του Τάσου Κρομμύδα*

Δύο είναι οι διαστάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής που την κάνουν να ξεχωρίζει στην πορεία ενοποίησης της Ευρώπης.
Δύο είναι οι διαστάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής που την κάνουν να ξεχωρίζει στην πορεία ενοποίησης της Ευρώπης.
- Κατ’αρχάς έχει ιστορική βαρύτητα το ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, χωρίς όμως τη Βρετανία.
- Εξίσου ιστορική καμπή –αλλά ανησυχητική- είναι το ότι μια τόσο σημαντική συνάντηση για τη διαμόρφωση ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στην κρίση δεν είχε παρά το χαρακτήρα μιας διακυβερνητικής απόφασης, η οποία επικύρωνε τη Γαλλογερμανική συμφωνία που είχε προηγηθεί λίγες μέρες νωρίτερα.
Πρόκειται για εξελίξεις που περισσότερο καταστρέφουν το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, παρά το ολοκληρώνουν. Κυρίως όμως η Σύνοδος φανέρωσε μια τριπλή αποτυχία της στάσης της ΕΕ και των ηγετών της:
- Δεν υπάρχει αξιόπιστη οικονομική στρατηγική. Με αφετηρία την περίπτωση της Ελλάδας, οι ηγέτες της ΕΕ καθιερώνουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τη λιτότητα ως μόνη συνταγή απέναντι στην κρίση. Όμως από μόνοι τους οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί δεν επαρκούν ως οικονομική στρατηγική. Χαρακτηριστικό είναι πως η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, πριν το ξέσπασμα της κρίσης δεν αντιμετώπιζαν σημαντικά ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως με τέτοιους όρους πιθανόν θα ήταν ανέφικτη η επανένωση της Γερμανίας τη δεκαετία του ’90. Μια πραγματική στρατηγική δημοσιονομικής ένωσης θα περιελάμβανε και συντονισμένα μέτρα για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής και θα προχωρούσε σε μια πιο δίκαιη κατανομή βαρών που θα περιλάμβανε και το χρηματοπιστωτικό τομέα και τις πολυεθνικές επιχειρήσεις. Η απουσία αυτή δεν αφήνει περιθώριο στα κράτη μέλη να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους παρά μόνο μέσα από περικοπές δαπανών. Οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της εμμονής στη λιτότητα είναι ήδη εμφανείς: Η Ευρώπη κυλά στην ύφεση και οι ανισότητες εντείνονται.