του Μισέλ Iσόν (Michel Husson)*
Υπάρχουν, ακόμη και στους κόλπους του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ, οικονομολόγοι που ανησυχούν και λειτουργούν ως μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος του καπιταλισμού. Το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στη διάγνωσή τους και τις συστάσεις τους είναι ένα σύμπτωμα, μεταξύ άλλων, των διαστάσεων της σημερινής κρίσης.
Ο Μορίς Όμπστφελντ είναι ο Διευθυντής Ερευνών του ΔΝΤ. Η πρόσφατη παρουσίασή του σε συνέντευξη Τύπου των τελευταίων προοπτικών για την παγκόσμια οικονομία του ΔΝΤ πραγματοποιήθηκε κάτω από τον αστερισμό του πεσιμισμού και της απόγνωσης. Είναι βέβαιο, υποστήριξε, πως «δεν βρισκόμαστε σε κρίση».
Ωστόσο, η διατύπωσή του, όπως επαναλήφθηκε από την πρόεδρό του, Κριστίν Λαγκάρντ, κατά την οποία «δεν βρισκόμαστε σε κατάσταση συναγερμού, αλλά σε κατάσταση επαγρύπνησης», δεν κρύβει, κατά βάθος τίποτα καθησυχαστικό.
Γιατί η εφ’ όλης της ύλης διάγνωση έχει ως εξής: «Οι παγκόσμιοι δείκτες οικονομικής ανάπτυξης είναι ανοδικοί, αλλά ο ρυθμός τους, που γίνεται ολοένα και πιο απογοητευτικός, εκθέτει την παγκόσμια οικονομία σε κινδύνους. Η οικονομική ανάπτυξη υπήρξε πάρα πολύ αναιμική για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα».
Υπό τον όρο «κίνδυνοι», πρέπει να εννοήσουμε τα δημοσιονομικά, οικονομικά ή πολιτικά γεγονότα εκείνα που, εάν και εφ’ όσον επέλθουν, μπορεί να αποσταθεροποιήσουν ακόμη περισσότερο την παγκόσμια οικονομία. Για να τους αντιμετωπίσει, το ΔΝΤ προτείνει ένα πολιτικό τρίπτυχο: νομισματικό, δημοσιονομικό, και ας μην ξεχνάμε και τις αναπόφευκτες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».
Ένας εκ των παρόντων δημοσιογράφων αντέδρασε με μια δόση αυθάδειας στην ανακοίνωση αυτού του προγράμματος: «Παρακολουθώ αυτές τις συσκέψεις επί 20 συναπτά έτη. Και ακούω διαρκώς τα ίδια πράγματα, ξανά και ξανά. Αναφέρεστε στο δημοσιονομικό, το νομισματικό και το θεσμικό σκέλος. Αλλά, όπως ήδη ξέρετε, το νομισματικό έχει σχεδόν εξαντληθεί και το δημοσιονομικό είναι για πολλούς απρόσιτο. Όσο για το θεσμικό, χρειάζεται πάρα πολύ χρόνο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τι πρέπει να κάνουμε για να βελτιώσουμε την κατάσταση βραχυπρόθεσμα;»
Απαντήσεις από λάθος οπτική γωνία
 |
Τα δεινά του ΔΝΤ: διακρίνει μεν τους κινδύνους, αλλά
οι επαναλαμβανόμενες συστάσεις του γίνονται από λάθος οπτική γωνία. |
Εξαιρετική ερώτηση, που περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο τα δεινά του ΔΝΤ:
διακρίνει μεν τους κινδύνους, αλλά οι επαναλαμβανόμενες συστάσεις του γίνονται από λάθος οπτική γωνία.
Έτσι, ο Όμπστφελντ μνημονεύει τις απώλειες κεφαλαίων από τις αναδυόμενες οικονομίες ως παράδειγμα «επεισοδίων που προκαλούν αναταράξεις» και εκφράζει τους φόβους του. Αντί να αναφερθεί στα ‘εργαλεία’ ρύθμισης των ισοτιμιών – κάτι που, στη θεωρία, αποτελεί μια από τις κυριότερες αποστολές του ΔΝΤ – παραπέμπει στο κεφάλαιο 2 των Προοπτικών όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αποδεικνύεται ότι η πλειοψηφία των αναδυόμενων κρατών «κατάφεραν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον κίνδυνο». Απίστευτο, αν σκεφτεί κανείς, για παράδειγμα, το σοκ που προκάλεσε η βίαιη απόσυρση κεφαλαίων στη Βραζιλία.
 |
| Ισοτιμία ρεάλ – δολαρίου |
Η γραφική παράσταση που παραθέτουμε μας επιτρέπει να ξαναθυμηθούμε αυτή την ιστορία. Δείχνει πώς το ρεάλ της Βραζιλίας ανατιμήθηκε σημαντικά, αρχής γενομένης από το 2003: η ισοτιμία του ρεάλ της Βραζιλίας έναντι του δολαρίου έφθασε από τα 0,28 στα 0,62 δολάρια στις αρχές του 2011. Όπως ήταν φυσικό, η κρίση προκάλεσε την πτώση του το 2009, αλλά η ανθεκτικότητα των BRICS καθησύχασε τους επενδυτές, οι οποίοι δελεάστηκαν από τις αυξημένες αποδόσεις. Στα μέσα του 2011, όμως, αποσύρουν τα στοιχήματά τους: είναι το sudden stop, η βίαιη διακοπή εισόδου κεφαλαίων, που πυροδοτεί μια συνεχιζόμενη πτώση του ρεάλ, η οποία αντιστοιχεί σε υποτίμηση της τάξης του 60% σε σχέση με το δολάριο. Μπορεί κανείς να κουβεντιάσει ποια θα ήταν μια καλή ισοτιμία για το ρεάλ, αλλά ένα είναι βέβαιο: μια οικονομία τόσο εκτεθειμένη στη φυγή κεφαλαίων δεν είναι διαχειρίσιμη.
Δεν πρόκειται για οικονομία: ο Όμπστφελντ διέκρινε επίσης ότι «σε πολλές χώρες, η ισχνή αύξηση των μισθών και οι αυξανόμενες ανισότητες οδήγησαν στην ευρύτατα διαδεδομένη πλέον εντύπωση ότι η οικονομική ανάπτυξη ευνοεί κατά κύριο λόγο τις οικονομικές ελίτ».
Δεν ξέρουμε αν συμμερίζεται κι ο ίδιος αυτή την άποψη, αλλά η μόνη συνέπεια που διαβλέπει είναι πως οι εθνικιστικές ιδέες κερδίζουν έδαφος κι ότι τα «περιθώρια λάθους» μειώνονται ολοένα και περισσότερο.
Όσο για τις περίφημες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, το κεφάλαιο 3 των Προοπτικών, που είναι αφιερωμένο σ’ αυτές, στέλνει ένα σοφά ισορροπημένο μήνυμα: Αν και «αυξάνουν την παραγωγή και την απασχόληση μεσοπρόθεσμα» (όπως όλοι ξέρουμε), πρέπει ωστόσο να συνοδεύονται και από «συμπληρωματικές μακροοικονομικές πολιτικές ώστε να μεγεθύνεται η απόδοσή τους βραχυπρόθεσμα, δεδομένης της μειωμένης απασχόλησης που σημειώνεται στην πλειοψηφία των προηγμένων οικονομιών».
Κάποιες απ’ αυτές, μάλιστα, μπορούν «να μετατραπούν σε υφεσιακές σε περίοδο επιβράδυνσης». Η σύσταση του ΔΝΤ είναι, λοιπόν, «να υιοθετούνται με έμφαση στη σειρά προτεραιότητας και την ατζέντα εφαρμογής τους οι μεταρρυθμίσεις».
Μετάφραση: οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν βεβαίως μια εξαιρετική ιδέα, ίσως όχι όμως σε υφεσιακές συγκυρίες.
Την ίδια «κατάσταση συναγερμού» ξαναβρίσκουμε και στην Εποπτεία των Δημοσιονομικών Υποθέσεων (Fiscal Monitor), η οποία δόθηκε ταυτόχρονα στη δημοσιότητα .
Η εικόνα είναι κι εκεί εξίσου ανησυχητική: «Οι δείκτες δημοσίου χρέους κατακρημνίσθηκαν σχεδόν παντού και τα δημοσιονομικά έχουν καταστεί πολύ πιο ευάλωτα».
Κατά το ΔΝΤ, είναι αποτέλεσμα της «συνεχιζόμενης μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας», που δεν έχει προφανώς τίποτα να κάνει με τις πολιτικές λιτότητας (ή μάλλον δημοσιονομικής εξυγίανσης, σύμφωνα με την αργκό του νεο-φιλελευθερισμού), στην αποτελεσματικότητα των οποίων αναφέρεται μετά πολλών επαίνων η ίδια αναφορά.
Απ’ αυτή τη συνολική θεώρηση, ο Βιτόρ Γκασπάρ, διευθυντής του Τμήματος Δημοσιονομικής Πολιτικής του ΔΝΤ, αντλεί ένα λαμπρό αξίωμα: «Όλες οι χώρες οφείλουν να προσαρμοστούν στις νέες διαστάσεις της πραγματικότητας, αλλά δεν υπάρχει ενιαία λύση».
Τι είδους δημοσιονομική πολιτική πρέπει ν’ ακολουθήσει κανείς υπ’ αυτές τις συνθήκες; Πρέπει να είναι «προσανατολισμένη στην ανάπτυξη, με την εφαρμογή εκείνων των μέτρων, κυρίως, που υποβοηθούν την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα». Ακόμα και στην Ελλάδα;
Όλα αυτά αποκαλύπτουν μια βαθιά αμηχανία, την οποία εύκολα μπορεί να εξηγήσει κανείς: το ΔΝΤ επισημαίνει με καθαρότητα πνεύματος τις δυσλειτουργίες του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά οι ενδεχόμενες λύσεις που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς διαφεύγουν από το νεοφιλελεύθερο ραντάρ του.
Επενδύσεις: Oι ιδιώτες δεν θέλουν, το δημόσιο δεν μπορεί
Εδώ και ένα χρόνο, στις προηγούμενες Προοπτικές της Παγκόσμιας Οικονομίας, το ΔΝΤ έδειχνε ήδη σημάδια απαισιοδοξίας και προβληματιζόταν ειδικότερα όσον αφορά τους λόγους της περιορισμένης δυναμικής που παρουσιάζουν οι επενδύσεις. Αλλά, όπως και στην περίπτωση του αυξανόμενου χρέους, ερμήνευε το γεγονός με τρόπο μάλλον ταυτόσημο, μνημονεύοντας την «γενικότερη αδυναμία της οικονομικής δραστηριότητας».
Είναι αλήθεια πως η αδυναμία συγκέντρωσης κεφαλαίων αποτελεί ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της τωρινής περιόδου. Ωστόσο, αξίζει μια λιγότερο επιφανειακή προσέγγιση.
Μια μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών αντιμετωπίζει το θέμα αυτό από μιαν άλλη, πολύ πιο ενδιαφέρουσα οπτική. Καταρχήν, οι συντάκτες της απορρίπτουν τη θεωρία ότι τα υπερβολικά ακριβά ή δεσμευτικά δάνεια αποτελούν τροχοπέδη για τις επενδύσεις. Επικαλούνται επίσης την αβεβαιότητα, αλλά της αποδίδουν ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο: «Είναι πιθανό οι επιχειρήσεις να προσδοκούν επενδυτικές αποδόσεις κατώτερες από το κόστος κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου και συγκρινόμενες με τα έσοδα που μπορούν να αποκομίσουν από ρευστά χρηματοπιστωτικά μέσα».
Και, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις έχουν σχετική βεβαιότητα ως προς τις προοπτικές της ζήτησης, μπορεί «να διστάζουν να επενδύσουν, εάν πιστεύουν πως η κερδοφορία του πρόσθετου κεφαλαίου θα είναι χαμηλή».
Το ζήτημα–κλειδί είναι λοιπόν «η έλλειψη ευκαιριών για αποδοτικές επενδύσεις».
Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει σημαντικά την επανεκκίνηση των επενδύσεων είναι η βραδύτητα της διαδικασίας ελάφρυνσης του χρέους (deleveraging). Μεταξύ του 2007 και του 2014, το σύνολο των χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, αυξήθηκε κατά ...