Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Θεοδωρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Θεοδωρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Δίληµµα πολιτικής - πολιτισµού

Ο δήµαρχος Αθηναίων θριαµβολογεί εν µέσω δυσοσµίας

του Τάκη Θεοδωρόπουλου*

Εδώ και µερικές εβδοµάδες προσπαθώ να εξηγήσω στον εαυτό µου γιατί, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, αισθάνθηκα ανακούφιση µαζί µε κάποια αισιοδοξία όταν πληροφορήθηκα την υποψηφιότητα του Γιώργου Καµίνη στον Δήµο Αθηναίων.

Μπορεί να µέτρησαν οι αναµνήσεις.
Το γεγονός ότι πριν από µερικές δεκαετίες µοιραστήκαµε µαζί τα σχολικά θρανία. Ως γνωστόν οι αναµνήσεις από τα χρόνια εκείνα σε σηµαδεύουν για µια ολόκληρη ζωή κι η µνήµη που ταξινοµεί πρόσωπα και πράγµατα απ’ τον καιρό της εφηβείας σπάνια πέφτει έξω.
Μπορεί να µέτρησε η θητεία του στη θέση του Συνηγόρου του Πολίτη. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να ζητήσω ποτέ τη βοήθειά του, όµως η φήµη της σοβαρότητας και της αποτελεσµατικότητας που συνόδευσε την παρουσία του εκεί, σίγουρα δεν είναι τυχαία.

Εκείνο που σίγουρα µέτρησε περισσότερο απ’ όλα είναι η φυσιογνωµία του, το ύφος του. Εξηγούµαι πάραυτα.
Εχει, νοµίζω, ιδιαίτερη σηµασία για τη δηµόσια ζωή αυτού του τόπου να µπορεί να αναδείξει πρόσωπα που δεν µας ζητούν να τους επιβραβεύσουµε ως πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής για να αποδείξουν πως ό,τι έκαναν ώς σήµερα, καλώς το έκαναν και να µας διαβεβαιώσουν πως θα συνεχίσουν να το κάνουν.
Κοινώς να φτιάξουν τη µηχανή µε τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τη χάλασαν.

Προς Θεού! Δεν εννοώ πως ο Καµίνης συγκαταλέγεται στην πινακοθήκη όσων προστατεύονται από την κρίση µας υπό τη σκέπη του «άφθαρτου». Ως γνωστόν η λέξη «άφθαρτος» συγκαταλέγεται στην κατηγορία των λέξεων που έχουν χάσει τη σηµασία τους. Οταν δεν σηµαίνει «ανύπαρκτος», δεν σηµαίνει απολύτως τίποτε.

Εννοώ πολύ απλά συµπολίτες µας οι οποίοι, όπως ο Γιώργος Καµίνης, έχουν θητεύσει στα δηµόσια πράγµατα του τόπου, δεν τους έχει όµως ώς σήµερα δοθεί η ευκαιρία να διαδραµατίσουν κεντρικό ρόλο.
Πρόσωπα που δεν θεωρούν πως η παράθεση στερεότυπων εκφράσεων είναι η πεµπτουσία της πολιτικής σκέψης, πρόσωπα που δεν συµµερίζονται την άποψη πως ο κυνισµός τού «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» είναι η µόνη δυνατή ηθική στάση στη σηµερινή πανωλεθρία.

Θα µου πείτε πως αυτή ακριβώς η «φυσιογνωµία» είναι και η αδυναµία του.
Ο Καµίνης δεν είναι «αναγνωρίσιµος», δεν είναι τηλεοπτική περσόνα, δεν ξέρει να γαβγίζει µελωδικά στα τηλεπαράθυρα.
Δεν χρειάζεται, νοµίζω, να επισηµάνω το παράδοξο της άποψης: την αδυναµία του την καταλογίζουν τα ίδια ακριβώς Μέσα που κρατούν συστηµατικά ανθρώπους σαν κι αυτόν στο περιθώριο.

Οµως όλα αυτά δεν έχουν τόση σηµασία. Ή µάλλον έχουν σηµασία για όσους ταυτίζουν την πολιτική µε την εκλογοµετρία, για όσους εξακολουθούν να επιµένουν, σε πείσµα της πραγµατικότητας, πως οι όροι της συνύπαρξής µας υπόκεινται στις τεχνικές, και διόλου έντεχνες, πιρουέτες µιας δηµόσιας σκηνής που επιµένει να εµφανίζει τη δική µας πανωλεθρία ως δικό της θρίαµβο.
Σηµασία, πάνω απ’ όλα, έχει πως την Αθήνα την έχουµε µετατρέψει σε πορτρέτο της ήττας µιας ολόκληρης κοινωνίας.
Η Αθήνα είναι µια πόλη που ηττήθηκε από τους ίδιους τους πολίτες της, µια πόλη που δεν είναι πόλη, µια πόλη, κοινώς, που δεν µπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της.

Δεν µε ενδιαφέρει ποιος είναι αρµόδιος για να πετάξει µια και καλή το µηχανάκι που τρέχει µε «χίλια» στο πεζοδρόµιο απειλώντας εµένα που είµαι πεζός.
Δεν µε ενδιαφέρει ποιος είναι αρµόδιος για το παρκαρισµένο 4Χ4 που εµποδίζει τη µητέρα µε το καροτσάκι να περάσει τη διάβαση.
Δεν µε ενδιαφέρει ποιος είναι αρµόδιος για την καταστροφή του κέντρου της πόλης το οποίο, κατ’ ευφηµισµό, ονοµάζουµε «ιστορικό».
Δεν µε ενδιαφέρει ποιος είναι αρµόδιος για το θέαµα των δυστυχισµένων που σέρνονται στα παγκάκια της οδού Τοσίτσα, διψώντας για τη δόση τους.
Δεν µε ενδιαφέρει ποιος είναι αρµόδιος για τους απελπισµένους του κόσµου τούτου που ξέπεσαν στην Οµόνοια.
Δεν µε ενδιαφέρει ποιος είναι αρµόδιος για τις συµµορίες των µαφιόζων που συγκρούονται µπροστά στην είσοδο του Εθνικού Θεάτρου.
Ο καθένας από µας έχει και από µια τέτοια ιστορία να διηγηθεί.
Και στον καθένα από µας τού έχει δοθεί η ευκαιρία να ζήσει το παιχνίδι των αρµοδίων και των αναρµοδίων που ταλαιπωρούν µε το ψοφοδεές τους θράσος τη ζωή σ’ αυτόν τον τόπο.
Ο καθένας από εµάς, που είτε γεννηθήκαµε είτε µεγαλώσαµε, πάντως ζούµε σ’ αυτήν την πόλη και την έχουµε αγαπήσει γιατί στο τοπίο της είναι κατατεθειµένες οι αναµνήσεις της ζωής µας και σ’ αυτό ανήκει η καθηµερινότητά µας.

Δεν µε ενδιαφέρουν οι αρµόδιοι.
Εκείνο που µε ενδιαφέρει είναι ο δήµαρχος που θα εκλεγεί να είναι σε θέση να µοιραστεί µαζί µε εµάς τους υπόλοιπους την ίδια απογοήτευση µπροστά στην πανωλεθρία, να αποδείξει πως έχει συνείδηση της ήττας.
Και όχι να θριαµβολογεί, όπως ο κ. Κακλαµάνης, εν µέσω της δυσοσµίας που ξεσηκώνουν τα σκουπίδια, για την Αθήνα του «Πολιτισµού» – αλήθεια ποιου πολιτισµού;

Γιατί το δίληµµα αυτών των εκλογών δεν είναι µόνον πολιτικό.
Το δίληµµα είναι δίληµµα πολιτισµού.


* O Τάκης Θεοδωρόπουλος είναι συγγραφέας, πηγή: tanea.gr, 25/10/10

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

Ο κακοφορμισμένος εθνικισμός

"Η ελληνική κοινωνία δεν πρόκειται να βγει από την κρίση ασχέτως οικονομικών παραμέτρων- αν δεν καταφέρει να ξεπεράσει τα εθνικιστικά της σύνδρομα. Και σ΄ αυτό το έργο είναι μεγάλη η ευθύνη ενός πνευματικού κόσμου, ο οποίος, κάτι δεκαετίες τώρα, έχει καλλιεργήσει την πολιτισμική υποταγή της ελληνικής κοινωνίας στην ψυχοπαθολογία της «ιδιαιτερότητας» ελληνορθόδοξης ή κομμουνιστικής δεν έχει σημασία, πάντως φοβικής και έτοιμης να εξεγερθεί μπροστά σε όποια πραγματικότητα απειλεί τις αγκυλώσεις της."


του Τάκη Θεοδωρόπουλου*

Είναι απορίας άξιον πώς η μέχρι πρότινος λαλίστατη ελληνορθόδοξη Εκκλησία, τους τελευταίους μήνες έχει περιπέσει σε ένα είδος περιπαθούς σιωπής.

Oι επί παντός του εθνικού απόψεις της έχουν υποχωρήσει σεμνοπρεπώς στο βάθος της σκηνής, σ΄ αυτό το θαμπό φόντο μιας κοινωνίας καταπονημένης που υφίσταται την κρίση αγκομαχώντας, βαρυγκομώντας, ουρλιάζοντας, πλην όμως μη μπορώντας να αρθρώσει δυο κουβέντες γι΄ αυτό που της συμβαίνει. Κοινώς, όσο κι αν φωνάζει, παραμένει άλαλη.

Θα μου πείτε, υπάρχει το Μονόπολι που έπαιξαν ορισμένα επίλεκτα μέλη της πολιτικής τάξης με εκείνον τον επιχειρηματία μοναχό, η κοινώς αποκαλούμενη «υπόθεση Βατοπεδίου». Υπάρχει και το θέμα της τεράστιας περιουσίας της, της φορολόγησής της και, στο βάθος, εκείνο το ζήτημα του διαχωρισμού της από το Κράτος που κάπου το ξεχάσαμε στο ντουλάπι με τα υπόλοιπα άπλυτα. Αλήθεια, πώς είναι δυνατόν να μιλούν όλοι για πλήρη αναδιάρθρωση του κράτους και να μην αναφέρει κανείς το θέμα του διαχωρισμού του από την Εκκλησία;

Ομως το ξέρουμε, το θέμα με την Εκκλησία δεν είναι απλώς πολιτικό ή οικονομικό. Είναι πρωτίστως πολιτισμικό και κοινωνικό. Η ύπαρξή της κουβαλάει αγκυλώσεις αιώνων, ένα εθιμικό δίκαιο σκληρά κοινοτικό, άρα αντιδημοκρατικό, κυρίως όμως υπηρετεί τη διαχείριση μιας ψυχοπαθολογίας που η κρίση τη βοήθησε να απελευθερώσει τα βιαιότερα συμπτώματά της.

Είναι η ψυχοπαθολογία του εθνικισμού, ο ναρκισσισμός της ιδιαιτερότητας, η αφομοίωση της στάσης του αιώνιου θύματος, του κυνηγημένου ήρωα, της αδικημένης μεγαλειότητας που κυριαρχούν στις όποιες κοινωνικές αντιδράσεις, απ΄ τα βυτιοφόρα ώς τους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης. Δυστυχώς η ελληνική ορθοδοξία δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τα φοβικά σύνδρομα που της προκαλεί ο σύγχρονος κόσμος, να αναλάβει, με δυο λόγια, την ευθύνη του παρόντος.

Και απ΄ αυτήν την άποψη το μερίδιο της ευθύνης της για τη σημερινή κρίση είναι μεγάλο. Πόσο ευθύνεται η ελληνική ορθοδοξία για τη μετατροπή της παιδείας μας σ΄ αυτό το φορμαλιστικό καύκαλο που καμία σχέση δεν έχει με την καλλιέργεια; Πόσο ευθύνεται, πολιτισμικά, για τον εκφυλισμό ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού σε τυπολατρική μηχανή, πλήρως αποκομμένη από την πραγματικότητα; Η επίκληση των βυζαντινών χρυσοβούλων ως τίτλων ιδιοκτησίας νομίζω ότι φτάνει για να μετρήσει το μέγεθος της ευθύνης.

Ο εθνικισμός, βέβαια, στην κρίση που περνάμε μοιάζει με ψυχολογική πανάκεια. Και δεν εννοώ τον ακροδεξιό εθνικισμό που κραδαίνουν, ως φάντασμα, μπροστά στα πανικόβλητα μάτια μας οι αμετανόητοι προοδευτικοί και οι αλάθητες εκτιμήσεις τους που πέφτουν πάντα έξω. Εννοώ αυτόν τον εις βάθος εθνικισμό που δεν έχει απαραιτήτως σχέση με την ιδέα του Εθνους, έτσι όπως τον όρισε διαυγέστατα ο Τζορτζ Οργουελ: «Μπορεί να συνδεθεί με μια εκκλησία, ή μια τάξη, ή μπορεί να λειτουργήσει εντελώς αρνητικά, εναντίον του ενός ή του άλλου χωρίς να του χρειάζεται κάτι θετικό στο οποίο να εκφράζει τη νομιμοφροσύνη του».

Λες και είχε στο μυαλό του τη χώρα αυτή όπου, εν έτει 2010, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξακολουθεί να ανεμίζει σημαίες με σφυροδρέπανα και να διεκδικεί την υστεροφημία του θλιβερού τυράννου Ιωσήφ Στάλιν- για να μην πούμε για τη νοσταλγία που τους διακατέχει για το Τείχος του Βερολίνου. Αξίζει να σημειωθεί πως είναι το μόνο Κ.Κ παγκοσμίως, με μόνη εξαίρεση τη Βόρειο Κορέα υποθέτω, που δεν έχει παραδεχθεί ούτε ένα λάθος στην ιστορία του.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως, εδώ και μερικές δεκαετίες, δεν έχει αρθρώσει ούτε μία θετική πρόταση και ότι αντλεί όλο του το αγωνιστικό σφρίγος από την άρνησή του και την εμμονή του στην ανυπακοή. Για όλα φταίνε κάποιοι άλλοι, οι Αμερικανοί, οι Ευρωπαίοι και οι ντόπιοι υπηρέτες τους κατά προτίμηση- οι Εβραίοι, οι παπικοί και οι ουνίτες για το λεξιλόγιο του ελληνορθόδοξου εθνικισμού. Βλέπετε με τι ευκολία ο εθνικιστικός νταλκάς διατρέχει τις πολιτικές αποστάσεις;

Η ψυχοπαθολογία της «ιδιαιτερότητας»

Έχοντας ηττηθεί στρατιωτικά και πολιτικά, έχοντας αποκλεισθεί ιδεολογικά από τον σύγχρονο κόσμο, το ΚΚΕ μετέτρεψε την αποτυχία σε απόλυτο κοινωνικό πρότυπο, και την επιτυχία σε οποιονδήποτε τομέα σε ένα είδος ύποπτης δραστηριότητας με σκοτεινά κίνητρα και ακόμη σκοτεινότερους στόχους.
Σήμερα βέβαια, που οι επιτυχίες των προηγούμενων ετών σωριάζουν πάνω στα κεφάλια μας τα μπάζα τους, το ΚΚΕ μπορεί να αισθάνεται ότι δικαιούται να εισπράξει την υπεραξία των ερειπίων.
Έχει συμμάχους κοινωνικούς και πολιτισμικούς, ασχέτως πολιτικής ένταξης και τοποθέτησης του καθενός.
Έχει καταρχάς με το μέρος του έναν κρατικό μηχανισμό, ο οποίος, σε πείσμα των αποφάσεων της όποιας πολιτικής ηγεσίας, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του προκειμένου να αποτύχουν μεταρρυθμίσεις που συνεπάγονται τον περιορισμό της αυθαίρετης λειτουργίας του.

Η ελληνική κοινωνία δεν πρόκειται να βγει από την κρίση ασχέτως οικονομικών παραμέτρων- αν δεν καταφέρει να ξεπεράσει τα εθνικιστικά της σύνδρομα. Και σ΄ αυτό το έργο είναι μεγάλη η ευθύνη ενός πνευματικού κόσμου, ο οποίος, κάτι δεκαετίες τώρα, έχει καλλιεργήσει την πολιτισμική υποταγή της ελληνικής κοινωνίας στην ψυχοπαθολογία της «ιδιαιτερότητας» ελληνορθόδοξης ή κομμουνιστικής δεν έχει σημασία, πάντως φοβικής και έτοιμης να εξεγερθεί μπροστά σε όποια πραγματικότητα απειλεί τις αγκυλώσεις της.


*ΤΑ ΝΕΑ, 31/7/10

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget