Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Παρασκευόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Παρασκευόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Οικολόγοι Πράσινοι και το 3ο Μνημόνιο


Αποτιμώντας τον 1 χρόνο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

ΤΑ 5 ΛΑΘΗ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ

του Γιάννη Παρασκευόπουλου*
Η αντίθεση της οικολογίας και του πράσινου κινήματος στον υπερκαταναλωτισμό, είναι γνωστή σε όλους. Λιγότερο γνωστή είναι ίσως η εξίσου ισχυρή πράσινη αντίθεση και στη λογική των πακέτων λιτότητας, που κατεδαφίζουν μεγάλο μέρος της οικονομίας για να επιβάλουν ένα κυνήγι της ανάπτυξης με κάθε τίμημα: ενδεικτικά η Παγκόσμια Χάρτα των Πράσινων απαιτεί διάλυση του ΔΝΤ ή ριζική μεταρρύθμισή του, ενώ οργανώσεις «υπεράνω πάσης υποψίας» όπως το WWF έχουν καταγράψει αναλυτικά τις βαριές περιβαλλοντικές εκπτώσεις των Μνημονίων σε όλο τον Ευρωπαϊκό Νότο.   
Ακριβώς γι’ αυτό, η επαναδιαπραγμάτευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τους δανειστές, εύλογα ενδιέφερε και τον οικολογικό χώρο.

Η αφετηρία και η κατάληξη

Αρχές Ιανουαρίου του 2015, η κρίση στην Ελλάδα συμπλήρωνε ήδη πενταετία.
  • Το πολιτικό σύστημα είχε σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει, με τα «αστικά» κόμματα αποκομμένα από το 60% του εκλογικού σώματος, την Αριστερά να καλύπτει βιαστικά το κενό, αλλά και την κοινωνία να αδυνατεί να φέρει στο προσκήνιο πραγματικά νέα σχήματα και νέες πολιτικές προτάσεις.
  • Η απώλεια αξιοπιστίας και ισχύος των παραδοσιακών ελίτ στην οικονομία και τον πολιτισμό, ελάχιστα είχε ανοίξει το δρόμο για νέες δημιουργικές δυνάμεις.  
  • Στο οικονομικό πεδίο το 1ο και το 2ο Μνημόνιο, σωρευτικά με το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, οδηγούσαν σε απαίτηση για σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 5% επί 20ετία, αλλά και για συμπίεση των πρωτογενών δημόσιων δαπανών σε επίπεδα ανάμεσα στα χαμηλότερα παγκοσμίως. Ο Ι.Στουρνάρας, από το βήμα του 2ου Ελληνοκινεζικού Συνεδρίου στις 18.9.2012 είχε καυχηθεί ότι η Ελλάδα «θα καταστεί διεθνώς μια εκ των χωρών με το μικρότερο ποσοστό δημόσιων δαπανών ως ποσοστό του Α.Ε.Π.»
  • Με δεδομένο ότι καμιά χώρα της ευρωζώνης δεν έχει πετύχει τέτοιες επιδόσεις ούτε καν για ένα χρόνο, οι δεσμεύσεις αυτές αποτελούσαν μάλλον οδικό χάρτη εξόδου από το ευρώ παρά εργαλείο σύγκλισης με την υπόλοιπη ευρωζώνη.
  • Επιπλέον, η εφαρμογή τους είχε εκτροχιαστεί ήδη επί κυβέρνησης Σαμαρά: παρά την καλή χρονιά στον τουρισμό, στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2014 είχαμε απόκλιση 2 δις ευρώ, με πρωτογενές πλεόνασμα μόλις 0,4% του ΑΕΠ έναντι δεσμευτικού στόχου τουλάχιστον 1,5%.

Μια ουσιαστική λοιπόν επαναδιαπραγμάτευση των δεσμεύσεων, αποτελούσε απαραίτητο όρο για να ανασάνει η χώρα και να αποκτήσει στοιχειωδώς βιώσιμη προοπτική.
Πολύ σύντομα, όμως, αντί για ανατροπή ή για χαλάρωση, φθάσαμε σε ένα επιπρόσθετο 3ο Μνημόνιο με ακόμη πιο ασφυκτικούς όρους. Πρακτικά η Ελλάδα βρίσκεται πλέον πολύ εγγύτερα στην Ανατολική Ευρώπη, όπου το 1989-90 είχε εξαερωθεί κάπου 50% της προηγούμενης οικονομίας της χωρίς στη συνέχεια να ανακτηθεί, παρά στον υπόλοιπο Ευρωπαϊκό Νότο που έχασε ένα 10-15%.
Η τελική έκβαση της διαπραγμάτευσης κρίθηκε όντως από το συντριπτικά αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων που δεν άφησε περιθώρια για τίποτε καλύτερο. Ο συσχετισμός όμως αυτός διαμορφώθηκε καθοριστικά από μια σειρά στρατηγικές επιλογές της ελληνικής πλευράς, δρομολογημένες πολύ νωρίτερα, με αδιέξοδα ορατά ήδη από τότε.  

  1. Η απουσία σχεδίου για τη χώρα

Δεδομένου ότι η «ισχυρή Ελλάδα» των Σημίτη-Καραμανλή έχει αμετάκλητα καταρρεύσει από χρόνια, ζωτική προϋπόθεση για κάθε αλλαγή πορείας ήταν η κατάθεση ολοκληρωμένου εναλλακτικού σχεδίου για τη χώρα με συγκεκριμένες προτάσεις για δημοσιονομικά, φορολογική μεταρρύθμιση και φορολόγηση του πλούτου, διαρθρωτικές αλλαγές με διαφορετικό πρόσημο, παρεμβάσεις για ολοκληρωμένο κοινωνικό κράτος και προσιτό κόστος ζωής, αναπροσανατολισμό της πραγματικής οικονομίας, προτεραιότητες για την επαναδιαπραγμάτευση, αλλά και βασικές κατευθύνσεις ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Ένα τέτοιο σχέδιο, συζητημένο διεξοδικά με την κοινωνία, θα ήταν το καλύτερο ανάχωμα και στις πιέσεις για αδιέξοδη λιτότητα. Αν όχι τίποτε άλλο, το 2ο Μνημόνιο είχε αποτύχει ήδη επί Σαμαρά, ενώ ένα αξιόπιστο εναλλακτικό σχέδιο της Αριστεράς θα διασφάλιζε (και για τους δανειστές) μια Ελλάδα με στοιχειώδη δημοσιονομική αυτοδυναμία, που δε θα ξαναζητούσε δανεικά για τρέχουσες δημόσιες δαπάνες.
Η απουσία τέτοιου σχεδίου αποτελούσε όμως στρατηγική επιλογή για το ΣΥΡΙΖΑ, που ήθελε να αποφύγει κάθε εσωτερική τριβή στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο: η εγχώρια Αριστερά αντιμετώπιζε παγίως τα Μνημόνια αποκλειστικά ως «επίθεση» (που απαιτεί κυρίως ενότητα και ισχυρό ΟΧΙ) και καθόλου ως «ομηρεία» που απαιτεί κυρίως εναλλακτικό σχέδιο. Κεντρική λοιπόν προτεραιότητά της ήταν να επικεντρωθεί στη διεκδίκηση ψήφων προκειμένου να κερδίσει την εξουσία και να διαπραγματευθεί η ίδια με τους δανειστές, όχι να θεμελιώσει τη διαπραγμάτευση σε πραγματικά γερό έδαφος.

  1. Η απουσία σχεδίου (και) για την Ευρώπη

Στις ευρωεκλογές του 2014, λίγους μόνο μήνες πριν γίνει πρωθυπουργός στη χώρα μας, ο Αλ. Τσίπρας ήταν ο υποψήφιος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την προεδρία της Κομισιόν. Είχε εκεί την ευκαιρία να καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις για το «τι χρειάζεται να αλλάξει στην Ε.Ε. ώστε να πάψει να λειτουργεί ως μηχανή λιτότητας», να διεκδικήσει καταγραφεί ως δεύτερο  ανερχόμενο πανευρωπαίκό ρεύμα μετά τους ευρωσκεπτικιστές, να κερδίσει το σεβασμό των άλλων Ευρωπαίων ηγετών και να τους θέσει ο ίδιος τα δικά του πολιτικά διλήμματα, να βάλει υποθήκες για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται ΚΑΙ η Ευρώπη: Με δυό λόγια, να οικοδομήσει μεγάλο μέρος από το πολιτικό κεφάλαιο που θα χρειαζόταν λίγο αργότερα στη διαπραγμάτευση.        
Αντί γι’ αυτό, αντιμετώπισε την ευρωπαίκή του υποψηφιότητα απλώς ως διεθνή τιμητική διάκριση για εσωτερική κατανάλωση, που του έδινε πρόσθετους πόντους στη διεκδίκηση της πρωτιάς στις ελληνικές κάλπες. Αντίθετα με τους Πράσινους, που είχαν να παρουσιάσουν ολοκληρωμένη δουλειά με συγκεκριμένες προτάσεις ριζικών αλλαγών για την Ευρώπη και την ευρωζώνη, η Ευρωπαϊκή Αριστερά και ο Αλ. Τσίπρας περιορίστηκαν σε ένα απλό μήνυμα καταγγελίας της λιτότητας. Πανευρωπαϊκά έμειναν έτσι στα ποσοστά του 2009, χωρίς να βάλουν καμιά απολύτως υποθήκη για τις ευρωπαϊκές μάχες που έρχονταν.  

  1. Η μονόπλευρη επικέντρωση στο χρέος

Το αίτημα για εκτεταμένη και μονομερή διαγραφή δημόσιου χρέους, παρουσιάστηκε ως η εναλλακτική λυτρωτική λύση απέναντι στα Μνημόνια και την εξάρτηση από τους δανειστές. Παραγνωρίζοντας ότι σε μνημόνια είχαν εγκλωβιστεί και χώρες με πολύ χαμηλότερο χρέος, απέκτησε ισχυρή συμβολική φόρτιση και ανάλογη προτεραιότητα στη διαπραγμάτευση με τους «θεσμούς». Πρακτικά η προοπτική για κούρεμα εστιαζόταν στο μνημονιακό χρέος προς τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, καθώς το ΔΝΤ εμφανιζόταν ως βασικός δυνητικός σύμμαχος στην προσπάθεια κουρέματος, η Ευρ. Κεντρική Τράπεζα ήταν η μόνη που κρατούσε στη ζωή τις ελληνικές τράπεζες, ενώ τα ομόλογα των ιδιωτών δανειστών είχαν ήδη κουρευτεί με το PSI. Μονομερής όμως διαγραφή του συγκεκριμένου χρέους, θα είχε τις πιο βαριές επιπτώσεις στις ασθενέστερες χώρες: Ισπανία και Ιταλία θα βρίσκονταν αναγκασμένες να ζητήσουν κι αυτές μνημόνια, ενώ στην Ανατολική Ευρώπη χώρες πολύ φτωχότερες από την Ελλάδα θα πλήρωναν για τη δική μας ανάκαμψη. Επιπλέον, το αίτημα αφορούσε δάνεια που δε θα άρχιζαν να αποπληρώνονται πριν το … 2022. Πρακτικά, λοιπόν, θα ήταν ο τέλειος τρόπος να συνασπίσουμε όλη την Ευρώπη εναντίον μας χωρίς το παραμικρό άμεσο όφελος στην αμφισβήτηση της λιτότητας.  
Ακριβώς γι’ αυτό, το επίσημο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε μια (θολή) Ευρωπαϊκή Διάσκεψη για το Χρέος και όχι μονομερή ονομαστική διαγραφή. Τελικά το θέμα του χρέους κατέληξε να τεθεί μόνο ως σύνθημα και διαπραγματευτικό χαρτί, και να αποσυρθεί άτακτα ήδη με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου όπου προβλέπονταν «κατάλληλα πλεονάσματα» για το σύνολο του ελληνικού δημόσιου χρέους. Στην ατζέντα παραμένει πια μόνο η απλή ελάφρυνση, με επιμήκυνση αποπληρωμής και μείωση επιτοκίων.  
Έτσι όμως αχρηστεύτηκε και η μόνη ευκαιρία να διεκδικηθεί, ως πάγιος ευρωπαίκός θεσμός, μια περιοδική αποτίμηση βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους της ευρωζώνης ανά χώρα και ως σύνολο, με αφετηρία το επόμενο ευρωκοινοβούλιο του 2019 (αρκετά έγκαιρα για να προλάβουμε το 2022): σε μια τέτοια θεσμική αποτίμηση, κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις θα μπορούσαν να διεκδικηθούν ως ισότιμες με τις χρηματοοικονομικές.

  1. Η υφεσιακή διαπραγματευτική στρατηγική και η βασική ελληνική αντίφαση

Από τα ισχυρότερα ελληνικά επιχειρήματα στην αρχή της διαπραγμάτευσης, ήταν η υφεσιακή διάσταση του 1ου και του 2ου μνημονίου: οδηγώντας την οικονομία σε συρρίκνωση, τα μέτρα υπονόμευαν τους πόρους που θα χρηματοδοτούσαν (και) την εξυπηρέτηση των δανείων. Η επιλογή όμως για εξαντλητική πολύμηνη διαπραγμάτευση με χρηματοδότηση της χώρας και των δανειακών υποχρεώσεών της αποκλειστικά από εγχώριους πόρους, οδηγούσε σε άτυπη «στάση πληρωμών» στις υποχρεώσεις του κράτους στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και σε δέσμευση των αποθεματικών των δημόσιων οργανισμών. Και τα δύο έφερναν στην οικονομία επιπρόσθετη και εντεινόμενη ύφεση, με ελληνική πια υπογραφή.    
Μια τέτοια υφεσιακή διαπραγματευτική στρατηγική υπογράμμιζε την υποτιθέμενη αποφασιστικότητα της ελληνικής πλευράς, ταυτόχρονα όμως καταβαράθρωνε την αξιοπιστία του πειστικότερου επιχειρήματός της. Παράλληλα άνοιγε επιπλέον «μαύρες τρύπες» στα δημόσια οικονομικά, που οδηγούσαν κατευθείαν ...

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Σκέψεις για το κείμενο των "58"

του Γιάννη Παρασκευόπουλου*
Στον οικολογικό χώρο δεν παρεμβαίνουμε στα εσωτερικά άλλων. Το κείμενο όμως «των 58» απευθύνεται ρητά ΚΑΙ «στον χώρο της πολιτικής οικολογίας», οπότε μας κάνει εκ των πραγμάτων μέρος του διαλόγου.
Πρόκειται σίγουρα για ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία, και της εύχομαι να βρει τον δρόμο της. Πρόσεξα ιδιαίτερα την προτεραιότητα που, πολύ σωστά, δίνει στις ευρωεκλογές, όπου όμως τονίζεται η «κοινή αναφορά στο κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών» και η «ανταπόκριση στο ενωτικό τους κάλεσμα». Όλα αυτά σε μια πρόσκληση που ρητά απευθύνεται στον «χώρο της πολιτικής οικολογίας», αλλά και στο «φιλελεύθερο κέντρο»: στις ευρωεκλογές ο πρώτος συμμετέχει πάντα στους Πράσινους, το δεύτερο στους Φιλελεύθερους, και οι δύο, είναι εκλογικοί ανταγωνιστές των Σοσιαλιστών. Υποστηρίζουν λοιπόν οι «58» ότι οι πανευρωπαϊκές πολιτικές οριοθετήσεις δεν έχουν λόγο ύπαρξης στην Ελλάδα, ή απλώς ο ευρωπαϊκός τους προσανατολισμός είναι τόσο επιφανειακός;

Καίριο ερώτημα είναι λοιπόν, αν η ελληνική κεντροαριστερά έχει καταλάβει τι πραγματικά έχει συμβεί, τόσο στη χώρα όσο και στην ίδια

Μια σειρά κρίσιμα δεδομένα, φοβάμαι ότι δυστυχώς μένουν έξω από το οπτικό της πεδίο:

1. Για την πλειοψηφία των πολιτών, η κεντροαριστερά είναι αυτή που έσπασε το Κοινωνικό Συμβόλαιο της τελευταίας 50ετίας: ότι οι όροι ζωής κάθε πολίτη θα παρουσίαζαν σταθερές προοπτικές βελτίωσης, και ότι σε καμιά περίπτωση δε θα επιδεινώνονταν δραματικά χωρίς κάποιο εξαιρετικό ατομικό συμβάν. Το συμβόλαιο αυτό σίγουρα έπρεπε να εξελιχθεί, καθώς παραγνώριζε επικίνδυνα τη σημασία των συλλογικών αγαθών, του κοινωνικού κράτους, αλλά και του κόστους ζωής. Όχι όμως και χωρίς να μπει κάτι άλλο στη θέση του, με το εισιτήριο π.χ στο λεωφορείο να ακριβαίνει το 2009-2012 περισσότερο από την τιμή της βενζίνης. Αναπόφευκτα, μεγάλο μέρος των πρώην ψηφοφόρων της καταλήγει να την αντιμετωπίζει ως παράταξη προνομιούχων που περιφρουρούν μόνο δικά τους συμφέροντα.

2. Από τη δεκαετία του 1990, η κεντροαριστερά οικοδομούσε μια οικονομία με ημερομηνία λήξης. Ήδη από το 1993-4, οι απευθείας «παροχές» αντικαταστάθηκαν με πολιτικές για εύκολο χρήμα σε όσο γινόταν περισσότερους: χρηματιστήριο, υπερτιμ(ολογ)ημένα Μεγάλα Έργα, ημι-απλήρωτη εργασία μεταναστών, υπεραξίες ακινήτων και οικοδομική έκρηξη, επιθετική στροφή του τραπεζικού τομέα στη στεγαστική και καταναλωτική πίστη. Με ορίζοντα την είσοδο στο ευρώ και τους Ολυμπιακούς, όλη η οικονομία οικοδομήθηκε πάνω στη διαρκή διόγκωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Τέτοια εγχειρήματα, όμως, έχουν εγγενή ημερομηνία λήξης: Η (κατά πολύ ισχυρότερη) Ισπανία με το τριπλό ορόσημο του 1992, εγκλωβίστηκε μετά επί χρόνια σε ανεργία 25%, σχεδόν όσο η σημερινή Ελλάδα. Η κεντροαριστερά (αλλά και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα) δεν διέβλεψαν ποτέ τον αντίστοιχο κίνδυνο. Έτσι η διακυβέρνηση Καραμανλή εξαντλήθηκε σε μια αδιέξοδη προσπάθεια να διατηρήσει τη φούσκα, καταλήγοντας σε έκρηξη δημόσιου δανεισμού.

3. Η περίοδος Σημίτη δεν δικαιώνει καμιά νοσταλγία. Ακόμη και η μετάβαση στο ευρώ έγινε με ισοτιμία που οδηγούσε σε έκρηξη εισαγωγών και με αδιαφάνεια τιμών (αντίθετα π.χ. με τη Γαλλία, που διατήρησε για χρόνια τη διπλή αναγραφή) που οδήγησε σε απώλεια της αίσθησης των τιμών, επιλεκτικό πληθωρισμό και εκτίναξη του κόστους ζωής των ασθενέστερων. Αντί για διοικητική μεταρρύθμιση, δημιουργήθηκαν μεμονωμένοι θύλακες «αποτελεσματικού κράτους». Παράλληλα η ανομία γενικευόταν, από τη διαφθορά και τη διαπλοκή (Τσοχατζόπουλος, Μαντέλης, Τσουκάτος...) μέχρι τη ...

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

"Μια ισχυρή πράσινη παρουσία στην επόμενη Βουλή, θα μας επιτρέψει να λειτουργήσουμε ως καταλύτης για διάλογο και συγκλίσεις"

Το δίλημμα (;) της ακυβερνησίας, και τι άλλους φόβους κρύβει

του Γιάννη Παρασκευόπουλου*

Με εξαίρεση την περίοδο 1989-90, η Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών είχε πάντα αυτοδύναμες μονοκομματικές κυβερνήσεις με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτό φυσικά δεν εμπόδισε τη χώρα να φθάσει σε καταστάσεις που ελάχιστα απέχουν από ακυβερνησία, στον απόηχο μάλιστα της ισχυρότερης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης που είχαμε ποτέ: μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, η κυβέρνηση Παπαδήμου είχε ξεκινήσει με πάνω από 250 βουλευτές.

Το ότι, σε μια τέτοια συγκυρία, επισείεται ο κίνδυνος της… μετεκλογικής ακυβερνησίας, δείχνει ότι μάλλον έχουμε χάσει την ουσία των λέξων. 
Κυβέρνηση εκ των πραγμάτων θα υπάρξει, έστω και μόνο γιατί θα είναι απαγορευτικό το πολιτικό τίμημα για όποιους αναλάβουν την ευθύνη για επαναπροκήρυξη εκλογών σε μια τέτοια συγκυρία. Ζητούμενο όμως δεν είναι τόσο να αποκτήσουμε πρωθυπουργό και υπουργούς, όσο να έχουμε σχέδιο διακυβέρνησης που να μην εξαντλείται στην απλή προσυπογραφή προαποφασισμένων εξελίξεων, και μάλιστα προς το χειρότερο.
Σε αυτές λοιπόν τις εκλογές, οι Οικολόγοι Πράσινοι επενδύουμε σε ευρύτερη ανατροπή του πολιτικού σκηνικού και δηλώνουμε ανοικτοί στη συμμετοχή μας σε ενδεχόμενες νέες μετεκλογικές πλειοψηφίες, ικανές να οικοδομήσουν εναλλακτικές λύσεις και να χαράξουν μια διαφορετική πορεία για τη χώρα.

Με τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, που ακόμη και τώρα κοιτούν να συνεχίσουν ό,τι μπορούν από τις χειρότερες πελατειακές τους πρακτικές, είμαστε εκ των πραγμάτων σε αντίθετες όχθες από άποψη κυβερνητικής φιλοσοφίας. 
Μαζί τους θα μπορούσαμε ίσως να αναζητήσουμε κοινούς τόπους σε επιμέρους θέματα όπως η δίκαιη κατανομή των βαρών, οι διέξοδοι για την ανεργία, η μεταρρύθμιση των πολιτικών θεσμών ή συγκεκριμένοι τομείς περιβαλλοντικής πολιτικής: μέχρι στιγμής, όμως, κανένα από τα δύο αυτά κόμματα δεν έχει δείξει ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο.
Κύριο εμπόδιο σε μια εναλλακτική προοπτική είναι δυστυχώς προς το παρόν το έλλειμμα προτάσεων της Αριστεράς και η απροθυμία των κομμάτων της να συζητήσουν ουσιαστικά μεταξύ τους. Το συμφέρον της χώρας απαιτεί όμως αυτό να αλλάξει, έστω μετεκλογικά. 

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Το "μίνι Μάρσαλ" να μη σπαταληθεί σε αναστήλωση ενός ήδη χρεοκοπημένου οικονομικού μοντέλου

Στο δωμάτιο δεν είναι μόνο ο ελέφαντας

του Γιάννη Παρασκευόπουλου*
Το Μνημόνιο είναι σαν τον ελέφαντα στο δωμάτιο: και να θέλεις, δεν μπορείς να το παραβλέψεις. Αρκετές όμως φορές ο δημόσιος διάλογος μοιάζει να εξαντλείται στην αντιπαράθεση του ΝΑΙ και του ΟΧΙ, σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο στο δωμάτιο.
Με τον τρόπο αυτό ζωτικά ζητήματα που αφορούν την επόμενη μέρα για την οικονομία και την κοινωνία, παραπέμπονται είτε στον αυτόματο πιλότο της τρόικας (και των συμφερόντων που βρίσκουν τρόπο να εισακούονται σε τέτοιους καιρούς) είτε στη συνολική ανατροπή του Μνημονίου

Το παλιό σύνθημα της κ. Παπαρρήγα για "πέντε κόμματα-δυό πολιτικές" έχει πλέον υιοθετηθεί απροκάλυπτα όχι μόνο από την υπόλοιπη αριστερά, αλλά και από τους πιο έγκριτους εκπροσώπους του αστικού κόσμου. 
Εκτός συζήτησης μένουν έτσι η έκταση και το είδος των αλλαγών που πραγματικά χρειάζεται η χώρα, ο βασικός προσανατολισμός της οικονομίας, οι αναγκαίες τομές στους πολιτικούς θεσμούς, τα εργαλεία για τη δίκαιη κατανομή των βαρών που όλοι (;) επαγγέλλονται, οι δυνατότητες ευημερίας σε μια κοινωνία που θα αργήσει πολύ να ξανασυναντηθεί με την αφθονία.
Οι Οικολόγοι Πράσινοι πήραμε από την πρώτη στιγμή καθαρή θέση ΚΑΤΑ του Μνημονίου: Προβάλαμε την εναλλακτική λύση που είχε τότε ομόφωνα σχεδόν εισηγηθεί το ευρωκοινοβούλιο για εγγυήσεις δανεισμού με έκδοση ευρωομολόγων , επισημάναμε την οδυνηρή εμπειρία από τις χώρες που είχαν ήδη δοκιμάσει τις πολιτικές του Δ.Ν.Τ. και το αίτημα της Παγκόσμιας Χάρτας των Πράσινων για κατάργηση ή ριζική μεταρρύθμισή του, επιμείναμε σταθερά ότι άλλο δημοσιονομική εξυγίανση, άλλο επίθεση στην κοινωνική βιωσιμότητα, συμμετείχαμε σε μικρές και μεγάλες μάχες για επιμέρους μέτρα, ξεκαθαρίσαμε ότι με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ βρισκόμαστε σε αντίθετες όχθες από άποψη κυβερνητικής φιλοσοφίας.

Για να αλλάξει όμως πορεία μια χώρα που βρίσκεται ήδη στην κόψη του ξυραφιού, δεν αρκεί η πολιτική καταδίκη του Μνημονίου, οσοδήποτε ισχυρή. 
Δίπλα στη δικαιολογημένη οργή και ανησυχία, χρειαζόμαστε λοιπόν και αντιπροτάσεις πειστικές και συγκροτημένες που θα ανατρέπουν και το επιχείρημα ότι η σημερινή πορεία είναι μονόδρομος.
Ένα τέτοιο εγχείρημα δε μπορεί να είναι υπόθεση ενός μόνο κόμματος
Επιδιώκοντας να είμαστε μέρος της λύσης, με ταυτόχρονες απαντήσεις για την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική όψη της κρίσης, οι Οικολόγοι Πράσινοι την τελευταία διετία έχουμε καταθέσει προτάσεις για:

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Η τρόικα, το εγχώριο πολιτικό σύστημα και η μεταξύ τους σχέση συνενοχής





Ξετυλίγοντας το κουβάρι της Ελληνικής (αν)αξιοπιστίας

του Γιάννη Παρασκευόπουλου*

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται αυτονόητο ότι μπορούν να βάζουν στόχους – πολιτικούς, οικονομικούς, δημοσιονομικούς – και να τους πετυχαίνουν. Οι στόχοι δεν εκπληρώνονται φυσικά όλοι, στις περιπτώσεις όμως που πέφτουν έξω, είναι τουλάχιστον σε θέση να βρουν τι πήγε στραβά: είτε ο στόχος δεν ήταν ρεαλιστικός, είτε έγιναν λάθη στην επιδίωξή του, είτε υπήρξαν απρόβλεπτα δεδομένα που ανέτρεψαν τον προγραμματισμό.

Στα μάτια λοιπόν του μέσου Ευρωπαίου, η εικόνα μας χώρας με συνεχείς και θεαματικές αποκλίσεις στους δημοσιονομικούς της στόχους, όπως η Ελλάδα, εύλογα θεωρείται προβληματική: πόσο αξιόπιστη – και τελικά πόσο «ευρωπαϊκή» – μπορεί να είναι μια χώρα που αποτυγχάνει συνεχώς και που αδυνατεί να εντοπίσει τους λόγους και να διορθώσει την κατάσταση; Την εικόνα αυτή έρχεται να επιτείνει η στρατηγική πιέσεων της τρόικας και να εκμεταλλευθεί ο πολιτικός λαϊκισμός, που φυσικά δεν ανθεί μόνο στη δική μας χώρα.

Η εικόνα αυτή αφήνει φυσικά στη σκιά πλήθος κρίσιμα δεδομένα:

  • Η τρόικα επέλεξε από την αρχή να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις για βαθιά ύφεση και να υιοθετήσει υπεραισιόδοξες προβλέψεις σε βάρος του ρεαλισμού. Στις συνταγές λιτότητας, άλλωστε, η ύφεση επιδιώκεται συνειδητά ως εργαλείο «εξυγίανσης» της οικονομίας, ενώ το Δ.Ν.Τ. έχει και ισχυρή παράδοση να πέφτει έξω σε τέτοιους υπολογισμούς: ενδεικτικά το 2009 στη Λετονία η ύφεση έφθασε στο -17,1% έναντι πρόβλεψης για -5%, ενώ στην Ουγγαρία το -4,6% από -1% που είχε προβλεφθεί.
  • Οι περισσότεροι δημοσιονομικοί στόχοι ήταν στην καλύτερη περίπτωση υπερφιλόδοξοι, στη χειρότερη απολύτως ανέφικτοι εξαρχής. Η αναφορά του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ ότι «ζητούν από την Ελλάδα το αδύνατον» (1) έχει επιβεβαιωθεί πανηγυρικά. Ουσιαστικά η τρόικα μετέφερε στην ελληνική κυβέρνηση τις επιθυμίες των δανειστών και η κυβέρνηση επέλεγε να αποδέχεται παθητικά τα πάντα και στη συνέχεια να αποτυγχάνει να εκπληρώσει οτιδήποτε.
  • Η υπερψήφιση του Μεσοπρόθεσμου αποτελεί σημείο καμπής, καθώς ανέβασε τον πήχη πολύ πέρα από τις αντοχές και τις δυνατότητες της χώρας, και έκανε την εκταμίευση κάθε δόσης πραγματικό θρίλερ. Αντί να αποτελέσει το πέρασμα του κάβου, όπως περίμενε η κυβέρνηση, αποτέλεσε την απαρχή εφιαλτικών εξελίξεων.
Παράλληλα όμως διατηρείται ένα ισχυρό δίχτυ πελατειακής προστασίας και αδιαφάνειας, που κοστίζει πανάκριβα στα δημόσια έσοδα και την ελληνική κοινωνία. Χειρότερο από όλα, η τρόικα έχει πλήρη γνώση και ζητά απλώς… «ισοδύναμα μέτρα» για να καλύπτονται τα κενά.
  • Οι Οικολόγοι Πράσινοι μάταια προτείνουμε συνεχώς από τον Μάιο του 2010 μια σειρά απλά και αποτελεσματικά μέτρα για τον έλεγχο των γκρίζων περιουσιών που σχηματίστηκαν από διαφθορά και φοροδιαφυγή (2), (3).
  • Φορολογική αμνηστία, με τη μορφή περαίωσης, δόθηκε πρόσφατα για δεύτερη φορά παρά τις ρητές συστάσεις οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ (4).
  • Ο πρόσφατος νόμος για τα αυθαίρετα, χαρίζει στους λούμπεν οικιστές πάνω από 10 δις ευρώ πρόστιμα και 3 δις οφειλές στο ΙΚΑ (Θυμηθείτε το τελευταίο, όταν έρθουν τα νέα μέτρα για τις συντάξεις).
  • Επί μήνες η κυβέρνηση επέμενε οι ελληνικές καταθέσεις στο εξωτερικό, για τις οποίες τόσος θόρυβος έγινε στο ευρωκοινοβούλιο, να ελεγχθούν μόνο για φορολόγηση τόκων και όχι για την προέλευση του κεφαλαίου τους.
  • Στο Μεσοπρόθεσμο προεξοφλείται ότι τα έσοδα από περιστολή της φοροδιαφυγής μέχρι το 2015 θα είναι μόλις 3,5% των προγραμματισμένων εσόδων από το σύνολο των νέων φόρων και περικοπών.
Δημιουργείται έτσι για την Ελλάδα ένα τεχνητά διογκωμένο κενό αξιοπιστίας, που κινδυνεύει δυστυχώς να θεωρηθεί δεδομένο χωρίς να είναι. Τα πράγματα θα μπορούσαν σίγουρα να είναι διαφορετικά:
  • Αν δεν υπήρχε η σχέση συνενοχής ανάμεσα στην τρόικα και το εγχώριο πολιτικό σύστημα, που πολλαπλασιάζει το ήδη βαρύτατο κόστος του Μνημονίου.
  • Αν η αναζήτηση συναινέσεων επικεντρωνόταν στο διάλογο για το τι θυσίες μπορεί πραγματικά να αντέξει η χώρα, με τι επιμερισμό των βαρών και με ποιες «κόκκινες γραμμές» στα θέματα των δημοσιονομικών στόχων, των περικοπών και των ιδιωτικοποιήσεων, αντί για τον επιμερισμό του πολιτικού κόστους σε ήδη προαποφασισμένες πολιτικές.
  • Αν η κυβέρνηση και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα είχαν τις ηθικές προϋποθέσεις να απευθυνθούν όχι μόνο στα κέντρα αποφάσεων αλλά και στην κοινή γνώμη των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, μεταφέροντάς τους και την ελληνική οπτική για την κρίση και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη.
  • Αν οι πολιτικές δομές της Ευρώπης δεν εξακολουθούσαν να λειτουργούν σε διακυβερνητικό (και όχι ομοσπονδιακό) επίπεδο, με τον εγχώριο λαϊκισμό κάθε χώρας να είναι σε θέση να οδηγήσει ανά πάσα στιγμή σε σοβαρές θεσμικές εμπλοκές.
Σε μια συγκυρία λοιπόν όπου η διέξοδος στο «ελληνικό πρόβλημα» εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την αλλαγή προσανατολισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι σημαντικό να μην αφήσουμε να συνεχιστούν τα παιχνίδια με την αξιοπιστία της χώρας. Είναι η ώρα να αναδείξουμε τις εγχώριες και διεθνείς πολιτικές ευθύνες, να ανατρέψουμε τα πελατειακά βαρίδια του πολιτικού συστήματος και, κυρίως, να θέσουμε τις βάσεις για μια διαφορετική, βιώσιμη πορεία.


*Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος είναι μέλος του Πανελλαδικού Συμβουλίου των Οικολόγων Πράσινων
*πηγή: ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

(1) http://www.oikologoiprasinoi.eu/index.php?option=com_content&view=article&id=329:l-----r&catid=11:press-releases&Itemid=23

(2) http://www.ecogreens-gr.org/cms/index.php?option=com_content&view=article&id=1937:6--------------------&catid=7:economy&Itemid=22

(3) http://www.ecogreens-gr.org/cms/index.php?option=com_content&view=article&id=1935:2011-03-23-19-01-46&catid=7:economy&Itemid=22

(4) ΟΟΣΑ, ετήσια επισκόπηση 2009 για την ελληνική οικονομία, σελ. 14.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Worst of both worlds: συνδυάζοντας τα δεινά του μνημονίου με εκείνα του λαϊκισμού


του Γιάννη Παρασκευόπουλου*


Η φράση του τίτλου δύσκολα μεταφράζεται στα ελληνικά. Αναφέρεται σε ασύμβατες καταστάσεις, για να δηλώσει τη χειρότερη δυνατή εκδοχή: όταν, δηλαδή, καταλήγουμε να έχουμε τα δεινά και των δύο.
Θεωρητικά, το «μνημόνιο» και η πελατειακή πολιτική δεν είναι συμβατά:
Οι συνταγές του «διεθνούς νομισματικού ταμείου» (ΔΝΤ) και οι «θεραπείες-σοκ» στηρίζονται στη μέγιστη δυνατή δέσμευση πόρων, προκειμένου να έχουμε πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και ικανοποιημένους δανειστές.
Η πελατειακή πολιτική εστιάζει, αντίθετα, στη μέγιστη δυνατή αυθαίρετη διασπάθιση οικονομικών, κοινωνικών και φυσικών πόρων προκειμένου να έχουμε ικανοποιημένους ψηφοφόρους και υποστηρικτές.

Στα πρώτα λοιπόν βήματα της κρίσης, σημαντικό μέρος της κοινωνίας δέχθηκε να δώσει πίστωση χρόνου στο «μνημόνιο» αγνοώντας την εμπειρία ανάλογων συνταγών σε άλλες χώρες και θεωρώντας το κατά βάση μηχανισμό εξυγίανσης, έστω και βίαιης. 

Οι διαρκείς αναφορές του πρωθυπουργού στη διαφάνεια, το περίφημο σύνθημα «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», το -ξεχασμένο πια- «κίνημα των αποδείξεων», έπειθαν αρκετούς ότι τουλάχιστον η χώρα αφήνει πίσω τα χειρότερα.
Ταυτόχρονα όμως, με τη σταδιακή ανάδυση της αποτυχίας των μέτρων, ερχόταν στο φως η διαιώνιση των χειρότερων πελατειακών πρακτικών. 

Η φορολογική περαίωση του περασμένου φθινοπώρου καταγράφτηκε ως πραγματιστικός συμβιβασμός, η εξέγερση όμως των βουλευτώνγια το νομοσχέδιο για τις περιοχές «νατούρα» και τους όρους δόμησης στις προστατευόμενες περιοχές, έδειξε ότι στη νέα κατάσταση τα ρουσφέτια θα γίνονται πια «σε είδος».

Η φοροδιαφυγή και η τρόικα που τρίβει τα μάτια της

Στο μεταξύ, η φοροδιαφυγή συνέχιζε ανεξέλεγκτη, και οι εμπειρογνώμονες της τρόικας έτριβαν τα μάτια τους. Σε όλες τις εμπειρίες τους από άλλες χώρες, η είσπραξη των δημόσιων εσόδων είχε βελτιωθεί θεαματικά, στην Ελλάδα όμως φαινόταν να συμβαίνει κάτι διαφορετικό.
Το «κάτι διαφορετικό» που δεν έβλεπε (ή δεν ήθελε να δει) η τρόικα, ήταν η ασπίδα προστασίας για τις «γκρίζες περιουσίες» από φοροδιαφυγή και διαφθορά: η διασταύρωση των φορολογικών δηλώσεων με στοιχεία όπως το πρώτο και το τελευταίο «πόθεν έσχες», οι μεταφορές καταθέσεων στο εξωτερικό ή τα αρχεία με τις παραβιάσεις για τους ημιυπαίθριους,μπορούσε να «ξεκλειδώσει» χιλιάδες περιπτώσεις και να στείλει ηχηρό μήνυμα προς την κοινωνία. 

Μάταια οι «οικολόγοι-πράσινοι» (ΟΠ) τη ζητήσαμε επανειλημμένα, δημόσια αλλά και προσωπικά στον προηγούμενο υπουργό οικονομικών: προφανώς υπήρχαν φόβοι για το ποιοι μπορεί να αποκαλύπτονταν σε μια τέτοια λίστα.
Ειδικά με τις καταθέσεις στο εξωτερικό, χαρακτηριστική είναι η δήλωση του υφυπουργού κ. Παντελή Οικονόμου ότι, όσες επαναπατριστούν, δεν θα ελεγχθούν φορολογικά, σε αναγνώριση του... πατριωτισμού των δικαιούχων τους. Είχε προηγηθεί ευρωπαϊκός σάλος με την παρέμβαση Κον Μπεντίτ (Cohn Bendit) στο ευρωκοινοβούλιο και το «πράσινο φως» του κ. Μπαρόζο (Barroso) να δοθούν τα στοιχεία
.
Ανεξάρτητες μελέτες της «εθνικής» και της «άλφα μπανκ» εκτιμούν ως απόλυτα εφικτή την άντληση 7.5-9 δις ευρώ τον χρόνο από περιορισμό της φοροδιαφυγής (συνολικά 30-36 δις για το διάστημα 2011-15), ποσά απολύτως συγκρίσιμα με τα 28 δις επιπλέον φόρων και περικοπών του μεσοπρόθεσμου
Πρακτικά δηλαδή οι αιματηρές αυτές θυσίες καλύπτουν απλώς τα κενά που δημιουργεί η ανοχή προς τη φοροδιαφυγή.
Με την περαίωση, η ασυλία της φοροδιαφυγής επικυρώνεται και νομικά. 
Για τους συνεπείς φορολογούμενους η περαίωση αποτελεί άτυπο και παράνομο κεφαλικό φόρο, για τους πραγματικούς φοροφυγάδες ένα μικροέξοδο για το ξέπλυμα. 
Για όσους λοιπόν δεν είχαν επωφεληθεί από την προηγούμενη περαίωση, το τωρινό πολυνομοσχέδιο του κ. Βενιζέλου έρχεται κάτω από τη μύτη της τρόικας να προσφέρει μια νέα ευκαιρία.

«Η περαίωση είναι σαν τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων»...

Η παλιότερη αυτή δήλωση των OΠ φαίνεται ότι τελικά γύρισε μπούμερανγκ, καθώς έχουμε πλέον και τα δύο, με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ να ανταγωνίζονται για τη νομιμοποίηση των πληγών στο περιβάλλον και την ευρύτερη δυνατή «λαϊκή συμμετοχή» στη λεηλασία της χώρας.
Εντυπωσιακότερο όμως είναι ότι έχουν πείσει και την τρόικα να δεχθεί τη διαγραφή δισεκατομμυρίων ευρώ από ήδη προβλεπόμενα πρόστιμα. Το κέρδος για την εκλογική πελατεία της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των αυθαιρετούχων, είναι διπλό: με κλάσμα του ποσού που θα πληρωνόταν παράλληλα με την κατεδάφιση, διασφαλίζει τώρα κανείς και τη νομιμοποίηση. Ο κ. Ψωμιάδης είχε καθαιρεθεί δικαστικά για ανομίες πολύ μικρότερου βεληνεκούς.

Κραυγαλέα περίπτωση σύγκλισης των δύο μεγάλων (;) κομμάτων αποτελεί και η αναστολή του «πόθεν έσχες» από τα κεφάλαια για αγορά ακινήτων, ώστε μαύρο χρήμα και οικοδομή να ξαναβρούν τον παραδοσιακό τους ρόλο ως «στυλοβατών» της οικονομίας και του πολιτικού συστήματος.
Ο θεσμός της επιφάνειας, στον εφαρμοστικό νόμο του μεσοπρόθεσμου, θεσπίστηκε σε κενό πολιτικού διαλόγου χωρίς εγγυήσεις ή περιορισμούς στην εφαρμογή του. Ο σχεδιασμός ταιριάζει γάντι και με την «τακτοποίηση» των καταπατητών, που θα μπορούν να αποκτούν με συμβολικό αντίτιμο εμπράγματα δικαιώματα στη δημόσια γη που τους ενδιαφέρει.
Οι περικοπές του μεσοπρόθεσμου διαμορφώνονται με βάση τις διασυνδέσεις κάθε τομέα. Αν οι συνολικές περικοπές στην υγεία είναι τετραπλάσιες από ό,τι στην άμυνα, είναι γιατί τις τελευταίες προστάτευσε αποτελεσματικά ο κ. Βενιζέλος σε συνεργασία με τον κ. Σαμαρά.

Ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ: αν το πολιτικό σύστημα αφεθεί να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο, στο τέλος την κρίση θα πληρώσουν μόνο όσοι... δεν έχουν κτίσει αυθαίρετο ή δεν έχουν κλέψει την εφορία. 
Η τρόικα έχει έτσι κι αλλιώς τη λογική των «ισοδύναμων μέτρων», απαιτώντας από άλλες πηγές τις διαρροές των εσόδων της. 
Αποτελεί όμως πραγματική τραγωδία ότι, από το «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», περάσαμε στο «επιβραβεύουμε ό,τι χειρότερο», καθώς απαξιώνεται στη συνείδηση της κοινωνίας και η ανάγκη ουσιαστικών αλλαγών.
Σε εποχές που η αγοραστική μας δύναμη συμπιέζεται, τα συλλογικά αγαθά έχουν ζωτική σημασία για να μη χειροτερέψει κι άλλο η ζωή μας και για να μπορέσει κάποια στιγμή να σταθεί ξανά η χώρα στα πόδια της. 
Ας μην τα αφήσουμε να συνθλιβούν ανάμεσα στον οδοστρωτήρα του «μνημονίου» και τον λαϊκισμό ενός ετοιμόρροπου πολιτικού συστήματος.


*Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος είναι στέλεχος των «οικολόγων πράσινων» -  το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι και στην Προοδευτική Πολιτική


Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Συνέντευξη του Γιάννη Παρασκευόπουλου, εκπροσώπου τύπου των Οικολόγων Πρασίνων στην Αριστερή Στρουθοκάμηλο

Μία μέρα πριν την έναρξη των εργασιών του ιδρυτικού συνεδρίου του νέου κόμματος της Αριστεράς (και της Οικολογίας, ελπίζουμε), δημοσιεύουμε συνέντευξη του Γ. Παρασκευόπουλου, ενός εκ των δύο εκπροσώπων τύπου των Οικολόγων Πρασίνων, ελπίζοντας να συμβάλλουμε σε μια κατατοπιστικότερη εικόνα για το τι είναι και τι θέλουν οι ΟΠ και τι σχέση μπορεί να έχουν με το νέο οικο-αριστερό κόμμα που ξεκινά και επισήμως την Κυριακή, μετά από μια εννεάμηνη εμπειρία αυτόνομης ύπαρξης ως Δημοκρατική Αριστερά. Σκοπός της συνέντευξης και ευχή μας όπως και του Γ.Π. (όλων, παλιών συντρόφων της ΕΚΟ), μαζί με τις ευχές του για το συνέδριο, είναι να φανεί χρήσιμη στην συνέχιση ενός διαλόγου που έχει ανοίξει ανάμεσα στους δύο, συγγενείς πολιτικά, χώρους.
Τις ερωτήσεις επιμελήθηκαν η Βασιλίκα Σαριλάκη και ο Γιώργος Παπασπυρόπουλος.



1. Νομίζεις ότι η εξέλιξη του χώρου από την ΕΚΟ μέχρι σήμερα (οικολόγοι εναλλακτικοί, πράσινη πολιτική, οικολόγοι πράσινοι) έχει προσφέρει ένα σαφές και διακριτό πολιτικό στίγμα και πως αποτυπώνεται αυτό; Έχει δώσει και ποιες απαντήσεις που να κάνουν τους ΟΠ σήμερα κάτι παραπάνω από ένα θεματικό κόμμα;

Βασική διαφορά με τη δεκαετία του ’80 και την Εναλλακτική Κίνηση Οικολόγων (Ε.Κ.Ο.), είναι ότι ξέρουμε πια τη διαφορά ανάμεσα σε πολιτικό φορέα, κίνημα και Μ.Κ.Ο. και δεν προσπαθούμε πια να είμαστε και τα τρία: με τις περιβαλλοντικές οργανώσεις και με τα κινήματα, επιδιώκουμε συνέργειες και όχι αλληλοεπικάλυψη.
Από τα πρώτα εκείνα χρόνια έχουμε κρατήσει μια ισχυρή διάθεση αμφισβήτησης, μαζί με τη δέσμευση σε αξίες όπως η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η ειρήνη. Προσπαθούμε όμως να επανασχεδιάσουμε την πολιτική με βάση τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η οικολογική κρίση και η ανάγκη για υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων για όλους.
Από την άποψη αυτή οι Πράσινοι δεν είμαστε ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο θεματικό κόμμα από την Αριστερά που δίνει ανάλογη κεντρική σημασία στην Κοινωνική Δικαιοσύνη, την παραδοσιακή Δεξιά που βάζει στο επίκεντρο το Νόμο και την Τάξη, ή τους φιλελεύθερους που επιλέγουν ως πρόταγμα την ατομική ευημερία και την ανάπτυξη.

2. Ποιες είναι σήμερα οι οικολογικές προτεραιότητες κατά τους ΟΠ και ποια η ιεράρχησή τους σε σχέση με τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα;

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget