--Η ένταξη στην ΕΕ και στο ευρώ ζημίωσε τη «χώρα».
--Με την υιοθέτηση της «νέας δραχμής», η οποία θα υποτιμηθεί, οι εξαγωγές της «χώρας» θα αυξηθούν και οι εισαγωγές «της» θα μειωθούν, θα υπάρξει ανάπτυξη, που θα επιτρέψει και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.
--Για να επιτευχθούν οι πολιτικές αυτές, απαιτείται μια αριστερή ή έστω προοδευτική κυβέρνηση, που θα εκφράζει τα συμφέροντα της «χώρας» και της «ανάπτυξης».
Η εθνική αυτή αφήγηση διαλύεται αν εστιααστούμε στα ταξικά συμφέροντα και στρατηγικές. Ας θέσουμε λοιπόν τα ερωτήματα με πραγματικούς όρους:
--Ζημιώθηκε το ελληνικό κεφάλαιο από την υιοθέτηση του ευρώ ως εσωτερικού νομίσματος;
--Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον του ελληνικού κεφαλαίου η υιοθέτηση ενός διαφορετικού εσωτερικού νομίσματος, ώστε να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός της υποτίμησης;
--Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις το ευρώ;
--Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον των εργαζομένων η υιοθέτηση ενός νέου εσωτερικού νομίσματος και η έξοδος του ελληνικού καπιταλισμού από την ΕΕ;
1. Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός ζημιώθηκε από την υιοθέτηση του ευρώ είναι απολύτως ατεκμηρίωτη. Όπως αναλύσαμε διεξοδικότερα αλλού, η υιοθέτηση του ευρώ σήμαινε εντονότερη έκθεση των ατομικών επιχειρήσεων στον διεθνή ανταγωνισμό, πράγμα που «αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη στρατηγική οργάνωσης της αστικής εξουσίας (ως μοντέλο διαρκούς αναδιάρθρωσης της εκμετάλλευσης της εργασίας και εκκαθάρισης των μη-ανταγωνιστικών ατομικών κεφαλαίων προς όφελος τελικά του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου)».
Επιπλέον, ήδη πριν την εισαγωγή του ευρώ, ο ελληνικός καπιταλισμός, παρά την κατάργηση κάθε προστατευτικού μέτρου, πέτυχε ρυθμούς μεγέθυνσης σημαντικά ψηλότερους από το μέσο όρο της ΕΕ και της Ευρωζώνης (ΖτΕ), ψηλότερα ποσοστά κέρδους, δηλαδή αποδοτικότερη εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης συγκριτικά με τους άλλους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς.
Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός υποβαθμίστηκε εντός της ΖτΕ επειδή αυξήθηκε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να υποστηριχτεί μόνο στο πλαίσιο της φανταστικής εικόνας που αναπαράγει η αστική (κλασική και νεοκλασική) οικονομική θεωρία, μιας μη χρηματικής «πραγματικής οικονομίας» υλικών ροών, η οποία αφορά «ισορροπίες» σε συναλλαγές «αγαθών». Όμως ο καπιταλισμός είναι η οικονομία του χρήματος, στην οποία κάθε οικονομική διαδικασία αποτελεί απλώς μέσο, ώστε «το χρήμα να παράγει διαρκώς περισσότερο χρήμα».1 Αυτός είναι και ο λόγος που ένα θετικό (αρνητικό) ισοζύγιο αυτόνομων κεφαλαιακών ροών, υφίσταται πάντα ως κατοπτρική εικόνα ενός ελλείμματος (πλεονάσματος) τρεχουσών συναλλαγών.
Το ευρώ ευνόησε τους διεθνοποιημένους κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού (τράπεζες, εφοπλισμός, τρόφιμα, χημικά-φάρμακα κλπ.) στην οικονομική τους επέκταση.
2. Όσα αναπτύξαμε στην προηγούμενη ενότητα καθιστούν σαφές ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν επιδιώκει την έξοδο από το ευρώ. Μιλώντας γενικά, το κεφάλαιο είναι «αμφίσημο» απέναντι στην προοπτική υποτίμησης του εσωτερικού νομίσματος: η υποτίμηση από τη μια μεριά αυξάνει τη διεθνή του ανταγωνιστικότητα, από την άλλη όμως μειώνει τη διεθνή «αγοραστική ισχύ», απαξιώνει τα περιουσιακά στοιχεία και την επενδυτική του δυνατότητα.
3. Βέβαια, η εξέλιξη της ιστορίας είναι αστάθμητη. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει απολύτως το ενδεχόμενο διάλυσης της ΖτΕ, εάν η παγκόσμια οικονομική κρίση βαθύνει. Σε μια τέτοια περίπτωση και με σημερινούς κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης, ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης έχει την ισχύ να μεταθέσει και πάλι το κόστος της κρίσης στις δυνάμεις της εργασίας και δευτερευόντως στις πιο αδύναμες κεφαλαιακές μερίδες (καπιταλιστική αναδιάρθρωση). Οι δυναμικές και διεθνοποιημένες μερίδες του κεφαλαίου θα θιγούν λιγότερο από την απαξίωση της διεθνούς αξίας των παγίων εγκαταστάσεων, στην περίπτωση που υποτιμηθεί η νέα δραχμή, καθώς διατηρούν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία σε διεθνές νόμισμα. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι θα δουν την αγοραστική τους δύναμη να εξανεμίζεται, καθώς η αυξημένη τιμή των εισαγόμενων μέσων παραγωγής θα μετακυλίεται στην τελική τιμή του προϊόντος, οι τιμές των εισαγομένων θα εκτινάσσονται, ο χρηματοπιστωτικός πανικός θα αποτελεί εφαλτήριο για περαιτέρω μειώσεις μισθών, στέρηση δικαιωμάτων, κατάργηση και των τελευταίων δομών κοινωνικής προστασίας.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι με τους σημερινούς ταξικούς συσχετισμούς δύναμης, δεν είναι προς το συμφέρον των δυνάμεων της εργασίας η έξοδος από το ευρώ (και την Ε.Ε.), καίτοι η προοπτική αυτή δεν αποτελεί επίσης επιδίωξη του κεφαλαίου.
Η άποψη ότι το σύνθημα «έξω από το ευρώ» θα αποτελέσει καταλύτη για να αλλάξει ο ταξικός και πολιτικός συσχετισμός δύναμης, αποτελεί μια ακόμα φαντασίωση του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, εφάμιλλη ίσως σε οικονομιστικό και μηχανιστικό περιεχόμενο με εκείνη την αρχαία πεποίθηση ότι η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» οδηγεί στο σοσιαλισμό.
4. Φτάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις η υιοθέτηση του ευρώ; Η απάντηση προκύπτει εύκολα από τα προηγούμενα: Η εργατική τάξη δεν ζημιώθηκε από το ευρώ καθαυτό, αλλά από τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού που κατάφερε να επιβάλει ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης, στοιχείο των οποίων είναι η μεταβίβαση των πιέσεων του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού στις δυνάμεις της εργασίας.
Για μια συνολική "αναδιαπραγμάτευση" του ταξικού συσχετισμού
Η απάντηση που δώσαμε στο τελευταίο ερώτημα μας επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε μια διαφορετική στρατηγική από αυτές που προκρίνουν οι διάφορες εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, που αναζητούν ένα «καθολικό σύνθημα για το συμφέρον της χώρας».
Στη συγκυρία της κρίσης, πρώτο μέλημα είναι η οργάνωση της άμυνας των δυνάμεων της εργασίας. Απαραίτητο βήμα γι’ αυτό είναι η αποδόμηση της κυρίαρχης προπαγάνδας σχετικά με την κρίση και την αναγκαιότητα των κυβερνητικών μέτρων.
Είναι σημαντικό να δειχθεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία καθολικά αποδεχτή μεθοδολογία για την έξοδο από την κρίση («για το καλό της χώρας»). Με άλλα λόγια, υπάρχουν δύο δρόμοι εξόδου από την κρίση: η έξοδος σε βάρος των προνομίων του κεφαλαίου και η έξοδος σε βάρος των δικαιωμάτων του κόσμου της δουλειάς. Αυτό σημαίνει ότι έχει τεράστια πολιτική σημασία η σειρά των στόχων:
Ξεκινάμε από τα ζητήματα προστασίας της εργασίας και αναδιανομής του εισοδήματος και τα επεκτείνουμε σε μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης που μετατοπίζουν υπέρ της εργασίας το συσχετισμό των δυνάμεων (αύξηση των φορολογικών συντελεστών των κερδών στο 40%, κατάργηση φοροαπαλλαγών, φορολόγηση εκκλησιαστικής περιουσίας, περικοπή στρατιωτικών δαπανών κατά 50%, κλπ.). Στη συνέχεια και μόνο στη βάση των προηγούμενων θέτουμε ζητήματα που αφορούν την κρίση χρέους καθαυτή, όπως η αναδιαπραγμάτευσή του με όρους που να μη θίγουν τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων.
1. Στο ερώτημα επομένως τι παράγει η «ελληνική οικονομία» (ο ελληνικός καπιταλισμός) μπορεί να δοθεί μια εξαιρετικά σύντομη αλλά εξίσου ακριβής απάντηση: Παράγει ένα ακαθάριστο προϊόν 343 δισ. δολαρίων (2008), κατατασσόμενη στην 22η θέση από πλευράς επιπέδου ανάπτυξης (ΑΕΠ ανά κάτοικο) στον πλανήτη.
* Η ΑΥΓΗ, Ο Γιάννης Μηλιός διδάσκει πολιτική οικονομία στο ΕΜΠ