της Κατερίνας Επιτροπάκη*
Τα κόμματα που θέλουμε αντανακλούν τις κοινωνίες που επαγγελλόμαστε.
Τα κόμματα που θέλουμε αντανακλούν τις κοινωνίες που επαγγελλόμαστε.
Μέρος της διαφοράς της ανανεωτικής αριστεράς από τα κόμματα της παραδοσιακής αριστεράς είναι ότι δεν έχει στο μυαλό της το μοντέλο της κοινωνίας του «εφηρμοσμένου σοσιαλισμού», με τις δομές, τις ιεραρχίες και εν τέλει τις μεταξύ των μελών της τεράστιες ανισότητες.
Αν η κοινωνία των πολιτών έναντι εκείνης των «κολλητών» είναι ζητούμενο, εξίσου ζητούμενο είναι και το κόμμα των μελών που το λέει και το εννοεί. Σε σύγχρονες και δημοκρατικά ανεπτυγμένες κοινωνίες άλλωστε, ελάχιστο μέλλον έχουν κόμματα συγκεντρωτικά ή αρχηγικά.
Αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη, από μια σειρά απαντήσεων στην ερώτηση: τι κόμμα, άραγε, θέλουμε; Γιατί συχνά, μία μέθοδος να αποτυπώσουμε αυτό που θέλουμε, είναι να προσδιορίσουμε καταρχήν αυτά που δεν θέλουμε.
Η εμπειρία μας από τον προηγούμενο κομματικό φορέα που συμμετείχαμε, τον Συνασπισμό (για όσους κάναμε αυτή τη διαδρομή), μας έδειξε, κατά τη γνώμη μου, δύο βασικούς λόγους για τους οποίους το εγχείρημα απέτυχε:
Αν η κοινωνία των πολιτών έναντι εκείνης των «κολλητών» είναι ζητούμενο, εξίσου ζητούμενο είναι και το κόμμα των μελών που το λέει και το εννοεί. Σε σύγχρονες και δημοκρατικά ανεπτυγμένες κοινωνίες άλλωστε, ελάχιστο μέλλον έχουν κόμματα συγκεντρωτικά ή αρχηγικά.
Αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη, από μια σειρά απαντήσεων στην ερώτηση: τι κόμμα, άραγε, θέλουμε; Γιατί συχνά, μία μέθοδος να αποτυπώσουμε αυτό που θέλουμε, είναι να προσδιορίσουμε καταρχήν αυτά που δεν θέλουμε.
Η εμπειρία μας από τον προηγούμενο κομματικό φορέα που συμμετείχαμε, τον Συνασπισμό (για όσους κάναμε αυτή τη διαδρομή), μας έδειξε, κατά τη γνώμη μου, δύο βασικούς λόγους για τους οποίους το εγχείρημα απέτυχε: