπό ...
Αυτός ο παραλληλισμός μεταξύ 2015 και 1967 είναι πειστικός αλλά ταυτόχρονα και βαθύτατα παραπλανητικός. Πράγματι, τα τανκς κάνουν ομοιακαταληξία με το banks (=τράπεζες), το οποίο σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι εκ των πραγμάτων υπό οικονομική κατοχή, με μειωμένη κυριαρχία και όλες οι κυβερνητικές προτάσεις πρέπει να εγκρίνονται από την τρόικα, πριν πάνε προς ψήφιση στο κοινοβούλιο. Στη σημερινή Ελλάδα, όχι μόνο οι οικονομικές αποφάσεις, αλλά και τα οικονομικά στοιχεία είναι όλο και περισσότερο υπό ...


