Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Ανδρουλιδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Ανδρουλιδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Ποιά διαπραγμάτευση;

Η επιτυχία μιας αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, κόντρα στις προσταγές των ευρωπαϊκών ελίτ, θα σηματοδοτεί αναγκαστικά το τέλος τους

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*

Σε ένα άρθρο μας με τίτλο «Στο μυαλό του Γιάνη Βαρουφάκη », με την έναρξη ουσιαστικά της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, έγινε προσπάθεια να αποκωδικοποιηθεί η Λογική αυτής της διαδικασίας που φάνταζε «νέα, ωραία και ευτυχής» (όσον αφορά την κατάληξη της), έναντι τουλάχιστον των απελθόντων διαπραγματευτών –ο Θεός να τους κάνει- εκπροσώπους εν πολλοίς της ντόπιας παρασιτικής ελίτ, που λυμαίνεται τον τόπο επί δεκαετίες, για να μην πούμε από ιδρύσεως του ελλαδικού κρατιδίου. 

Τα χαρακτηριστικά αυτής της διαπραγμάτευσης φάνταζαν όμως «νέα, ωραία και ευτυχή» ακόμη και έναντι των ψυχαναγκαστικών executives που το παίζουν συν-εταίροι μας. Τι σπουδαία γλώσσα, η ελληνική! Βγάζεις το «συν», το μαζί δηλαδή, και σου μένει αυτό που πραγματικά είναι οι κουρδιστόψυχοι αυτοί τύποι, στην καλύτερη των περιπτώσεων. «Εταίροι», λέει. Ένα,  δύο «ες» απόσταση απ’ τις «εταίρες».


Υποστηρίζαμε στο άρθρο εκείνο ότι, σε αντίθεση με το video games,  τις χολιγουντιανές υπερπαραγωγές ή τις πωλήσεις, όπου οι παίκτες διαπραγματεύονται έχοντας κατά νου τον απώτερο στόχο τους, δηλαδή να νικήσουν τους αντιπάλους τους, o Βαρουφάκης ακολουθώντας μια τεχνική που θεμελίωσε ο Αμερικανός ψυχολόγος Carl Rogers, πίστευε ότι η διαπραγμάτευση μπορεί να γεφυρώσει τα όρια που θέτουν οι αντίπαλοι, βοηθώντας τους να κατανοήσουν και να αποδεχτούν ο ένας τον άλλο.
Αυτό το είδος διαλόγου, είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε θέματα με συναισθηματική φόρτιση, ακριβώς γιατί υποβαθμίζει τη συναισθηματική ένταση –μέσω της ενσυναισθητικής κατανόησης του απέναντι Άλλου- και τονίζει τα λογικά επιχειρήματα.

«Βγάλε το σκασμό και άκου τον εχθρό σου!», θα μπορούσε να είναι ένα αφαιρετικό motto της διαδικασίας αυτής.

«Εάν εμμένουμε στην αντίληψη που μας διαφοροποιεί από τους άλλους, εάν είμαστε «εμείς» versus «οι άλλοι», τότε υπάρχουν δύο ιδέες, δύο συναισθήματα, δύο κρίσεις-αποφάσεις, ενώ χάνουμε ο ένας τον άλλο, μέσα σε ένα ψυχολογικό χάος». Τα αποτελέσματα είναι η έλλειψη της επικοινωνίας και οι ασύμπτωτες και αγεφύρωτες διαφορές. «Σαν να λέμε, εγώ είμαι 100% σωστός και εσύ είσαι 100% λάθος», θα πει ο Rogers.

Να γιατί επιλέχθηκε και εντάχθηκε η λέξη «γέφυρα», στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την νέα συμφωνία. Να γιατί επιλέχθηκε η υιοθέτηση του 65% ή 70% των μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου, δηλαδή των θέσεων του Άλλου. Στην πραγματικότητα το 65% ήταν ένα εντελώς αυθαίρετο ποσοστό, γιατί κανείς δεν ξέρει πραγματικά πάνω σε ποια βάση αναφερόταν. Στον αριθμό των μέτρων; Στον αριθμό των μεταρρυθμίσεων; Στο οικονομικό μέγεθος των μεταρρυθμίσεων; Στον οικονομικό αντίκτυπο των μεταρρυθμίσεων για τα φτωχότερα στρώματα; 

Έτσι, χωρίς να δεσμεύει επί της ουσίας πουθενά, η ιδέα αυτή της «γέφυρας» κατάφερνε να διαχέει ένα «ροτζεριανό» συμβολικό μήνυμα στην άλλη πλευρά: Εμείς λέμε ότι κατά 70% έχετε δίκιο εσείς! Αυτή ήταν με δυό λόγια η Δημιουργική Ασάφεια του Γιάνη.

Και η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτές τις ιστορίες, όπως και σε πολλές καθημερινές ανάλογες, το πιο δύσκολο πρόβλημα για τους Άλλους (προφανώς και για μας) είναι να μας ακούσουν, πριν βάλουν το μυαλό τους να δράσει, με βάση τα πιστεύω τους. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι Άλλοι (προφανώς και εμείς), δεν είναι πρόθυμοι να ακούσουν, κυρίως εξ’ αιτίας ενός βαθύτερου φόβου ότι μπορούμε να τους αλλάξουμε τις απόψεις τους. Κάτι που βέβαια ούτε εμείς το θέλουμε! Γι’ αυτό συνήθως όταν «ακούμε», ακούμε όχι αυτό που λέει ο Άλλος, αλλά αυτό που περιμένουμε να ακούσουμε, ενώ τις περισσότερες φορές αξιοποιούμε το χρόνο της ομιλίας του άλλου, για να προετοιμάσουμε, μέσα μας, τη δική μας απάντηση.  «Μην ακούς αυτό που νομίζεις ότι λέω!» θα μπορούσαμε να πούμε κάπως αφοριστικά.

Στην πραγματικότητα, όλοι έχουμε μεγαλώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρούμε ότι –κατά βάσιν- η δική μας άποψη, είναι και η μόνη έγκυρη. «Η μεγάλη πλειοψηφία από μας, υποστηρίζει ο Rogers, δεν μπορεί να ακούσει! Κι αυτό γιατί θα ήμασταν υποχρεωμένοι να θέσουμε τους εαυτούς μας σε μια διαδικασία αξιολόγησης, σε μια αξιολογική κρίση ή και επι-κριτική. Να γιατί η ακρόαση φαίνεται να είναι μια πολύ επικίνδυνη ιστορία, που απαιτεί πριν απ’ όλα κουράγιο, κάτι που είναι φυσικό να μην διαθέτουμε πάντα». 

Ακόμη και το ντύσιμο του Γιάνη, που μοιάζει να αμφισβητεί τους καθιερωμένους κανόνες, θα μπορούσε, με έναν τρόπο, να συμβολίζει την άρνηση εγκλωβισμού στους συνηθισμένους κανόνες της επιχειρηματολογίας. Όπως θα γράψει, και πάλι, ο Guardian, «ο περισσότερος κόσμος πηγαίνει σε μια διαπραγμάτευση, προσπαθώντας να αντιγράψει το στυλ αυτού που θα συναντήσει. Όταν κάποιος δεν το κάνει δεν είναι τυχαίο. Ο Βαρουφάκης πρέπει να ήταν σίγουρος ότι ο ...

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως Ψυχοθεραπεία

"Η ψυχική ασθένεια δηλαδή, ως απουσία σθένους να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος τον Καπιταλισμό, είναι ουσιαστικά πολιτική νόσος και ως τέτοια, μπορεί να έχει πολιτική θεραπεία. Την άρση της εξοντωτικής μνημονιακής-καπιταλιστικής βαρβαρότητας και των συνεπειών της. 
Ακούγεται ίσως κάπως αστείο, ίσως και να είναι εναπομένον δείγμα της ψυχικής μου διαταραχής, αλλά είναι βαθιά αντικαταθλιπτική η προσδοκία ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς στην πατρίδα μας θα μπορέσουν επιτέλους να λειτουργήσουν ψυχοθεραπευτικά για την κοινωνία μας. Ίσως αυτό, να είναι και η μεγαλύτερη ευθύνη τους!"



"Κάθε πρωί ξυπνάω στη λάθος πλευρά του Καπιταλισμού..."

Κάπως έτσι, η ανεργία που δεν τελειώνει ποτέ, σε σπρώχνει πίσω στους γονείς, σε οδηγεί να εγκαταλείψεις μία σύντροφο, να παλεύεις για την ταυτότητα του φύλου σου, να λείπεις από την παρέα των φίλων σου. Σε βαφτίζει απελπισμένο. Είναι μια νέα ταυτότητα αυτή: απελπισμένος τάδε, του τάδε και της δείνα. Επάγγελμα: άνεργος. Αριθμός μητρώου ανεργίας: διάλεξε  μόνος σου έναν από το ένα έως το ενάμιση εκατομμύριο.

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη*
Είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, τρομαγμένος, λουσμένος από έναν αναθεματισμένο κρύο ιδρώτα, που δεν λέει να με στεγνώσει. Δίπλα, ξαπλωμένη μια πλούσια γκάμα με παυσίπονα και ηρεμιστικά βότανα. Η μόνη πλούσια που βρέθηκε ποτέ στο κρεββάτι μου. Η γκάμα των αντικαταθλιπτικών! Η χαρά της βαλεριάνας, θα αστειευτώ... Ποια είναι αυτή; Είναι ωραία; Και γιατί χαίρεται άραγε; Πώς μπορεί εκείνη να χαίρεται; Όμως παραιτούμαι από τη σκέψη μιας γκόμενας που θα μπορούσαν να την έλεγαν Βαλεριάνα, όσο κι αν, στιγμιαία, τη φαντάζομαι με μεγάλα βυζιά.
Οι θόρυβοι απ’ έξω με αναστατώνουν. Η καρδιά μου χτυπάει ξέφρενα, εξαγριωμένα, με επιμονή. Ίσως είναι η μόνη από αυτό που θα ονόμαζα «εμένα», που έχει τόση επιμονή. Κοιμάμαι για λίγο. Είκοσι λεπτά. Δέκα λεπτά. Δέκα λεπτά. Είκοσι λεπτά. Η μέρα χωρίζεται σε σπασμένα δεκάλεπτα. Η νύχτα σπάει σε εικοσάλεπτα κέρματα.  Μια σειρήνα της αστυνομίας με ξυπνάει. Έξαφνα! Δείγμα πως οι σύντροφοι μου ξέχασαν να μου φράξουν τ’ αυτιά. Ύστερα, θυμάμαι πως δεν με λένε Οδυσσέα. Γι’ αυτό, ίσως, δεν έχω συντρόφους. Το κορμί μου εμποτίζεται στο φυτικό εκχύλισμα του φόβου μου. Τον ιδρώτα που στεγνώνει το μέσα μου σ’ ένα μακό μπλουζάκι. Τον κρύο ιδρώτα μου! Το φυτικό εκχύλισμα του φόβου μου, που διατίθεται αποκλειστικά από το τηλεμάρκετινγκ της ζωής μου. Οι θόρυβοι απ’ έξω με αναστατώνουν. Κι’ ύστερα πάλι τα ίδια. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται! Σαν ένας χρυσαυγίτικος μαίανδρος που κάνει γύρω-γύρω και μου σφίγγει τη ψυχή.

Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στην αναπνοή μου, αλλά το στομάχι μου είναι στριμμένο σαν μια παράξενη μοχθηρή γριά που σκίζει την μπάλα των πιτσιρικάδων. Μια μπάλα από ναυτία που παίζει κλοτσοσκούφι στο στομάχι μου.

Τώρα πια, ειδικά τέτοιες ώρες, όλα έχουν εξαρθρωθεί. Οι σπείρες, οι «τρομοκράτες», το μυαλό μου. Η κοινωνία. Τα πήρε η μπάλα! Τα αντικείμενα λυγίζουν σουρεαλιστικά σαν ρολόγια του Νταλί. Το «είναι» μου λυγίζει στο βάρος του!

Κλαίω ήσυχα, προσπαθώντας να μην ξυπνήσω κανέναν. Ώσπου κλαίω ανεξέλεγκτα, μέσα μου, εκτός μου, δεν ξέρω. Δεν ξέρω γιατί. Γιατί;

Ίσως να είναι η ενοχή που βαραίνει απ’ το νόημα της ζωής μου που χάθηκε.
Σε σένα δεν ντρέπομαι να το πω: για μένα, η «ψυχική υγεία» κακώς λέγεται έτσι. Μερικές φορές μου ακούγεται σαν γειτονιά. Κάπου ανάμεσα στο Ψυχικό και στο Υγεία. Μένω μακριά. Το ξέρω πως μένω μακριά και τέτοια ώρα δεν υπάρχει συγκοινωνία που να σε πηγαίνει εκεί.

Μια ψυχική ασθένεια, μπορεί να είναι μια από τις πιο φυσικές εμπειρίες που μπορεί να συμβούν σ’ έναν άνθρωπο. Με μια παράδοξη πρωτοτυπία: αν και οι αιτίες είναι πάντα συναισθηματικές, διανοητικές, οι επιπτώσεις αφορούν όλο το σώμα. Είναι στιγμές που σκέφτομαι πως το μυαλό μου κατοικεί στο στομάχι. Ή μήπως στο στήθος;
Κάπως έτσι, δεν τα κατάφερα να αποφύγω την κατάθλιψη. Δεν μπόρεσα να την παραχώσω στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ίσως αρχικά και μην ήθελα να την καταπολεμήσω. Ποιός θα μπορούσε, άλλωστε,  να κερδίσει μια μάχη ενάντια στο μυαλό του;

Ψυχική κατάρρευση. Πιθανόν δεν είναι ένας όρος ιατρικά ορθός. Αλλά είναι ο μόνος επαρκής όρος που μπορεί να περιγράψει πως ένοιωσα στα χρόνια του Μνημονίου. Αρκετές φορές είχα τάσεις αυτοκτονίας και άλλες τόσες αποφάσισα να αυτοκτονήσω ως το τέλος του μήνα.
Ξέρεις, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πάνω από 450 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, έχουν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας. Στην πατρίδα μας, ένας στους τρεις πάσχει από μια –τουλάχιστον- ψυχική διαταραχή. Αυτό είναι το 1/3 του πληθυσμού. Κι΄όμως, η ψυχική υγεία είναι κάτι που οι περισσότεροι από μας δεν καταλαβαίνουν. Δεν μιλάμε γι’ αυτό. Απλά, ελπίζουμε ότι το ψυχικό «κακό» δεν θα συμβεί σε μας. Ή το κάνουμε κουτσομπολιό στις στήλες λαϊκής ψυχολογίας του ίντερνετ και των free press περιοδικών.
Όταν αγνοούμε το γεγονός ότι η ψυχική υγεία μας αφορά όλους, η ετικέτα «φοριέται» μόνο σε όσους αγωνίζονται γι’ αυτήν. Η καλή ψυχική υγεία γίνεται ένα πράγμα κάπως αόρατο: τα αίτια της- που θα μπορούσαν να συναρτώνται με συναισθηματικά, κοινωνικά ή υλικά πλεονεκτήματα και προνόμια- μένουν αδιερεύνητα.

Το 1901, ο Seebohm Rowntree, απέδειξε ότι η φτώχεια δεν ήταν σφάλμα των φτωχών, αλλά από τότε μέχρι σήμερα οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις έχουν κατορθώσει να εξαλείψουν, σχεδόν, αυτή την ιδέα.

Καθώς η ανισότητα αυξάνεται, κάτω από την καπιταλιστική κυριαρχία, οι άνθρωποι οδηγούνται στη φτώχεια, σε σχέσεις εξάρτησης ή κατάχρησης ουσιών και σε συνθήκες ανημπόριας, ενώ οι ελεύθερη αγορά μας απαντά σαρκαστικά: το αξίζατε! Καλά να πάθετε! «Όλοι μαζί τα φάγαμε!». Κανείς, μας λένε, που προσπαθεί αρκετά σκληρά δεν ...

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget