Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζήτηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζήτηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Joseph E. Stiglitz: Γιατί η ανόητη πολιτική είναι η αιτία των οικονομικών μας προβλημάτων

"Ζήτηση, ζήτηση, ζήτηση"

του Joseph E. Stiglitz, νομπελίστα οικονομολόγου*

Το 2014, η παγκόσμια οικονομία παρέμεινε εγκλωβισμένη στο ίδιο τέλμα στο οποίο ήδη είχε βρεθεί από τη στιγμή που ξέσπασε η οικονομική κρίση το 2008. Παρά τη φαινομενικά ισχυρή κυβερνητική δράση σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι δύο οικονομίες υπέφεραν από βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Το χάσμα ανάμεσα στο πού βρίσκονται και στο πού θα μπορούσαν να είναι εάν η κρίση δεν είχε ξεσπάσει είναι τεράστιο. Στην Ευρώπη αυξήθηκε μάλιστα κατά τη διάρκεια του έτους.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες τα πήγαν καλύτερα, αλλά και εκεί τα νέα ήταν ζοφερά. Η μεγαλύτερη επιτυχία των οικονομιών αυτών, έχοντας βασίσει την ανάπτυξή τους στις εξαγωγές, συνέχισε να επεκτείνεται στον απόηχο της ευρωπαϊκής κρίσης, ακόμη κι αν οι αγορές των εξαγωγών τους αντιμετώπιζαν δυσκολίες. Αλλά και οι επιδόσεις αυτών άρχισαν να μειώνονται σημαντικά το 2014.
Το 1992, ο Μπιλ Κλίντον βάσισε την επιτυχημένη του προεκλογική καμπάνια για τον προεδρικό θώκο σε ένα απλό μότο: «Η οικονομία είναι ανόητη». Από μία σημερινή οπτική γωνία, τα πράγματα τότε δεν έδειχναν τόσο άσχημα. Το εισόδημα σε ένα μέσο αμερικανικό νοικοκυριό είναι σήμερα χαμηλότερο. Αλλά μπορούμε να εμπνευστούμε από το παράδειγμα της προσπάθειας Κλίντον. Το αρρωστημένο κλίμα το οποίο ταλανίζει την παγκόσμια οικονομία σήμερα θα πρέπει ίσως να περιγραφεί με δύο απλά μότο: «Είναι η πολιτική, ανόητε» και «Ζήτηση, ζήτηση, ζήτηση».
Η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη σχεδόν σε όλο τον κόσμο η οποία καταγράφηκε το 2014 είναι συνέπεια χειρισμών. Είναι συνέπεια της πολιτικής (politics) και πολιτικών (policies) σε αρκετές μεγάλες οικονομίες - πολιτική και πολιτικές οι οποίες έπνιξαν τη ζήτηση. Όταν η ζήτηση απουσιάζει, επενδύσεις δεν υλοποιούνται και θέσεις εργασίας δεν δημιουργούνται. Είναι τόσο απλό.
Αυτό δεν είναι πουθενά πιο ορατό από ότι είναι στην Ευρωζώνη, η οποία έχει επισήμως υιοθετήσει την πολιτική της λιτότητας - περικοπές στις κυβερνητικές δαπάνες οι οποίες αυξάνουν τις αδυναμίες στις ιδιωτικές δαπάνες. Η δομή της ζώνης του ευρώ μπορεί να κατηγορηθεί εν μέρει για την παρεμπόδιση της προσαρμογής στο σοκ το οποίο δημιουργήθηκε από την κρίση. Εν απουσία της τραπεζικής ένωσης δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα χρήματα τα οποία διέφυγαν αποτέλεσαν χτύπημα για τις χώρες, αποδυναμώνοντας τα οικονομικά τους συστήματα και περιορίζοντας τη δυνατότητα δανεισμού και τις επενδύσεις.
Στην Ιαπωνία, ένας από τους τρεις άξονες του προγράμματος του πρωθυπουργού της χώρας Σίνζο Άμπε για την οικονομική ανάκαμψη άρχισε στη λάθος κατεύθυνση. Η μείωση του ΑΕΠ η οποία ακολούθησε την αύξηση του φόρου κατανάλωσης τον Απρίλιο παρείχε περισσότερα στοιχεία υπέρ των οικονομικών συνταγών του Κεϋνσιανισμού, λες και δεν υπήρχαν πολλά ήδη.
Οι ΗΠΑ εισηγήθηκαν λιγότερες δόσεις λιτότητας και απολαμβάνουν καλύτερη οικονομική απόδοση. Αλλά ακόμη και στις ΗΠΑ υπάρχουν περίπου 650.000 δημόσιοι υπάλληλοι λιγότεροι εν συγκρίσει με την περίοδο πριν την κρίση. Κανονικά θα αναμέναμε να είναι κατά 2 εκατομμύρια περισσότεροι. Ως αποτέλεσμα και οι ΗΠΑ υποφέρουν επίσης με την ανάπτυξη να είναι τόσο αναιμική που οι μισθοί να παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι.
Το μεγάλο μέρος της επιβράδυνσης στις αναδυόμενες οικονομίες και αναπτυσσόμενες χώρες αντικατοπτρίζεται στην οικονομική επιβράδυνση της Κίνας. Η Κίνα είναι σήμερα η μεγαλύτερη οικονομία (σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης - PPP) και είναι εδώ και καιρό εκείνη η οποία συνεισφέρει περισσότερο στην παγκόσμια ανάπτυξη. Ωστόσο, η πιο αξιοσημείωτη επιτυχία της Κίνας έχει δημιουργήσει τα δικά της προβλήματα, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν τώρα παρά αργότερα. 
Η μετάβαση της κινεζικής οικονομίας από την ποσότητα στην ποιότητα είναι ευπρόσδεκτη - σχεδόν απαραίτητη. Και, μολονότι η πάλη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ κατά της διαφθοράς μπορεί να προκαλέσει την περαιτέρω επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, καθώς η παράλυση εμποδίζει την πρόοδο για τα δημόσια έργα, δεν συνίσταται λόγος ο Σι Τζινπίνγκ να τα παρατήσει. Εν αντιθέσει, άλλες δυνάμεις υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση του- εκτεταμένα περιβαλλοντολογικά προβλήματα, υψηλά και αυξανόμενα επίπεδα ανισότητας και η υπεξαίρεση στον ιδιωτικό τομέα, πρέπει να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο ζήλο.
Με λίγα λόγια, η παγκόσμια κοινότητα δεν θα πρέπει να περιμένει την Κίνα να καλύψει την παγκόσμια συνολική ζήτηση το 2015. Αν μη τι άλλο, θα υπάρξει ένα ακόμη μεγαλύτερο κενό να καλύψει. 
Εν τω μεταξύ, στη Ρωσία, μπορούμε να αναμένουμε νέες κυρώσεις από τη Δύση με σκοπό να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη της, με δυσμενείς επιπτώσεις και στην ήδη αποδυναμωμένη Ευρώπη. (Αυτό δεν αποτελεί ένα επιχείρημα ενάντια στις κυρώσεις: Ο κόσμος πρέπει να ανταποκριθεί στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, και οι CEOs στη Δύση οι οποίοι υποστηρίζουν το αντίθετο, προκειμένου να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους, επιδεικνύουν μία ανησυχητική έλλειψη αρχής).
Τα τελευταία έξι χρόνια, η Δύση πιστεύει ότι η νομισματική πολιτική αποτελεί τη λύση. Η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σε τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα και σε ολοένα αυξανόμενο χρέος, και η ανάγκη για απομόχλευση (deleveraging) σημαίνει ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να μείνει στην άκρη.
Το πρόβλημα είναι ότι τα χαμηλά επιτόκια δεν θα αποτελέσουν κίνητρο για τις επιχειρήσεις να επενδύσουν εάν δεν υπάρχει ζήτηση για τα προϊόντα τους. Ούτε τα χαμηλά επιτόκια θα εμπνεύσουν τους πολίτες να δανειστούν ώστε να καταναλώσουν εάν αισθάνονται ανασφαλείς για το μέλλον τους (για το οποίο όντως θα έπρεπε να ανησυχούν). Αυτό που θα μπορούσε να κάνει η νομισματική πολιτική θα ήταν να δημιουργήσει φούσκες αξιών. Θα μπορούσε ακόμη να στηρίξει και τις τιμές των κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη, προλαμβάνοντας έτσι μία κρίση χρέους. Είναι όμως σημαντικό να είμαστε σαφείς: η πιθανότητα οι χαλαρές πολιτικές να αποκαταστήσουν την παγκόσμια ευημερία είναι μηδενική.
Αυτό μας φέρνει πίσω στη συζήτηση για την πολιτική και τις πολιτικές. Η ζήτηση είναι αυτό που χρειάζεται περισσότερο ο κόσμος. Ο ιδιωτικός τομέας - ακόμη και με τη γενναιόδωρη υποστήριξη των νομισματικών αρχών- δεν μπορεί να τη διοχετεύσει. Η δημοσιονομική όμως πολιτική μπορεί. Στη διάθεσή μας έχουμε άφθονες επιλογές για δημόσιες επενδύσεις οι οποίες θα αποφέρουν υψηλά κέρδη - ακόμη μεγαλύτερες αποδόσεις από ότι το πραγματικό κόστος του κεφαλαίου - και αυτό θα μπορούσε να ισχυροποιήσει τους ισολογισμούς των χωρών που τις αναλαμβάνουν.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει ο κόσμος το 2015 δεν είναι οικονομικό. Ξέρουμε τον τρόπο για να δραπετεύσουμε από το αρρωστημένο κλίμα. Το πρόβλημα είναι η ανόητη πολιτική.

*πηγή: huffingtonpost.gr

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Ποιος δεν θέλει το ελληνικό new deal;

του Βαγγέλη Παπαβασιλείου
Είναι θέμα χρόνου το πότε θα αποφασιστεί το κούρεμα του Δημοσίου Χρέους από τις ευρωπαϊκές ελίτ (#εφόσον δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο χώρας που κατάφερε να εξέλθει από μια αθροιστική ύφεση άνω του 23%, χωρίς δημόσιες επενδύσεις και τόνωση της ζήτησης)

Αυτά μας λέει ο Μ.Ζουμπουλάκης στο κείμενο που ακολουθεί: σε μια κεϋνσιανή ανάλυση της κρίσης και της αναγκαιότητας "ολικής επαναφοράς" του παρεμβατικού ρόλου του κράτους με πολιτικές "new deal" (αύξηση των δημοσίων δαπανών για παραγωγικούς σκοπούς) για μια ενεργητική -επιτέλους- αντιμετώπισή της - πέραν των απλοϊκών διλημμάτων μνημόνιο-αντιμνημόνιο που ταλαιπώρησαν την πολιτική σκηνή της χώρας τα προηγούμενα χρόνια αποκρύπτοντας την ανικανότητα του πολιτικού μας συστήματος/κομματικού κράτους - δεσμίου της πελατειακής του φύσης - (αλλά και την μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον ανετοιμότητα της αντιπολίτευσης σε επίπεδο ολοκληρωμένης εναλλακτικής) να αποπειραθεί καν να επιτύχει την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και μια "ολοκληρωμένη διαχείριση" πολιτικών εξόδου από την παγίδα του χρέους:
ΑΣ


Τι έμαθε η Ελλάδα από την κρίση
Και πώς πρέπει να προχωρήσει

του Μιχαήλ Ζουμπουλάκη*

Η ελληνική οικονομία βρέθηκε μετά το 2009 στη μεγαλύτερη κρίση τής ιστορίας της, μεγαλύτερη από αυτήν της δεκαετίας τού 1930, και συγκρίσιμη μόνο με την κρίση που ακολούθησε την πτώχευση του 1893, ως προς την διάρκεια και τις πολιτικές επιπτώσεις της. 

Η διεθνής εμπειρία λέει ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο χώρας που κατάφερε να εξέλθει από μια αθροιστική ύφεση άνω του 23%, χωρίς ενεργητικές πολιτικές που στοχεύουν στην αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης και στην τόνωση της ζήτησης
Αυτό λέει η συνοπτική μας αναφορά στα ιστορικά παραδείγματα των δύο προηγούμενων μεγαλύτερων υφέσεων που γνώρισε το σύστημα, δηλαδή της «Μακράς ύφεσης» του 19ου αι. και της μεγάλης κρίσης τού 1929. Και στις δύο περιπτώσεις οι κυβερνήσεις εφάρμοσαν ενεργητικές πολιτικές εξόδου από την ύφεση.

Η φύση τής ελληνικής κρίσης είναι κυρίως πολιτική και σχετίζεται με τη μακρά παράδοση δύο αιώνων "πελατειακού κράτους". Η κύρια αιτία τής σημερινής κρίσης, το υπέρογκο και μη διαχειρίσιμο δημόσιο χρέος, είναι προϊόν αυτής της στρεβλής σχέσης πολιτών και πολιτικών εκπροσώπων. Η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και η διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτουν τις μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΥΦΕΣΗ (1873-1896)

H οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού ξεκίνησε ως ένα «καθεστώς εκτατικής συσσώρευσης» γιατί, εκτός τής γεωγραφικής εξάπλωσης, στηρίχθηκε στην σταδιακή επιδείνωση των όρων εκμετάλλευσης της εργασίας (επέκταση του χρόνου και της ποσότητας εργασίας). Κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα αντίθετα, παρατηρείται μια εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης του συντελεστή εργασία, με την ραγδαία εκμηχάνιση της παραγωγής. Η εξάντληση των ορίων αυτού του καθεστώτος συσσώρευσης σήμανε την είσοδο της καπιταλιστικής οικονομίας στην πρώτη της «Μακρά Ύφεση» των ετών 1873-1896. Το σύστημα ομογενοποιήθηκε και μέσα στην παθογένεια του, παρουσιάζοντας νέες κρίσεις «καπιταλιστικού τύπου». Σε αντίθεση με τις «κρίσεις παλαιού τύπου» που χαρακτηρίζονται από την έλλειψη αγαθών επιβίωσης λόγω κλιματικών ή πολεμικών καταστροφών, οι νέου τύπου κρίσεις είναι κυρίως κρίσεις υπερπαραγωγής (Βλ. Rosier 1988: 6-7, Bairoch 1997, II: 375 κ.έ.). Οι διακυμάνσεις τής οικονομικής δραστηριότητας δεν περιορίζονται πλέον στα όρια μιας χώρας αλλά θίγουν πρώτα τις ανεπτυγμένες οικονομίες, και κατόπιν τον υπόλοιπο κόσμο. Η περιοδικότητά τους, η γενικότητά τους (σε όλους τους τομείς τής οικονομίας), ο διεθνής τους χαρακτήρας και, τέλος, το γεγονός ότι έχουν ως αφετηρία πάντα μια χώρα που ηγείται στην παγκόσμια οικονομία (Rosier 1988: 20), είναι οι αποδείξεις της ωριμότητας ενός οικονομικού συστήματος που ευημερεί και «υποφέρει» σχεδόν παντού συγχρόνως.

Η «μακρά ύφεση» εγγράφεται στο δεύτερο «κύμα Kondratiev» (στδ: το κυκλικό φαινόμενο της οικονομίας) τής περιόδου 1847-1896 και σήμανε την πρώτη υστέρηση στην τάση συνεχούς ανόδου της παγκόσμιας παραγωγής, με ρυθμούς κάτω από 1%. Η έξοδος από την ύφεση επιτεύχθηκε χάρη στην πλήρη αναδιοργάνωση της διαδικασίας παραγωγής και την άνοδο του προστατευτισμού και της αποικιοκρατίας (Graff κ.ά. 2014: 138). Η περίοδος 1896-1914 δεν είναι μόνον η εποχή τού «ιμπεριαλισμού» αλλά και της μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου και της τεράστιας ανόδου των δασμών. Μεγάλες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, την Γερμανία και την Αγγλία, συγχωνεύθηκαν οριζόντια δημιουργώντας μονοπωλιακά τραστ, ή συγκεντροποιήθηκαν κάθετα ελέγχοντας όλα τα στάδια της παραγωγής, από την πρώτη ύλη μέχρι το τελικό προϊόν, σε ποσοστά που κυμαίνονται στις ΗΠΑ από 50% έως 84% (Dockès-Rosier 1983: 134-5). Συχνά αυτή η συγκέντρωση οδήγησε και στην δημιουργία πολυεθνικών επιχειρήσεων: από τις 60 μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις της δεκαετίας του 1970, οι 31 είχαν ήδη δημιουργηθεί πριν το 1915 (Bairoch 1997, II: 266). Χάρη σε αυτήν την αναδιοργάνωση του κεφαλαίου και της διαδικασίας τής εργασίας, αλλά και χάρη στην κρατική προστασία, το προϊόν τής βιομηχανίας στη ΒΔ Ευρώπη γνώρισε το μεγαλύτερο, μέχρι τότε, ετήσιο ρυθμό ανάπτυξής του (3,5% έναντι 2,2% μεταξύ 1830-1890).

Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΦΕΣΗ ΤΟΥ 1929

Η κρίση τού 1929 ήταν μια πρωτοφανής κρίση υπερπαραγωγής: το οικονομικό σύστημα παρήγαγε μαζικά περισσότερα από όσα μπορούσε να καταναλώσει. Ο υπερβολικός δανεισμός των ευρωπαϊκών οικονομιών από τις ΗΠΑ στην διάρκεια του «Μεγάλου Πολέμου», η πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, η κατάρρευση του «κανόνα τού χρυσού» ή ακόμη και η χρηματιστηριακή φούσκα τής Νέας Υόρκης ήταν σοβαρές αλλά δευτερεύουσες αιτίες ως προς την αδυναμία τού συστήματος να απορροφήσει την άνοδο της παραγωγικότητας μετά το 1920 (Berend 2006: 103 κ.έ., Graff κ.ά. 2014: 207-212). Η κατωφερής σπείρα των οικονομικών και πολιτικών συνεπειών τής διεθνούς κρίσης κατά την δεκαετία τού 1930 είναι πολύ γνωστή: πτώση τιμών –χρεοκοπίες επιχειρήσεων- πτωχεύσεις τραπεζών- πτώση βιομηχανικής παραγωγής- ανεργία. Η μεγαλύτερη κρίση που γνώρισε ως σήμερα το σύστημα εξέθρεψε τους ολοκληρωτισμούς στην Ευρώπη και οδήγησε σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο.

Οι συνέπειες, ωστόσο, της κρίσης δεν ήταν εξίσου δραματικές σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα στις ΗΠΑ, την Αυστρία, την Γερμανία και την Γαλλία, όπου η ύφεση κυμάνθηκε από -20 έως -30%, σχετικά ήπια στη Μεγάλη Βρετανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Ελλάδα, όπου η ύφεση δεν ξεπέρασε το -10%, ενώ άγγιξε απλώς την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Δανία κ.ά. με μείωση του ΑΕΠ μικρότερη του -5% από το 1929 μέχρι το 1938 (Heikinnen στο Psalidopoulos (ed.) 2012: 42). Η πολιτική τού New Deal έφερε 15 μείζονες μεταρρυθμίσεις στις πρώτες 100 μέρες τής προεδρίας Roosevelt το 1933, σε όλους τους τομείς τής οικονομικής δραστηριότητας:

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Για ένα ελληνικό New Deal (#απαραίτητο εδώ και τώρα για την αξιοποίηση των αναπόφευκτων επόμενων αναδιαρθρώσεων του χρέους)



Για την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της ανεργίας, της ύφεσης και του χρέους

του Γιώργου Ιωαννίδη, οικονομολόγου* 
Μας χρειάζεται μία κιβωτός απασχόλησης που θα αποκλιμακώσει άμεσα το ποσοστό ανεργίας, έως ότου αρχίσουν να αποδίδουν οι επενδύσεις, και που ταυτόχρονα θα δώσει ώθηση στην εσωτερική ζήτηση, που και αυτή ευνοεί τις επενδύσεις. Μία κιβωτός απασχόλησης που θα δημιουργήσει δουλειές για τους νέους ανθρώπους. Δουλειές που θα είναι χρήσιμες για την κοινωνία, προωθητικές για την οικονομία και δημιουργικές για τους ίδιους.
Το ζήτημα του χρέους

Είναι κοινή πλέον παραδοχή ότι η υφιστάμενη δομή του ελληνικού χρέους δεν είναι βιώσιμη. Αφενός διότι απαιτούνται πολύ υψηλές δαπάνες εξυπηρέτησης για τα επόμενα δύο έτη (2014-2015), αφετέρου διότι προβλέπονται υπέρογκες δαπάνες για την περίοδο μετά το 2020 (βλ. πίνακα 1). 

Τα παραπάνω οδηγούν στην κοινή παραδοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων ότι απαιτείται κάποιου τύπου αναδιάρθρωση του χρέους. Εάν θα είναι κούρεμα, μετακύλιση ή ό,τι άλλο, είναι μια σημαντική πλην όμως τεχνική συζήτηση.


Όπως και να έχει, οι διεθνείς συσχετισμοί υποδεικνύουν ότι η αναμενόμενη αναδιάρθρωση δεν θα είναι η τελευταία. Το πιο πιθανό είναι ότι το ζήτημα του χρέους θα συνεχίσει να μας απασχολεί για πολλά χρόνια. 

Με αυτό το δεδομένο, η ελληνική κυβέρνηση αντί να επιδιώξει κάποιου τύπου «τελική λύση» –που δεν πρόκειται να έλθει– είναι καλύτερο να στοχεύσει στη μεγιστοποίηση του αναπτυξιακού αποτελέσματος της αναδιάρθρωσης. Δηλαδή, πρέπει να στοχεύσει στην ελαχιστοποίηση των δαπανών εξυπηρέτησής του χρέους κατά την επόμενη πενταετία προκειμένου να απελευθερωθούν πόροι για επενδύσεις και δημιουργία θέσεων εργασίας. Έτσι σε λίγα χρόνια, όταν αισίως η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας θα είναι καλύτερη, η επόμενη κυβέρνηση να μπορέσει να διαπραγματευτεί μια νέα αναδιάρθρωση από καλύτερη θέση.




Πίνακας 1: Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους, 2013-2030
Έτος
Χρεολύσια
(δις €)
Τόκοι
(δις €)
Σύνολο
(δις €)
2013
12,9
5,9
18,8
2014
24,9
6,0
30,9
2015
16,0
5,9
21,9
2016
7,1
6,0
13,1
2017
7,5
6,4
13,9
2018
4,7
6,6
11,3
2019
9,9
6,6
16,6
2020
7,1
6,4
13,4
2021
7,2
11,0
18,1
2022
8,9
24,5
33,4
2023
11,2
17,6
28,7
2024
10,9
13,6
24,5
2025
8,8
9,0
17,8
2026
8,6
8,6
17,2
2027
8,5
8,2
16,7
2028
8,1
7,8
15,8
2029
7,3
7,3
14,6
2030
7,3
6,9
14,2
Πηγή: ΟΔΔΗΧ
Το ζήτημα της ανάπτυξης

Προκειμένου όμως να έλθει η ανάπτυξη πρέπει να αλλάξει και η φυσιογνωμία της οικονομικής πολιτικής. Η ακολουθούμενη πολιτική αντιμετωπίζει δύο σημαντικά προβλήματα. Κατ’ αρχήν, επιδιώκει την παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος μέσα από μία πολιτική λιτότητας χωρίς να δίνει καμία σημασία στις κοινωνικές συνέπειες (ανεργία, ύφεση, φτώχεια), κάτι που καθιστά αυτόματα το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής υφεσιακό και εχθρικό προς την κοινωνία. Κατά δεύτερο λόγο, η ακολουθούμενη πολιτική δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ανεργίας. Τέλος, το κύριο πρόβλημα της κυβερνητικής πολιτικής αφορά τις υπερβολικές εκτιμήσεις ως προς το ύψος των ιδιωτικών επενδύσεων.

Σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες ο κύριος όγκος των επενδύσεων είναι ιδιωτικές επενδύσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν καταβυθιστεί. Όπως βλέπουμε στον πίνακα 2,το ύψος των ιδιωτικών επενδύσεων το 2013 αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στα 17,8 δις ευρώ, έναντι 44,2 δις το 2008 (δηλαδή το τελευταίο έτος πριν την ύφεση). Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν κατά 59,6% και υπολείπονται κατά 136,3% του μέσου όρου των ιδιωτικών επενδύσεων της πενταετίας 2004–2009 που είναι μια περίοδος ήπιας ανάπτυξης.




Πίνακας 2: Εξέλιξη και ποσοστιαία μεταβολή ΑΕΠ και επενδύσεων (2004-2013)
ΣΥΝΟΛΟ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
τιμές
προηγ.
έτους
% μεταβολή
%
ΑΕΠ
τιμές
προηγ.
έτους
%
μεταβολή
%
ΑΕΠ
2008
53,35
-8,1%
24,0%
44,2
-10,1%
19,8%
2009
41,94
-27,2%
18,6%
32,6
-26,3%
14,4%
2010
38,51
-8,9%
17,5%
30,2
-7,4%
13,7%
2011
33,24
-15,9%
16,1%
26,7
-11,5%
12,9%
2012
26,54
-25,2%
13,6%
20,4
-23,6%
10,4%
2013
24,67
-7,6%
13,2%
17,8
-12,5%
9,5%
Μεταβολή
2008-2013
-53,8%
-59,7%
Πηγή: Κρατικοί Προϋπολογισμοί 2008-2013
Βάσει των παραπάνω, απαιτείται να γίνουν όλες οι δυνατές ενέργειες για την υποστήριξη της υπεύθυνης επιχειρηματικότητας και για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, αλλά είναι απολύτως εξωπραγματικό να υποθέσουμε ότι από το 2014 και μετά οι ιδιωτικές επενδύσεις θα ...

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Η "τόνωση της ζήτησης", η "νομοθετική συγκράτηση των μισθών" και άλλοι οικονομικοί μύθοι της κρίσης

*με αφορμή τις απόψεις του Αιμίλιου Ζαχαρέα


του minority opinion

Ενδιαφέρουσα και μεστή θεμάτων η ανάρτηση. Σε ένα δυο σημεία αν μου επιτρέπετε θα σημειώσω μια εναλλακτική και προφανώς μειοψηφούσα άποψη:


1. Η σωτήρια επέμβαση του Ρούσβελτ στην μεγάλη ύφεση του 1929-1940 με την ‘τόνωση’ της ζήτησης

Το γεγονός είναι ότι παρά τις προσπάθειες στην αρχή του Χούβερ και στην συνέχεια του Ρούσβελτ, να τονώσουν την ζήτηση μέσα από την τεχνητή στήριξη των μισθών και των τιμών, η ύφεση κράτησε από το 1929 έως και την έναρξη του Β παγκοσμίου πολέμου. Χαρακτηριστικά, η ανεργία το 1938 ήταν ακόμα στο 19%.
Αντίθετα, στην κρίση του 1920, το ΑΕΠ έπεσε σε ένα χρόνο 17% και η ανεργία ανέβηκε από το 4% στο 12%. Ο τότε πρόεδρος Χάρντινγκ μεταξύ 1920-22 μείωσε τους φόρους και τον κρατικό προϋπολογισμό και αντίστοιχα την δημόσια κατανάλωση κατά 50%. Το 1923 η ανεργία είχε κατέβει στο 2,3% και το ΑΕΠ είχε επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα. Γι’ αυτό και η κρίση του 1920, παρά το ότι ξεκίνησε με πολύ χειρότερους όρους εν σχέση με την κρίση του 1929, δεν έμεινε στην ιστορία, παρά σαν υποσημείωση.
Αντιλαμβάνομαι ότι η μακροοικονομία δεν είναι θετική επιστήμη, οπότε τα συμπεράσματα είναι πάντοτε υποκειμενικά και δεν μπορούν να επικυρωθούν από πειραματικά δεδομένα, αλλά ο ισχυρισμός ότι η κατάσταση της περιόδου 1920-1940 μπορεί να ήταν χάλια αλλά μπορούσε να ήταν και χειρότερη, μου φαίνεται ότι απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που ήδη πιστεύουν στην ορθότητα της θεωρίας, χωρίς να προσθέτει στην αξιοπιστία της θεωρίας καθεαυτής.

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget