Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταγωνιστικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταγωνιστικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Η μόνιμη λιτότητα είναι αυτή που εμποδίζει την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας

Η υποτιθέμενη "θεραπευτική αγωγή" για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητος της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να αποδίδει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα: το εργασιακό κόστος έχει συμπιεστεί όσο δεν γίνεται, οι κοινωνικές παροχές το ίδιο, οι δημόσιες δαπάνες έχουν δραματικά περικοπεί, όμως εξ αυτών η διεθνής θέση της χώρας δεν βελτιώνεται, αλλά συνεχίζει απτόητη στον δρόμο προς την κόλαση.

Έωλο το επιχείρημα ότι η περιοριστική πολιτική αυξάνει την ανταγωνιστικότητα

του Κώστα Βεργόπουλου*

Στη διάρκεια της επταετίας 2010-2016 η Ελλάδα ασφυκτιά, αιμορραγεί, συρρικνώνεται με τις περικοπές εισοδημάτων και δημοσίων δαπανών που της επιβάλλουν οι δανειστές της και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υπό γερμανική καθοδήγηση.

Ακόμη κι αν έτσι χάνεται 30% του εθνικού εισοδήματος και η ανεργία εκτινάσσεται σε παρόμοιο ύψος, με συνέπεια την ακαταμάχητη συρρίκνωση της παραγωγικής ικανότητος της χώρας, η γερμανική συνηγορία υπέρ της λιτότητος δεν πτοείται, αλλά εντείνεται αποδίδοντας στην εφαρμοζόμενη σαρωτική πολιτική ιδιότητες αναγκαίας θεραπευτικής αγωγής. Συνοπτικά ο Γερμανός υπουργός Σόιμπλε υποστηρίζει την ανάγκη της λιτότητος όχι μόνον για να καλύπτονται τα δημόσια ελλείμματα και το υποθετικό κενό μεταξύ παραγωγικής ικανότητος και βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, αλλά κυρίως για την υποθετική «ανάκτηση ανταγωνιστικότητος» της χώρας.

Ωστόσο οι Έλληνες μπορούν να μην ανησυχούν ιδιαίτερα, εάν αυτό έχει κάποιο νόημα, αφού η γερμανική επιλογή της λιτότητος έχει προ πολλού επιβληθεί σε ολόκληρη την Ευρωζώνη υπό το αυτό έωλο επιχείρημα της υποθετικής ανάκτησης ανταγωνιστικότητος. Οι διαρκείς περικοπές εργασιακού κόστους, εργοδοτικών εισφορών, δημόσιων, και ιδίως κοινωνικών, δαπανών αιτιολογούνται σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης με το αυτό εκτός τόπου και χρόνου σκεπτικό: όχι μόνον της ισοσκέλισης πάση θυσία και με οποιοδήποτε τίμημα των δημοσίων ισοζυγίων, αλλά και της μέσω αυτών υποθετικής ανάκτησης ανταγωνιστικότητος.


Σοβαρή επιδείνωση για την Ελλάδα

Ωστόσο, κατά πόσο επιβεβαιώνεται το γερμανικό αξίωμα ότι η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας είναι αντιστρόφως ανάλογη του επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της; Ότι το υψηλό επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού συνεπάγεται απώλεια ανταγωνιστικότητος, ενώ το χαμηλό επίπεδο εξασφαλίζει ανώτερη ανταγωνιστικότητα;

Στην κατάταξη της διεθνούς ανταγωνιστικότητος, την οποία κάθε χρόνο δημοσιεύει το Ινστιτούτο IMD της Λωζάννης, η χώρα μας, με τις πρωτοφανείς απώλειες εισοδημάτων και θέσεων εργασίας, δεν φέρεται να έχει διόλου βελτιώσει τη θέση της στη διεθνή ανταγωνιστικότητα κατά την πρόσφατη επταετία, αλλά αντίθετα καταγράφει σοβαρή επιδείνωση: από την 46η θέση το 2010, κατήλθε στην 56η το 2016.

Η υποτιθέμενη «θεραπευτική αγωγή» για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητος της οικονομίας φαίνεται να αποδίδει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα: το εργασιακό κόστος έχει συμπιεστεί όσο δεν γίνεται, οι κοινωνικές παροχές το ίδιο, οι δημόσιες δαπάνες έχουν δραματικά περικοπεί, όμως εξ αυτών η διεθνής θέση της χώρας δεν βελτιώνεται, αλλά συνεχίζει απτόητη στον δρόμο προς την κόλαση.

Στην αυτή ετήσια έκθεση του IMD αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι από τις εκτός ευρώ ευρωπαϊκές χώρες όσες παραμένουν εκτός λιτότητος παρουσιάζουν συστηματικά ανώτερη διεθνή ανταγωνιστικότητα από τις 19 του ευρώ. Πρόκειται κυρίως για την Ελβετία, που συναγωνίζεται τις ΗΠΑ στην κορυφή της κατάταξης, τη Σουηδία, τη Δανία, τη Νορβηγία, που βρίσκονται αντίστοιχα στην 5η, 6η και 9η θέση. Ασφαλώς το μόνο που δεν προσάπτεται σε αυτές τις χώρες είναι το χαμηλό βιοτικό επίπεδο και η κακή ποιότητα κοινωνικών παροχών.

Ωστόσο άνετα μπορεί κάποιος να φθάσει στο εκ διαμέτρου αντίθετο συμπέρασμα: ότι, όσο υψηλότερο είναι το βιοτικό επίπεδο και η ποιότητα των κοινωνικών παροχών, τόσο ανώτερες είναι και οι επιδόσεις στο πεδίο της διεθνούς ανταγωνιστικότητος. Το συμπέρασμα δεν θα ήταν παράλογο, αφού διαφορετικού τύπου επενδύσεις προσελκύει το χαμηλό και ανειδίκευτο κόστος εργασίας, από ό,τι το υψηλό και εξειδικευμένο.


Οι ανεπτυγμένοι ελκύουν τις επενδύσεις

Προς αυτή την κατεύθυνση οδηγούν τα στοιχεία και συμπεράσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και τις Διεθνείς Επενδύσεις (UNCTAD). Η μερίδα του λέοντος από τις διεθνείς άμεσες επενδύσεις προσελκύεται από τις «ανεπτυγμένες» χώρες, ενώ οι «αναπτυσσόμενες» δεν απολαμβάνουν παρά ελάχιστο μέρος αυτών.

Το 2015 η Ευρώπη και η Βόρειος Αμερική απορρόφησαν 55% των άμεσων διεθνών επενδύσεων, ενώ η Κίνα μόνον 7,66% και η Ινδία 2,49%. Όσον αφορά τη μεγάλη «ανακάλυψη» της κινεζικής αγοράς και την ενσωμάτωσή της στη διεθνή, τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά το χαμηλό κόστος εργασίας, οι εκροές επενδύσεων επιταχύνονται και σήμερα πλέον υπερβαίνουν τις εισροές. Από 56,5 δισ. δολάρια το 2009, οι εκροές κεφαλαίων από την Κίνα είχαν ανέλθει σε 127 δισ. το 2015 και σε 145,9 δισ. κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2016.

Εάν σήμερα η Κίνα, με το υποδειγματικά χαμηλότερο κόστος εργασίας στον κόσμο, απειλείται άμεσα από κάτι, αυτό δεν είναι ο συνωστισμός ξένων επενδύσεων, αλλά ακριβώς το αντίθετο: η μαζική εκροή κεφαλαίων και η δραστική συρρίκνωση των κεφαλαιακών αποθεμάτων, που εγκαταλείπουν τη χώρα, παρά τις σχετικές δραματικές απαγορεύσεις στις εξαγωγές συναλλάγματος, και οπωσδήποτε με τη συνενοχή κάποιων «αρμοδίων αρχών» που κάνουν στραβά μάτια όταν πρόκειται για «φίλους».

Υψηλότερες αμοιβές, μεγαλύτερη παραγωγικότητα

Σε κάθε περίπτωση, όταν η βελτίωση της ανταγωνιστικότητος επιδιώκεται μέσω λιτότητος, με συμπίεση του κόστους εργασίας και των κοινωνικών παροχών, αυτό πιθανώς δημιουργεί κίνητρο για επενδύσεις εντάσεως εργασίας, αλλά οπωσδήποτε λειτουργεί ως αντικίνητρο για επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου και προωθημένων τεχνολογιών.

Όταν το διεθνές πλεονέκτημα μιας χώρας είναι η φθηνή εργασία, τότε επόμενο είναι να προσέρχονται σε αυτήν επενδύσεις παραδοσιακού τύπου, με μεγάλη συμμετοχή φθηνής εργασίας, με χαμηλή συμμετοχή κεφαλαίου σε προηγμένες τεχνολογίες και κατ’ επέκταση με αμελητέα για τη χώρα προστιθέμενη αξία. Αυτό σημαίνει ότι η συμπίεση του εργασιακού κόστους όχι μόνον παραπέμπει σε αποτρόπαια πειράματα και εγχειρήσεις «κοινωνικής ευγονικής», αλλά ακόμη χειρότερα δημιουργεί κίνητρα μόνον για επενδύσεις ξεπερασμένου και συχνά άχρηστου τεχνολογικού τύπου.

Αντιθέτως το υψηλό κόστος εργασίας και κοινωνικών παροχών συνιστά κίνητρο για επενδύσεις προωθημένου τεχνολογικού τύπου, ικανού να παρακάμπτει το εργασιακό κόστος με την αύξηση της παραγωγικότητος της εργασίας, όπως και της προστιθέμενης αξίας. Δεν βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα χωρίς αύξηση της παραγωγικότητος και η τελευταία δεν αυξάνεται σε συνθήκες χαμηλού εργασιακού κόστους, στο μέτρο που αυτό προσδιορίζει και οργανική και τεχνολογική σύνθεση κεφαλαίου που παραπέμπουν σε προ πολλού ξεπερασμένες εποχές. Οι χειρουργικές περικοπές του εργασιακού κόστους δεν προωθούν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αλλά αντίθετα την υποβαθμίζουν.

Άλλωστε το κόστος εργασίας και οι κοινωνικές παροχές αποτελούν πάντα το πλαίσιο το οποίο δεν διαπλάσσεται κατά την αυθαίρετη βούληση των υποψηφίων επενδυτών, αλλά αυτό στο οποίο αυτοί έχουν συμφέρον να προσαρμόζονται. Υψηλό βιοτικό επίπεδο αποφέρει υψηλής ανταγωνιστικότητος επενδύσεις, ενώ χαμηλό βιοτικό επίπεδο παρασύρει χαμηλής και μηδενικής ανταγωνιστικότητος επενδύσεις.

Η λανθασμένη, ατελέσφορη και απατηλή συνταγή της λιτότητος για την Ελλάδα αποδεικνύεται σήμερα εξ ίσου ατελέσφορη και απατηλή για το σύνολο της Ευρωζώνης, αφού, εφαρμόζοντάς την, καταλήγει σήμερα να βρίσκεται παγιδευμένη σε μηδενικούς ρυθμούς και δραματικό έλλειμμα τεχνολογικής προοπτικής, με άμεση συνέπεια την αναβίωση των συζητήσεων στην Επιτροπή των Βρυξελλών για απεμπλοκή από τη μοιραία δεκαετή λιτότητα με ανανεωμένο ενδιαφέρον για την επανενεργοποίηση του δημοσιονομικού εργαλείου και μάλιστα σε ευρωπαϊκή κλίμακα.


kvergo@gmail.com
πηγή Η ΑΥΓΗ

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Μια αδιέξοδη πολιτική (άνισης) λιτότητας χωρίς αναπτυξιακές, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις (#Και ρεκόρ 22% μείωση κόστους εργασίας -Και πάτοι στην ανταγωνιστικότητα!)

Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ελλάδα: τρεις χώρες, δύο πολιτικές
του Βαγγέλη Παπαβασιλείου
Επιτυχία ή αποτέλεσμα της απουσίας αναγκαίων μεταρρυθμίσεων το πρωτογενές πλεόνασμα;

του Κώστα Καλλίτση από την Καθημερινή

Η Ιρλανδία μπήκε σε πρόγραμμα προσαρμογής τον Νοέμβριο 2010, που συνοδευόταν από χρηματοδότηση 85 δισ. ευρώ – ίση με το 58% του ΑΕΠ. Στα τέλη του 2013 βγήκε από το πρόγραμμα. Στα τρία χρόνια εφαρμογής του προγράμματος, το ιρλανδικό ΑΕΠ αυξήθηκε 1,7%, οι επενδύσεις αυξήθηκαν 8,3%, η ανεργία μειώθηκε από το 14,7% στο 13,1% και οι ιρλανδικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 12,6%. Η Πορτογαλία μπήκε σε πρόγραμμα τον Απρίλιο 2011, με χρηματοδότηση 78 δισ. ευρώ –ί ση με το 46% του ΑΕΠ. Στις 5 Μαΐου θα βγει από το πρόγραμμα. Στα τρία χρόνια εφαρμογής του, το ΑΕΠ μειώθηκε 3,4%, οι επενδύσεις 19,2%, η ανεργία αυξήθηκε 4,5 μονάδες από το 12% στο 16,5% αλλά οι εξαγωγές αυξήθηκαν 24,6%. Οι δύο λαοί πέρασαν δύσκολες ώρες αλλά τα κατάφεραν. Οι οικονομίες τους ανασυγκροτήθηκαν, δεν σωριάστηκαν σε ερείπια. Οι δύο χώρες στάθηκαν στα πόδια τους.

Η Ελλάδα είχε μπει σε πρόγραμμα τον Μάιο 2010, συνοδευόμενο με χρηματοδότηση 110 δισ. ευρώ. Προβλεπόταν ότι το 2012 θα άρχιζε η ανάκαμψη, ότι η ανεργία δεν θα ξεπερνούσε το 14,8%, το χρέος θα έφτανε μέχρι το 149% του ΑΕΠ και η χώρα θα έβγαινε στις αγορές το 2013. Η εξέλιξη ήταν διαφορετική. Το πρόγραμμα ναυάγησε, η χώρα σύρθηκε σε «κούρεμα» του χρέους (κυρίως, σε «κούρεμα» των κεφαλών των ιθαγενών...) και μπήκε σε δεύτερο πρόγραμμα, με νέα δανειοδότηση 130 δισ. με χαμηλό επιτόκιο. Συνολικά, χρηματοδοτηθήκαμε με 220 δισ. ευρώ περίπου – όσο το 125% του ΑΕΠ. Και τι πετύχαμε αυτά τα χρόνια; Το ΑΕΠ μειώθηκε πάνω από 22% (τώρα, 50 δισ. μικρότερο από το 2009), η ανεργία εκτινάχθηκε από 9,5% σε 27,3%, οι επενδύσεις μειώθηκαν 46%, οι εξαγωγές, μετά από αύξηση 6% το 2010 έμειναν στάσιμες και μετά άρχισαν να μειώνονται (-2,8% το τελευταίο 12μηνο), ενώ το χρέος ανέβηκε από 130% σε 177% του ΑΕΠ.

Τα στοιχεία (www.europa.eu/economy_finance) εμφανίζουν την Ελλάδα ως υπόδειγμα αποτυχίας σε σχέση με τους στόχους που είχαν τεθεί. Τι πήγε στραβά; Αυτό που πήγε λάθος με την Ελλάδα, γράφει ο Ντανιέλ Γκρος (What makes Greece special? ) - δεν ήταν η δημοσιονομική προσαρμογή. Αντιθέτως -τονίζει- η λιτότητα ήταν υπερβολικά επιτυχής (και επώδυνη), αλλά ήταν ο λάθος στόχος. 
Ο σημαντικός στόχος έπρεπε να είναι η αύξηση των εξαγωγών. Η Ελλάδα απέτυχε γενικώς, επειδή απέτυχε σε αυτό. Οι ελληνικές εξαγωγές, που πριν από λίγα χρόνια ήταν ίσες με της Πορτογαλίας, μειώνονται. Η ισορροπία που επετεύχθη στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας οφείλεται μόνο και μόνο στη μείωση των εισαγωγών. Χωρίς αύξηση των εξαγωγών, όμως, δεν υπάρχει διατηρήσιμη ανάκαμψη. Και ο Γκρος, σύμβουλος των ευρωπαϊκών θεσμών, τονίζει: Μη εξαγωγές=μη μεγέθυνση=μη βιώσιμο χρέος.
Γιατί απέτυχε σε αυτό; Γιατί, η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας –γράφει ο Λορέντζο Σμάγκι (Austerity, European Democracies against the Wall), έως το 2012 μέλος της διοίκησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας- εξαρτάται από πολλά. Για να τη βελτιώσεις πρέπει να μεταρρυθμίσεις το κράτος, τη δικαιοσύνη, να πατάξεις τη διαφθορά, να φροντίσεις την έρευνα, να ανοίξεις τις κλειστές αγορές, να στηρίξεις μια νέα επιχειρηματικότητα, κόντρα στην κρατικοδίαιτη
Στην Ελλάδα -εκτιμά ο Σμάγκι- η προσαρμογή απέτυχε γιατί το βάρος έπεσε στη λιτότητα χωρίς μεταρρυθμίσεις. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα είτε δεν είχε τη δύναμη να τις κάνει είτε τις υπονόμευε, όπως έκανε -σχολιάζει- η τότε αντιπολίτευση, το 2010-2012, πολεμώντας την κυβέρνηση Παπανδρέου.

Αλλά αυτά δεν τα λένε μόνο οι ξένοι γνώστες των πραγμάτων. 
Το 2013 κατεγράφη ο υψηλότερος ρυθμός μείωσης των μισθών κατά την τελευταία 4ετία λέει η Τράπεζα της Ελλάδος (Εκθεση του διοικητή), με αποτέλεσμα η ...

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Μισθοί, ανταγωνιστικότητα και κόκκινες γραμμές

Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο "τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”".
Aναπαράσταση μιας συζήτησης που δεν έγινε

από την Αντιγόνη Λυμπεράκη 
πηγή: Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου

1. Μια αναπαράσταση

Στη συζήτηση θεμάτων οικονομικής πολιτικής αρχίζουμε συνήθως από τη διάγνωση, εντοπίζουμε το πρόβλημα, εξετάζουμε τις εναλλακτικές και μετά προτείνουμε τις λύσεις. Στην περίπτωση του Νέου Μνημονίου δεν ίσχυσε αυτό: αρχίσαμε από μια μόνο προτεινόμενη λύση (τον περιορισμό του κόστους εργασίας) και προχωρήσαμε στον πυροβολισμό της μέσω σειράς αφορισμών, ρητορικών σχημάτων και υψηλόφωνων οιμωγών. 
Καθώς η διαπραγμάτευση γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες, η πλευρά που πυροβολούσε μάς πρόσφερε κάποια ελάχιστα ψήγματα πληροφόρησης. Η πλευρά της Τρόικας συντάσσει μεν Εκθέσεις, αλλά από τον Φεβρουάριο του 2011 «δεν δικαιούται διά να ομιλεί» ούτε να αναπτύσσει τις θέσεις της δημόσια. 
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε ένα πραγματικό οικονομικό επιχείρημα που κρύβεται πίσω από την κακοφωνία της επιλεκτικής πληροφόρησης, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ιατροδικαστικές μεθόδους. Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα πειστήρια που είναι στα χέρια μας (τις σκόρπιες ψηφίδες πληροφόρησης) για να ανασυγκροτήσουμε το ουσιαστικό επιχείρημα πίσω από τις εκστρατείες δημοσίων σχέσεων.
Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο «τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”».

2. "Συζήτηση" (sic) για τους μισθούς

Το θέμα των μισθών εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά και ορμητικά στην τελευταία πράξη του δράματος της διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, αντί της αναμενόμενης «τεχνικής συζήτησης» περί ανταλλαγής ομολόγων. Εκεί που περιμέναμε να μιλήσουμε για CDS, CDOs, PSI και άλλα αρκτικόλεξα, εμφανίστηκαν οι παλιοί μας γνώριμοι: κατώτατος μισθός, ωρίμανση – και μερικές νέες παρέες τύπου μετενέργειας. 
Συζήτηση, «που λέει ο λόγος», καθώς στο θέμα αυτό έχουμε αντικαταστήσει τους συνηθισμένους παράλληλους μονολόγους με αφηρημένο εικαστικό μοντερνισμό, χαράζοντας «κόκκινες γραμμές» από και προς πάσα κατεύθυνση...
Οι γραμμές πολλαπλασιάστηκαν τόσο ώστε οδηγούν σε μια καταθλιπτική μονοχρωμία απέραντου κόκκινου. Παρά ταύτα, οι εκπρόσωποι της Τρόικας συνέχισαν να επιμένουν ότι είναι αναγκαίο να περιοριστεί το μισθολογικό κόστος προκειμένου να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα. 
Ο εγχώριος αντίλογος (σε συνθήκες σπάνιας ομοψυχίας) επανέλαβε το εμπεδωμένο «Σύμβολο της Πίστεως» της ελληνικής ορθοδοξίας γύρω από την αγορά εργασίας
  • Ότι η εμμονή των «ξένων» με τους μισθούς είναι τιμωρητική. 
  • Ότι αποτελεί προϊόν δογματικών αγκυλώσεων... (ως γνωστόν, οι κοινωνικοί εταίροι, τα ερευνητικά τους ινστιτούτα και οι δημοσιογραφικοί σχολιασμοί δεν έχουν ποτέ δογματικές και ιδεολογικές δεσμεύσεις στη χώρα μας). 
  • Ότι η θέση τους μαρτυρά άγνοια των συνθηκών που επικρατούν στην ελληνική αγορά εργασίας (η ελληνική ιδιαιτερότητα για άλλη μια φορά στο προσκήνιο) και άλλα πολλά.
Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να αναπαραστήσω αυτή τη συζήτηση, σαν να γινόταν πραγματικά. 
  • Αρχίζουμε από τα πειστήρια: τα γραπτά της Τρόικας. 
  • Μετά έρχονται τα εννέα σημεία του εγχώριου αντίλογου. Σε κάθε σημείο του αντιλόγου διατυπώνονται παρατηρήσεις που θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος γνώστης της αγοράς εργασίας. 
Αυτή η αναπαράσταση ίσως να αποτυπώνει διαλόγους που έγιναν, όμως δεν προσεγγίζει τον πυρήνα του αρχικού επιχειρήματος, δηλαδή τη θετική οικονομική λογική για τον τρόπο με τον οποίο μια μείωση του εργατικού κόστους μπορεί να οδηγήσει σε ξεπέρασμα της κρίσης. 
  • Το τελευταίο τμήμα του κειμένου σκιαγραφεί ένα τέτοιο επιχείρημα, καταλήγοντας εκεί από όπου θα έπρεπε να είχαμε αρχίσει: μια οικονομική αλληλουχία σκέψεων που συνδέει την ευελιξία στην αγορά εργασίας τόσο με την οικονομική αποτελεσματικότητα, όσο και με την κοινωνική δικαιοσύνη. Και έτσι εξηγεί πως ο περιορισμός του μισθολογικού κόστους μπορεί να είναι εργαλείο εξόδου από την κρίση.
3. Τρόικα: τέσσερις παρατηρήσεις και μια πικρή αλήθεια

Στην τελευταία (5η) Έκθεση του ΔΝΤ (του Δεκεμβρίου 2011), μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα βασικότερα σημεία πάνω στα οποία θεμελιώνεται η αναγκαιότητα του περιορισμού των μισθών.[1] Αυτά είναι:

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Οι κατώτατοι μισθοί στην Ελλάδα της κρίσης

Εάν τα συνδικάτα μας θέλουν να προσφέρουν στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα ελπίδα και προοπτική, ας αναλάβουν μια γενναία πρωτοβουλία (με όλο το ρίσκο που της αναλογεί): ας προτείνουν στην τρόικα, στην κυβέρνηση και στον ΣΕΒ μια μικρότερη μείωση του κατώτατου μισθού, με αντάλλαγμα τη δέσμευση των εργοδοτικών οργανώσεων για (α) αυστηρή εφαρμογή της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας σε όλες τις επιχειρήσεις, (β) σταδιακή βελτίωση του κατώτατου μισθού καθώς ανακάμπτει η οικονομία, και (γ) ανάλογη μείωση των τιμών από σήμερα.
Παραγωγικότητα;
του Μάνου Ματσαγγάνη*

Όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες του protagon, η δημοσιοποίηση το φθινόπωρο του 2009 της ετήσιας έκθεσης του Παγκόσμιου Oικονομικού Φόρουμ – σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είχε υποχωρήσει στη διεθνή κατάταξη ανταγωνιστικότητας πίσω από την συμπαθή Μποτσουάνα – αντιμετωπίστηκε με το συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο συζητώνται όλα τα σοβαρά προβλήματα στη χώρα μας: η είδηση σχολιάστηκε για λίγες μέρες, με απαξιωτικά (και δικαίως) σχόλια για τις επιδόσεις της κυβέρνησης Καραμανλή που παρέδιδε τότε την εξουσία, και μετά ξεχάστηκε.
«Ξεχάστηκε» τρόπος του λέγειν βέβαια. 

Από τότε μεσολάβησε η κρίση δανεισμού, η υπογραφή του Μνημονίου, η ύφεση της οικονομίας. 
Χιλιάδες ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν, πολλές άλλες μετέφεραν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες εκτός συνόρων. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους, πολλοί (ίσως οι περισσότεροι) από τους υπόλοιπους είδαν τα εισοδήματά τους να μειώνονται.

Πόσο άσχετα μεταξύ τους είναι αυτά τα δύο; 

Καθόλου. 
Όσο και αν μερικοί ονειρεύονται «άλλες πολιτικές» και «διαφορετικά μείγματα» (κάποιο κόλπο τέλος πάντων που θα μας επιτρέψει να πορευόμαστε όπως είχαμε μάθει τόσα χρόνια), η απώλεια ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι η βαθύτερη αιτία της ύφεσης
Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού και το έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών συνδέονται και τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Τώρα που η εποχή της υπερκατανάλωσης με δανεικά έχει τελειώσει, το συνολικό εισόδημα αναγκαστικά θα διαμορφώνεται στο ύψος λίγο-πολύ της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που πουλάμε (ο ένας στον άλλον, και κυρίως σε αγοραστές από άλλες χώρες). 
Μπορούμε να το μοιράσουμε μεταξύ μας όσο δίκαια θέλουμε, και μπορούμε να το αυξήσουμε φτιάχνοντας ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές. Και, φυσικά, «να φτιάξουμε ελκυστικά προϊόντα σε καλές τιμές» είναι αυτό που σκέφτεται ένας οικονομολόγος όταν λέει «να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας».
Ανταγωνιστικότητα;
Τώρα, λίγο μετά τη συμφωνία των πολιτικών αρχηγών για τα νέα μέτρα της κυβέρνησης, και λίγο πριν από τη συνεδρίαση της Βουλής για την έγκριση των μέτρων αυτών, το ενδιαφέρον φαίνεται να επιστρέφει στο θέμα της ανταγωνιστικότητας. Οι διαχωριστικές γραμμές είναι καθαρά χαραγμένες. Από τη μια, οι εκπρόσωποι των δανειστών ζητούν νέες θυσίες. Από την άλλη, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, οι κοινωνικοί εταίροι, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η Εκκλησία, χαράζουν «κόκκινες γραμμές». Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η μείωση των μισθών (ιδίως των κατώτατων). Πόσο δίκιο έχει η ελληνική πλευρά; Και τι μπορεί να γίνει τώρα;

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget