Η επιτυχία μιας αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, κόντρα στις προσταγές των ευρωπαϊκών ελίτ, θα σηματοδοτεί αναγκαστικά το τέλος τουςτου Αντώνη Ανδρουλιδάκη*
Τα χαρακτηριστικά αυτής της διαπραγμάτευσης φάνταζαν όμως «νέα, ωραία και ευτυχή» ακόμη και έναντι των ψυχαναγκαστικών executives που το παίζουν συν-εταίροι μας. Τι σπουδαία γλώσσα, η ελληνική! Βγάζεις το «συν», το μαζί δηλαδή, και σου μένει αυτό που πραγματικά είναι οι κουρδιστόψυχοι αυτοί τύποι, στην καλύτερη των περιπτώσεων. «Εταίροι», λέει. Ένα, δύο «ες» απόσταση απ’ τις «εταίρες».
Υποστηρίζαμε στο άρθρο εκείνο ότι, σε αντίθεση με το video games, τις χολιγουντιανές υπερπαραγωγές ή τις πωλήσεις, όπου οι παίκτες διαπραγματεύονται έχοντας κατά νου τον απώτερο στόχο τους, δηλαδή να νικήσουν τους αντιπάλους τους, o Βαρουφάκης ακολουθώντας μια τεχνική που θεμελίωσε ο Αμερικανός ψυχολόγος Carl Rogers, πίστευε ότι η διαπραγμάτευση μπορεί να γεφυρώσει τα όρια που θέτουν οι αντίπαλοι, βοηθώντας τους να κατανοήσουν και να αποδεχτούν ο ένας τον άλλο.
Αυτό το είδος διαλόγου, είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε θέματα με συναισθηματική φόρτιση, ακριβώς γιατί υποβαθμίζει τη συναισθηματική ένταση –μέσω της ενσυναισθητικής κατανόησης του απέναντι Άλλου- και τονίζει τα λογικά επιχειρήματα.
«Βγάλε το σκασμό και άκου τον εχθρό σου!», θα μπορούσε να είναι ένα αφαιρετικό motto της διαδικασίας αυτής.
«Εάν εμμένουμε στην αντίληψη που μας διαφοροποιεί από τους άλλους, εάν είμαστε «εμείς» versus «οι άλλοι», τότε υπάρχουν δύο ιδέες, δύο συναισθήματα, δύο κρίσεις-αποφάσεις, ενώ χάνουμε ο ένας τον άλλο, μέσα σε ένα ψυχολογικό χάος». Τα αποτελέσματα είναι η έλλειψη της επικοινωνίας και οι ασύμπτωτες και αγεφύρωτες διαφορές. «Σαν να λέμε, εγώ είμαι 100% σωστός και εσύ είσαι 100% λάθος», θα πει ο Rogers.
Να γιατί επιλέχθηκε και εντάχθηκε η λέξη «γέφυρα», στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την νέα συμφωνία. Να γιατί επιλέχθηκε η υιοθέτηση του 65% ή 70% των μεταρρυθμίσεων του Μνημονίου, δηλαδή των θέσεων του Άλλου. Στην πραγματικότητα το 65% ήταν ένα εντελώς αυθαίρετο ποσοστό, γιατί κανείς δεν ξέρει πραγματικά πάνω σε ποια βάση αναφερόταν. Στον αριθμό των μέτρων; Στον αριθμό των μεταρρυθμίσεων; Στο οικονομικό μέγεθος των μεταρρυθμίσεων; Στον οικονομικό αντίκτυπο των μεταρρυθμίσεων για τα φτωχότερα στρώματα;
Έτσι, χωρίς να δεσμεύει επί της ουσίας πουθενά, η ιδέα αυτή της «γέφυρας» κατάφερνε να διαχέει ένα «ροτζεριανό» συμβολικό μήνυμα στην άλλη πλευρά: Εμείς λέμε ότι κατά 70% έχετε δίκιο εσείς! Αυτή ήταν με δυό λόγια η Δημιουργική Ασάφεια του Γιάνη.
Και η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτές τις ιστορίες, όπως και σε πολλές καθημερινές ανάλογες, το πιο δύσκολο πρόβλημα για τους Άλλους (προφανώς και για μας) είναι να μας ακούσουν, πριν βάλουν το μυαλό τους να δράσει, με βάση τα πιστεύω τους. Γιατί, στην πραγματικότητα, οι Άλλοι (προφανώς και εμείς), δεν είναι πρόθυμοι να ακούσουν, κυρίως εξ’ αιτίας ενός βαθύτερου φόβου ότι μπορούμε να τους αλλάξουμε τις απόψεις τους. Κάτι που βέβαια ούτε εμείς το θέλουμε! Γι’ αυτό συνήθως όταν «ακούμε», ακούμε όχι αυτό που λέει ο Άλλος, αλλά αυτό που περιμένουμε να ακούσουμε, ενώ τις περισσότερες φορές αξιοποιούμε το χρόνο της ομιλίας του άλλου, για να προετοιμάσουμε, μέσα μας, τη δική μας απάντηση. «Μην ακούς αυτό που νομίζεις ότι λέω!» θα μπορούσαμε να πούμε κάπως αφοριστικά.
Στην πραγματικότητα, όλοι έχουμε μεγαλώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρούμε ότι –κατά βάσιν- η δική μας άποψη, είναι και η μόνη έγκυρη. «Η μεγάλη πλειοψηφία από μας, υποστηρίζει ο Rogers, δεν μπορεί να ακούσει! Κι αυτό γιατί θα ήμασταν υποχρεωμένοι να θέσουμε τους εαυτούς μας σε μια διαδικασία αξιολόγησης, σε μια αξιολογική κρίση ή και επι-κριτική. Να γιατί η ακρόαση φαίνεται να είναι μια πολύ επικίνδυνη ιστορία, που απαιτεί πριν απ’ όλα κουράγιο, κάτι που είναι φυσικό να μην διαθέτουμε πάντα».
Ακόμη και το ντύσιμο του Γιάνη, που μοιάζει να αμφισβητεί τους καθιερωμένους κανόνες, θα μπορούσε, με έναν τρόπο, να συμβολίζει την άρνηση εγκλωβισμού στους συνηθισμένους κανόνες της επιχειρηματολογίας. Όπως θα γράψει, και πάλι, ο Guardian, «ο περισσότερος κόσμος πηγαίνει σε μια διαπραγμάτευση, προσπαθώντας να αντιγράψει το στυλ αυτού που θα συναντήσει. Όταν κάποιος δεν το κάνει δεν είναι τυχαίο. Ο Βαρουφάκης πρέπει να ήταν σίγουρος ότι ο ...
.jpg)