Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2024

Γιατί η αριστερά είναι κομμάτια, ενώ "Όλοι μαζί μπορούμε" ;

             Τα βουνά καταστρέφονται συστηματικά από την εποχή του Γιωργάκη Παπανδρέου, όπως έδειχνε στην παραπάνω γελοιογραφία ο αείμνηστος Γιάννης Καλαϊτζής. 
Γιατί δεν θέλησε τόσα χρόνια η αριστερά να ενισχύσει τα κινήματα για την σωτηρία τους;

Η εικόνα της αριστεράς είναι τραγελαφικά αντιφατική. Οι διαφορετικές πολιτικές της εκφράσεις, οι συνιστώσες της - για να χρησιμοποιήσουμε ορολογία ΣΥΡΙΖΑ προ 2015 - συμφωνούν μεταξύ τους κατά 99% στο πολιτικό επίδικο. Και καταγγέλλουν με σχεδόν τις ίδιες φράσεις την νεοφιλελεύθερη ακροδεξιά διακυβέρνηση της ΝΔ του Μητσοτάκη. Αλλά παραδόξως δεν μπορούν να συνεργαστούν για να ανατρέψουν εύκολα την πιο επικίνδυνη ΝΔ από την ίδρυσή της!
Τι συμβαίνει στο μυαλό της κομματικής αριστεράς; Πως εξηγείται ότι ενώ τα προβλήματα των πολιτών έχουν φτάσει στο απροχώρητο, με τους μισθούς στα τάρταρα, τους πλειστηριασμούς στο ζενίθ, την υγεία και την παιδεία στην εντατική, το περιβάλλον να καταστρέφεται καθημερινά από την βιομηχανία της ενέργειας - η αριστερά βρίσκει εμπόδια στο να δράσει κοινά;
Πως εξηγείται ότι καθένας φροντίζει το μαγαζάκι του και όχι το κοινό σπίτι; Πως εξηγείται ότι ο ένας καταγγέλλει την άλλη στην αριστερά και αποκλείει ή αναβάλλει διαρκώς τον διάλογο και την κοινή δράση; Ο ΣΥΡΙΖΑ μόνο έχει παράξει τόσα κόμματα όσα αριθμούσαν οι πρώην συνιστώσες του με τις οποίες είχε φτύσει αίμα να συνυπάρξει. Χρόνια διαλόγου και κοινής δράσης έφεραν την νίκη του 2015 και την πρώτη φορά αριστερά για ένα εξάμηνο. Και μετά πάλι τα ίδια... οι διαφωνίες έγιναν πάλι νέα κόμματα ή νέες φράξιες μέσα στο ίδιο κόμμα που κι αυτές ξανάγιναν νέα κόμματα στην συνέχεια.
Σήμερα η κεντροαριστερή πλειοψηφία κατεβάζει δέκα κόμματα στις εκλογές ή απέχει και η πιο επικίνδυνη ΝΔ όλων των εποχών κυβερνά αυτοδύναμα με το 20% των ψηφοφόρων...
Και πριν αναλύσουμε το ιδιοτελές κίνητρο του να έχει ο καθένας το μαγαζί του ας πάμε απευθείας στο κεντρικό ζήτημα: ότι και να λένε όλοι τους, στους πολίτες είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι όλες οι εκδοχές της αριστεράς μπορούν να συνυπάρξουν!
Απλά δεν το κάνουν κι αυτό είναι πρόβλημα που οι ίδιοι πρέπει να κοιτάξουν πριν χάσουν και το τελευταίο ψήγμα αξιοπιστίας στην κοινωνική αριστερά και λογικά και την τελευταία ψήφο της.
Το πρόβλημα της αριστεράς είναι η συνύπαρξη στο ίδιο πολιτικό χώρο. Οι διαφορές των συνιστωσών της είναι ελάχιστες όσον αφορά τη θεωρία και το κοινό όραμα και σχεδόν μηδενικές προγραμματικά και στην τακτική τους. Κι όμως βρίσκουν τρόπους να τις γιγαντώσουν, να διασπώνται και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους τραγικές κατηγορίες...
Το πρόβλημα της αριστεράς είναι η πολιτική τεμπελιά. Αντί να αναθεωρεί συνεχώς την θεωρία της ενσωματώνοντας τις νέες πραγματικότητες, βολεύεται στην δογματοποίηση της θεωρητικής παραγωγής και των ιδεών παλιότερων διανοητών.
Η τραγική οικολογική πραγματικότητα που έχει επιφέρει ο καπιταλισμός στο μεταξύ, δείχνει αχώνευτη προγραμματικά για την αριστερά παρότι επιβεβαιώνει με τον χειρότερο τρόπο τις προβλέψεις της αριστεράς για την τύχη του πλανήτη στα χέρια του νεοφιλελευθερισμού! Δεν μπορεί η αριστερά να ξεκολλήσει από την λατρεία των παραγωγικών δυνάμεων και της ανάπτυξης που εξάντλησαν τους πόρους του πλανήτη και ρύπαναν και την τελευταία γωνιά του πρώην ζωογόνου περιβάλλοντος.
Το πρόβλημα της αριστεράς είναι τα μικρομέγαλα εγώ. Την συλλογικότητα και την δημοκρατία πολύ εύκολα την παραβιάζει η αριστερά εντός της ενώ την εξαγγέλλει εκτός της! Οι ταπεινοί ήρωές της που αποτελούν την κληρονομιά και την συνείδηση της κοινωνικής αριστεράς δεν παραδειγματίζουν πλέον και τις κομματικές ηγεσίες της. Η δημοκρατία παραμερίζεται συστηματικά, οι συλλογικές αποφάσεις παραβιάζονται επίσης όποτε βολεύει, τα καταστατικά και τα προγράμματα κρύβονται στο συρτάρι όταν η αποψάρα των επικεφαλής διαφωνεί με το ίδιο τους το συλλογικό οργανισμό. Τα κόμματα της αριστεράς τα κυβερνούν οι παρέες των προεδρικών, οι πρωινοί καφέδες και άνθρωποι που επιβιώνουν μέσω προσωπικών πολιτικών. Η εσωκομματική δημοκρατία δείχνει ανέφικτη.
Τι απομένει; Μα να υπερισχύσει η κοινωνική αριστερά και τα θέλω της απέναντι στις μικροπολιτικές των κομματικών ηγεσιών!
Οι ανάγκες των πολιτών!
Οι κατεπείγουσες ανάγκες των φτωχών ανθρώπων που είναι η πλειοψηφία αλλά δεν βγάζουν συστηματικά πλέον τον μήνα.
Η συλλογική δύναμη της κοινωνίας που κατακερματίζεται από τις κομματικές γραφειοκρατίες!
Κοινωνική απαίτηση και προειδοποίηση στην κομματική αριστερά και τις γραφειοκρατίες της:
  1. Δεν έχετε καμιά δικαιολογία να μην είσαστε ενωμένοι απέναντι στον καπιταλισμό της καταστροφής της Μητσοτακικής ακροκεντρώας δεξιάς και των παραμάγαζών της σε εφεδρεία.
  2. Δεν σας ζητάμε να κλείσετε τα πολιτικά μαγαζιά σας, να αρνηθείτε τις ιδιαιτερότητές σας, τις διαφωνίες σας, τα εμβλήματά σας. Κρατείστε τα. Ελάτε όμως σε κοινό μέτωπο, δράστε μαζί, κυβερνήστε μαζί με ότι αποφασίζει η λαϊκή πλειοψηφία. Μην ρίχνετε την αριστερά από την κυβέρνηση ή την αξιωματική αντιπολίτευση λόγω εσωτερικών διαφορών.
  3. Δουλέψτε επιτέλους θεωρητικά. Επικαιροποιήστε και ζωντανέψτε το οικονομικό πρόγραμμά σας. Εξετάστε σοβαρά τις πιθανότητες επιβίωσης της ανθρωπότητας σε συνθήκες καταστροφής του περιβάλλοντος και κλιματικής αλλαγής. Υιοθετήστε σύγχρονες οικονομικές μελέτες για την ανάγκη επιβράδυνσης παραγωγής και κατανάλωσης για να επιτευχθεί μαζική ευημερία. Μήπως η οικολογία είναι ο σοσιαλισμός της εποχής μας; Μήπως η οικολογία και η αποανάπτυξη είναι η επόμενη ανανέωση της αριστεράς πολιτικά και προγραμματικά;
Νέα αριστερά είναι εκείνη που συγχρονίζεται με τις ανάγκες της εποχής.
Που φέρνει εισόδημα, ευημερία και ποιότητα ζωής στους πολίτες και τους τόπους τους.
Που στηρίζει τα κινήματα κριτικά και τα ενδυναμώνει σε μόνιμο διάλογο μαζί τους. Που δεν κλέβει την υπεραξία τους στις εκλογές αλλά αναδεικνύει σε θέσεις ευθύνης στελέχη τους! Που δέχεται κάθε αριστερή άποψη και δεν εξάρει την μονοκαλλιέργεια των ιδεών και το λενινιστικό "εμείς εμείς οι μόνοι συνεπείς".
Που απευθύνεται πάντα στην λαϊκή πλειοψηφία και σέβεται την λαϊκή ετυμηγορία σε κάθε τελική απόφαση μέχρι την επόμενη. Γιατί οι εποχές αλλάζουν και απαιτούνται ανοιχτά μυαλά.
Όλ@ μαζί μπορούμε!

Κυριακή 25 Αυγούστου 2024

Guy Debord: Ένας Άρρωστος Πλανήτης

Το παρακάτω δοκίμιο γράφτηκε για το 13ο τεύχος της επιθεώρησης Internationale situationniste αλλά λόγω της διάλυσης της ομάδας παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι και την έκδοση του στη συλλογή La planète malade (Gallimard, 2004) και αγγλικά The Sick Planet (Seagull Books, 2008), διαθέσιμο από την ηλεκτρονική επιθεώρηση e-flux. O Guy Debord (1931-1994) ήταν θεωρητικός του μαρξισμού, φιλόσοφος, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και ιδρυτικό μέλος της Καταστασιακής Διεθνούς. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Η «ρύπανση» είναι στη μόδα σήμερα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είναι και η επανάσταση: κυριαρχεί σε ολόκληρη τη ζωή της κοινωνίας και αναπαρίσταται με πλασματική μορφή στο θέαμα. Είναι το αντικείμενο της ψυχοφθόρας φλυαρίας σε μια πληθώρα λανθασμένων και μυστηριακών γραπτών και λόγων, όμως πραγματικά τους έχει πιάσει όλους από το λαιμό. Παρουσιάζεται παντού ως ιδεολογία, ωστόσο κερδίζει συνεχώς έδαφος ως υλική εξέλιξη. Δύο ανταγωνιστικές τάσεις, η πρόοδος προς την υψηλότερη μορφή εμπορευματικής παραγωγής και το πρόταγμα της πλήρους άρνησής της, εξίσου πλούσιες σε αντιφάσεις στο εσωτερικό τους, δυναμώνουν όλο και περισσότερο παράλληλα η μία με την άλλη. Εδώ είναι οι δύο πλευρές με τις οποίες εκδηλώνεται μια μοναδική ιστορική στιγμή, πολυαναμενόμενη και συχνά περιγραφόμενη εκ των προτέρων με μερικούς και ανεπαρκείς όρους: η στιγμή κατά την οποία γίνεται αδύνατο για τον καπιταλισμό να συνεχίσει να λειτουργεί.

Μια εποχή που διαθέτει όλα τα τεχνικά μέσα που είναι απαραίτητα για τον πλήρη μετασχηματισμό των συνθηκών ζωής στη γη είναι επίσης μια εποχή – χάρη στην ίδια ξεχωριστή τεχνική και επιστημονική ανάπτυξη – με τη δυνατότητα να διαπιστώνουμε και να προβλέπουμε, με μαθηματική ακρίβεια, πού ακριβώς (και μέχρι πότε) μας οδηγεί η αυτόματη ανάπτυξη των αλλοτριωμένων παραγωγικών δυνάμεων της ταξικής κοινωνίας: να μετράμε, με άλλα λόγια, τη ραγδαία υποβάθμιση των ίδιων των συνθηκών επιβίωσης, τόσο με την πιο γενική όσο και με την πιο απλοϊκή έννοια του όρου αυτού.

Οι οπισθοδρομικοί αεριτζήδες συνεχίζουν να φλυαρούν (ενάντια) στην αισθητική κριτική όλων αυτών, φαντάζοντας τους εαυτούς τους ξεκάθαρους και μοντέρνους και εναρμονισμένους με την εποχή τους όταν υποστηρίζουν ότι οι αυτοκινητόδρομοι ή οι δημόσιες κατοικίες ενός τόπου όπως η Σαρσέλ έχουν τη δική τους ομορφιά – μια ομορφιά προτιμότερη τελικά από τις ενοχλήσεις των «γραφικών» παλαιών γειτονιών. Αυτοί οι «ρεαλιστές» παρατηρούν με σοβαρό ύφος ότι ο πληθυσμός στο σύνολό του, εκτός εκείνους που νοσταλγούν την «αληθινή» μαγειρική, τρώει σήμερα πολύ καλύτερα από ό,τι παλαιότερα. Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται είναι ότι το πρόβλημα του εκφυλισμού του συνόλου του φυσικού και ανθρώπινου περιβάλλοντος έχει ήδη πάψει να παρουσιάζεται με όρους απώλειας της ποιότητας, είτε αισθητικής είτε άλλου είδους· το πρόβλημα έχει γίνει πλέον το πιο θεμελιώδες: αν ένας κόσμος που ακολουθεί μια τέτοια πορεία μπορεί να διατηρήσει την υλική του ύπαρξη. Στην πραγματικότητα, η αδυναμία του να το κάνει αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από το σύνολο της αποστασιοποιημένης επιστημονικής γνώσης, η οποία δεν συζητά πλέον τίποτα άλλο σε αυτό το πλαίσιο εκτός από το χρονικό διάστημα που απομένει και τα παρηγορητικά μέτρα που θα μπορούσαν ενδεχομένως, αν εφαρμοστούν δυναμικά, να αποτρέψουν την καταστροφή για λίγο. Αυτή η επιστήμη δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να βαδίζει χέρι-χέρι με τον κόσμο που την παρήγαγε – και που την κρατά σφιχτά – στο δρόμο της καταστροφής· ωστόσο είναι υποχρεωμένη να το κάνει με τα μάτια ανοιχτά. Αποτελεί έτσι επιτομή – σχεδόν σε βαθμό καρικατούρας – της αχρηστίας της γνώσης στη μη εφαρμοσμένη μορφή της.

Αξιοθαύμαστα ακριβείς μετρήσεις και προβλέψεις γίνονται διαρκώς σχετικά με την ταχεία αύξηση της χημικής ρύπανσης της αναπνεύσιμης ατμόσφαιρας, όπως και των ποταμών, των ρεμάτων και, ήδη, των ωκεανών· τη μη αναστρέψιμη συσσώρευση ραδιενεργών αποβλήτων που συνοδεύει την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας για τους λεγόμενους ειρηνικούς σκοπούς· τις επιπτώσεις του θορύβου· το γέμισμα του διαστήματος με πλαστικά σκουπίδια που απειλούν να το μετατρέψουν σε μια αιώνια χωματερή· τα ποσοστά γεννήσεων που βρίσκονται εκτός ελέγχου· την παρανοϊκή υποβάθμιση των τροφίμων· η αστική εξάπλωση που κατακλύζει παντού αυτό που κάποτε ήταν πόλη και ύπαιθρος, και, ομοίως, η εξάπλωση των ψυχικών ασθενειών – συμπεριλαμβανομένων των νευρωτικών φόβων και ψευδαισθήσεων που είναι βέβαιο πως θα πολλαπλασιαστούν ως αντίδραση στην ίδια τη ρύπανση, τα ανησυχητικά χαρακτηριστικά της οποίας αναγράφονται παντού – και των αυτοκτονιών, των οποίων ο ρυθμός αύξησης είναι ακριβώς παράλληλος με την επιταχυνόμενη κατασκευή αυτού του περιβάλλοντος (για να μην αναφέρουμε τις επιπτώσεις του πυρηνικού ή βακτηριολογικού πολέμου, τα μέσα για τον οποίο είναι ήδη διαθέσιμα και κρέμονται από πάνω μας σαν τη δαμόκλειο σπάθη, αν και, φυσικά, είναι δυνατόν να αποφευχθούν).

Με λίγα λόγια, αν η έκταση και ακόμη και η πραγματικότητα του «τρόμου του έτους 1000» αποτελούν ακόμη αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των ιστορικών, ο τρόμος του έτους 2000 είναι τόσο πασιφανής όσο και καλά θεμελιωμένος· μάλιστα, βασίζεται πλέον σε επιστημονική βεβαιότητα. Ταυτόχρονα, αυτό που συμβαίνει δεν είναι σε καμία περίπτωση κάτι το ουσιαστικά νέο: μάλλον, είναι απλώς το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας. Μια κοινωνία που είναι όλο και πιο άρρωστη, αλλά όλο και πιο ισχυρή, έχει αναδημιουργήσει τον κόσμο – παντού και σε συγκεκριμένη μορφή – ως περιβάλλον και σκηνικό της αρρώστιας της: έχει δημιουργήσει έναν άρρωστο πλανήτη. Μια κοινωνία που δεν έχει ακόμη επιτύχει την ομοιογένεια, και που δεν είναι ακόμη αυτοκαθοριζόμενη, αλλά αντίθετα καθορίζεται όλο και περισσότερο από ένα μέρος της που τοποθετείται πάνω από την ίδια, έξω από την ίδια, έχει θέσει σε εφαρμογή μια διαδικασία κυριαρχίας επί της Φύσης που δεν έχει ακόμη εγκαθιδρύσει την κυριαρχία πάνω στον εαυτό της. Ο καπιταλισμός έχει επιτέλους αποδείξει, λόγω της ίδιας του της δυναμικής, ότι δεν μπορεί πλέον να αναπτύξει τις δυνάμεις της παραγωγής – και αυτό, όχι με την ποσοτική έννοια, όπως το έχουν καταλάβει πολλοί, αλλά μάλλον με την ποιοτική.

Για την αστική σκέψη, ωστόσο, μιλώντας μεθοδολογικά, μόνο το ποσοτικό είναι έγκυρο, μετρήσιμο και αποτελεσματικό, ενώ το ποιοτικό δεν είναι παρά αόριστη υποκειμενική ή καλλιτεχνική διακόσμηση του πραγματικά αληθινού, το οποίο μετριέται μόνο με την πραγματική του αξία. Για τη διαλεκτική σκέψη, αντίθετα, και συνεπώς για την ιστορία και για το προλεταριάτο, το ποιοτικό είναι η πιο αποφασιστική διάσταση της πραγματικής προόδου. Αυτό είναι που ο καπιταλισμός, από τη μια πλευρά, και εμείς, από την άλλη, θα έχουμε τελικά αποδείξει.

Οι αφέντες της κοινωνίας είναι πλέον υποχρεωμένοι να μιλάνε για τη ρύπανση, τόσο για να την καταπολεμήσουν (γιατί άλλωστε ζουν στον ίδιο πλανήτη με εμάς – πράγμα που είναι η μόνη έννοια με την οποία μπορεί να ειπωθεί πως η ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει πραγματικά φέρει ένα βαθμό ταξικής συγχώνευσης) όσο και για να την αποκρύψουν, γιατί το απλό γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιες επιβλαβείς και επικίνδυνες τάσεις αποτελεί τεράστιο κίνητρο για εξέγερση, μια υλική προϋπόθεση των εκμεταλλευόμενων εξίσου ζωτική με τον αγώνα των προλετάριων του 19ου αιώνα για το δικαίωμα στο φαγητό. Μετά τη ουσιαστική αποτυχία των ρεφορμισμών του παρελθόντος – που όλοι τους ανεξαιρέτως φιλοδοξούσαν στην οριστική επίλυση του ταξικού προβλήματος – ένα νέο είδος ρεφορμισμού κάνει την εμφάνιση του στο προσκήνιο που απαντά στις ίδιες ανάγκες με τις προηγούμενες εκδοχές, δηλαδή στο λάδωμα της μηχανής και στο άνοιγμα νέων κερδοφόρων τομέων για επιχειρήσεις αιχμής. Ο πιο σύγχρονος τομέας της βιομηχανίας τρέχει να ασχοληθεί με διάφορα παυσίπονα για τη ρύπανση, βλέποντας σε αυτά τόσες νέες ευκαιρίες που γίνονται ακόμα πιο ελκυστικές από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που μονοπωλεί το κράτος είναι διαθέσιμο για επενδύσεις και εκμετάλλευση σε αυτό το πεδίο. Ενώ αυτός ο νέος ρεφορμισμός είναι εγγυημένο ότι θα αποτύχει για τους ίδιους ακριβώς λόγους με τους προκατόχους του, διαφέρει ριζικά από αυτούς στο ότι έχει ξεμείνει από χρόνο.

Η ανάπτυξη της παραγωγής έχει μέχρι τώρα επιβεβαιώσει πλήρως τη φύση της ως πραγμάτωση της πολιτικής οικονομίας: ως ανάπτυξη της φτώχειας, η οποία έχει εισβάλει και έχει ρημάξει τον ίδιο τον ιστό της ζωής. Μια κοινωνία όπου οι παραγωγοί αυτοκτονούν δουλεύοντας και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να ατενίζουν από μακριά το προϊόν της εργασίας τους, τους επιτρέπει τώρα με κάθε  διαφάνεια να δουν – και να αναπνεύσουν – το γενικό αποτέλεσμα της αλλοτριωμένης εργασίας, το οποίο έχει αποδειχθεί εξίσου θανατηφόρο. Αυτή η κοινωνία κυβερνάται από μια υπεραναπτυγμένη οικονομία, η οποία μετατρέπει τα πάντα – ακόμα και το νερό της πηγής και τον αέρα της πόλης – σε οικονομικά αγαθά, δηλαδή τα πάντα έχουν γίνει οικονομικά κακά – αυτή η «πλήρης άρνηση του ανθρώπου» που έχει φτάσει τώρα στην τέλεια υλική κατάληξη της. Η σύγκρουση στον καπιταλισμό μεταξύ των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής, είτε αστικών είτε γραφειοκρατικών, έχει εισέλθει στο τελικό της στάδιο. Ο ρυθμός παραγωγής της μη-ζωής έχει αυξηθεί διαρκώς στη γραμμική και σωρευτική πορεία του· ένα τελικό κατώφλι που μόλις έχει ξεπεραστεί σε αυτή την εξέλιξη, αυτό που παράγεται τώρα, άμεσα, είναι ο θάνατος.

Σε έναν κόσμο όπου οι εργοδότες ασκούν όλη τη δύναμη χάρη στο θεσμό της εργασίας ως εμπόρευμα, η απόλυτη, αναγνωρισμένη και ουσιαστική λειτουργία της αναπτυγμένης οικονομίας του σήμερα είναι η παραγωγή απασχόλησης. Πράγματι, απέχει πολύ από την «προοδευτική» προσδοκία του 19ου αιώνα πως η επιστήμη και η τεχνολογία θα μείωναν την ανθρώπινη εργασία αυξάνοντας την παραγωγικότητα, και έτσι θα ικανοποιούσαν ευκολότερα τις ανάγκες που μέχρι πρότινος θεωρούνταν πραγματικές από όλους, χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή στην ποιότητα των αγαθών που θα ήταν διαθέσιμα για το σκοπό αυτό. Είναι για χάρη της «δημιουργίας θέσεων εργασίας» (ακόμη και σε αγροτικές περιοχές που σήμερα δεν υπάρχουν αγρότες), δηλαδή για χάρη της χρήσης της ανθρώπινης εργασίας ως αλλοτριωμένης εργασίας, ως μισθωτής εργασίας, που γίνονται όλα τα άλλα· και ως εκ τούτου, βλακωδώς, τα ίδια τα θεμέλια της ζωής του είδους – που σήμερα είναι ακόμη πιο εύθραυστα από τη σκέψη ενός Kennedy ή ενός Brezhnev – τίθενται σε κίνδυνο.

Ο ίδιος ο παλιός ωκεανός δεν νοιάζεται καθόλου για τη ρύπανση, αλλά η ιστορία δεν είναι καθόλου αδιάφορη γι’ αυτήν. Η ιστορία μπορεί να σωθεί μόνο με την κατάργηση της εργασίας ως εμπορεύματος. Και η ιστορική συνείδηση δεν είχε ποτέ άλλοτε τόσο μεγάλη και επείγουσα ανάγκη να κατακτήσει τον κόσμο της, γιατί ο εχθρός στις πύλες της δεν είναι πλέον η ψευδαίσθηση αλλά ο ίδιος της ο θάνατος.

Όταν οι αξιοθρήνητοι αφέντες μιας κοινωνίας της οποίας το άθλιο πεπρωμένο είναι πλέον ορατό – μια μοίρα πολύ χειρότερη, ας πούμε, από εκείνες που αναφέρουν οι φιλιππικοί ακόμη και των πιο ριζοσπαστών ουτοπιστών μιας παλαιότερης εποχής – αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι το περιβάλλον μας έχει γίνει κοινωνικό ζήτημα και ότι η διαχείριση των πάντων έχει γίνει άμεσα πολιτική, μέχρι και το χορτάρι των αγρών και τη δυνατότητα να πίνουμε νερό, να κοιμόμαστε χωρίς χάπια ή να πλένουμε χωρίς να αναπτύσσουμε πληγές – σε τέτοιες συνθήκες, είναι προφανές ότι η παλιά εξειδικευμένη πολιτική πρέπει αναγκαστικά να κηρύξει τον εαυτό της εντελώς χρεοκοπημένο.

Χρεοκοπημένη, μάλιστα, στην ύψιστη έκφραση του βολονταρισμού της, δηλαδή στην ολοκληρωτική γραφειοκρατική εξουσία των λεγόμενων σοσιαλιστικών καθεστώτων, όπου οι γραφειοκράτες στην εξουσία αποδείχθηκαν ανίκανοι να διαχειριστούν ακόμη και το προηγούμενο στάδιο της καπιταλιστικής οικονομίας. Αν αυτά τα καθεστώτα ρυπαίνουν πολύ λιγότερο (μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες παράγουν το 50% της παγκόσμιας ρύπανσης), αυτό οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι είναι πολύ φτωχότερα. Μια χώρα όπως η Κίνα, αν θέλει να διατηρήσει τον σεβασμό ως δύναμη ανάμεσα στα φτωχά έθνη, δεν έχει άλλη επιλογή από το να θυσιάσει ένα δυσανάλογο μέρος του ισχνού προϋπολογισμού της για την παραγωγή μιας αξιοπρεπούς ποσότητας ρύπανσης, όπως για παράδειγμα για την (εκ νέου) ανακάλυψη ή το φρεσκάρισμα της τεχνολογίας του θερμοπυρηνικού πολέμου (ή, ακριβέστερα, του τρομακτικού θεάματος του θερμοπυρηνικού πολέμου). Ένας τόσο υψηλός συντελεστής φτώχειας, τόσο υλικής όσο και ψυχικής, που στηρίζεται από τόσο τρόμο, ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη για τις γραφειοκρατίες που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία. Αυτό που καταδικάζει τις πιο σύγχρονες μορφές αστικής εξουσίας, αντίθετα, είναι η υπερβολή του πλούτου που στην πραγματικότητα είναι δηλητηριασμένος. Η υποτιθέμενη δημοκρατική διαχείριση του καπιταλισμού, σε οποιαδήποτε χώρα, δεν προσφέρει τίποτε άλλο εκτός από τις εκλογικές νίκες και ήττες που – όπως ήταν πάντα προφανές – δεν άλλαξαν ποτέ τίποτα γενικά και ελάχιστα ειδικότερα σε σχέση με μια ταξική κοινωνία που φαντάζεται ότι μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Ούτε οι εκλογές αλλάζουν κάτι περισσότερο σε εκείνες τις περιπτώσεις που το ίδιο το σύστημα διαχείρισης εισέρχεται σε κρίση και το κατευθύνει στο να επιθυμεί κάποιο αόριστο είδος καθοδήγησης για την επίλυση δευτερευόντων αλλά επειγόντων προβλημάτων από ένα αλλοτριωμένο και αποβλακωμένο εκλογικό σώμα (όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιταλία, τη Μεγάλη Βρετανία ή τη Γαλλία). Όλοι οι ειδικοί έχουν επισημάνει από καιρό – χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν το γεγονός – πως οι ψηφοφόροι δεν αλλάζουν σχεδόν ποτέ τις «απόψεις» τους, για τον λόγο ότι οι ψηφοφόροι είναι άνθρωποι που για μια σύντομη στιγμή αναλαμβάνουν έναν αφηρημένο ρόλο που έχει σχεδιαστεί, ακριβώς, για να τους εμποδίζει να υπάρχουν από μόνοι τους και, ως εκ τούτου, να αλλάζουν. (Αυτός ο μηχανισμός έχει αναλυθεί αμέτρητες φορές τόσο από την απομυθοποιημένη πολιτική επιστήμη όσο και από την επαναστατική ψυχανάλυση). Ούτε οι ψηφοφόροι είναι πιο πιθανό να αλλάξουν επειδή ο κόσμος γύρω τους αλλάζει όλο και πιο απότομα· ως ψηφοφόροι, δεν θα άλλαζαν ακόμη και αν ο κόσμος έφτανε στο τέλος του. Κάθε αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι ουσιαστικά συντηρητικό, ενώ οι συνθήκες μιας καπιταλιστικής κοινωνίας δεν ήταν ποτέ επιρρεπείς στη συντήρηση. Βρίσκονται διαρκώς, και όλο και πιο γρήγορα, υπό τροποποίηση, αλλά οι σχετικές αποφάσεις – οι οποίες τελικά πάντα ευνοούν το να δοθεί προτεραιότητα στην οικονομία της αγοράς – αφήνονται εξ ολοκλήρου στους πολιτικούς, οι οποίοι δεν είναι τίποτα περισσότερο από διαφημιστές, είτε κατεβαίνουν αδιαφιλονίκητοι είτε εναντίον άλλων που πρόκειται να κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα – και το παραδέχονται ανοιχτά. Και όμως, το άτομο που μόλις ψήφισε «ελεύθερα» τους Γκωλιστές ή το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως ακριβώς και κάποιος που αναγκάστηκε να ψηφίσει έναν Gomułka, είναι πολύ ικανό να δείξει ποιος πραγματικά είναι μια εβδομάδα αργότερα, συμμετέχοντας σε μια άγρια απεργία ή μια εξέγερση.

Στην κρατικά διοικούμενη και ρυθμιζόμενη μορφή του, ο «αγώνας κατά της ρύπανσης» είναι βέβαιο ότι, αρχικά, δεν θα σημαίνει τίποτα περισσότερο από νέες ειδικότητες, υπουργεία, δουλειές για τα παιδιά και προαγωγές μέσα στη γραφειοκρατία. Η αποτελεσματικότητα του αγώνα θα είναι απόλυτα σύμφωνη με αυτή την προσέγγιση. Ποτέ δεν θα καταλήξει σε μια πραγματική βούληση για αλλαγή μέχρι να μετασχηματιστεί εκ βάθρων το σημερινό σύστημα παραγωγής. Ποτέ δεν θα υλοποιηθεί δυναμικά μέχρις ότου όλες οι σχετικές αποφάσεις, που λαμβάνονται δημοκρατικά και με πλήρη γνώση των θεμάτων από τους παραγωγούς, να παρακολουθούνται και να εκτελούνται μόνιμα από τους ίδιους τους παραγωγούς (τα πετρελαιοφόρα αναπόφευκτα θα χύσουν το φορτίο τους στον ωκεανό, για παράδειγμα, μέχρι να τεθούν υπό την εξουσία αυθεντικών ναυτικών σοβιέτ). Πριν όμως οι παραγωγοί μπορέσουν να κυβερνήσουν και να δράσουν σε τέτοια ζητήματα, πρέπει να ενηλικιωθούν: πρέπει, όλοι τους, να καταλάβουν την εξουσία.

Η επιστημονική αισιοδοξία του 19ου αιώνα τσακίστηκε πάνω σε τρία βασικά ζητήματα. Το πρώτο ήταν ο ισχυρισμός ότι η έλευση της επανάστασης ήταν βέβαιη και ότι αυτή θα εξασφάλιζε την ευτυχή επίλυση των υπαρχουσών συγκρούσεων· αυτή ήταν η αριστερή-χεγκελιανή και μαρξιστική ψευδαίσθηση, η λιγότερο έντονα αισθητή στην αστική διανόηση, αλλά η πλουσιότερη και τελικά η λιγότερο απατηλή. Το δεύτερο ζήτημα ήταν η θεώρηση του σύμπαντος, ή ακόμη και απλώς της ύλης, ως αρμονικής. Το τρίτο ήταν μια ευφορικά γραμμική αντίληψη για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αφού αντιμετωπίσουμε το πρώτο ζήτημα, θα ασχοληθούμε κατ’ επέκταση με το τρίτο, επιτρέποντάς μας έτσι, έστω και πολύ αργότερα, να ασχοληθούμε με το δεύτερο, να το μετατρέψουμε σε αυτό που διακυβεύεται για μας. Δεν είναι τα συμπτώματα αλλά η ίδια η ασθένεια που πρέπει να θεραπευτεί. Σήμερα, ο φόβος είναι παντού και θα ξεφύγουμε από αυτόν μόνο μέσω της δικής μας δύναμης, της δικής μας ικανότητας να καταστρέψουμε κάθε σημερινό είδος αλλοτρίωσης και κάθε εικόνα της εξουσίας που μας έχει αφαιρεθεί: μόνο υποτάσσοντας τα πάντα – εκτός από τον εαυτό μας – στην αποκλειστική εξουσία των εργατικών συμβουλίων, κατέχοντας και ανασυγκροτώντας συνεχώς την ολότητα του κόσμου – υποτάσσοντας τα πάντα, με άλλα λόγια, σε μια αυθεντική ορθολογικότητα, μια νέα νομιμότητα.

Όσο για το «φυσικό» και το ανθρωπογενές περιβάλλον, όσο για τα ποσοστά γεννήσεων, τη βιολογία, την παραγωγή, την «τρέλα» κ.ο.κ., η επιλογή δεν θα είναι ανάμεσα στο πανηγύρι και τη δυστυχία, αλλά, μάλλον, συνειδητά και σε κάθε στροφή του δρόμου, ανάμεσα σε μυριάδες δυνατότητες από τη μια πλευρά, ευτυχισμένες ή καταστροφικές αλλά σχετικά αναστρέψιμες, και στο τίποτα από την άλλη. Οι τρομερές επιλογές του κοντινού μέλλοντος, αντίθετα, δεν ισοδυναμούν παρά με μία μόνο εναλλακτική λύση: απόλυτη δημοκρατία ή απόλυτη γραφειοκρατία. Όσοι έχουν ενδοιασμούς για την απόλυτη δημοκρατία θα πρέπει να προσπαθήσουν να δοκιμάσουν οι ίδιοι τη δυνατότητά της, δίνοντάς της την ευκαιρία να αποδειχθεί στην πράξη· διαφορετικά, θα μπορούσαν κάλλιστα να διαλέξουν μια ταφόπλακα για τον εαυτό τους, διότι, όπως το διατύπωσε ο Joseph Déjacque, «Έχουμε δει το έργο της Εξουσίας, και το έργο της την καταδικάζει απόλυτα».

Το σύνθημα «Επανάσταση ή Θάνατος!» δεν είναι πλέον η λυρική έκφραση της εξεγερμένης συνείδησης: μάλλον, είναι η τελευταία λέξη της επιστημονικής σκέψης του αιώνα μας. Ισχύει τόσο για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει το είδος όσο και για την αδυναμία των ατόμων να ανήκουν. Σε μια κοινωνία όπου είναι γνωστό ότι το ποσοστό αυτοκτονιών αυξάνεται, οι ειδικοί αναγκάστηκαν να παραδεχτούν, απρόθυμα, ότι κατά τη διάρκεια του Μάη του 1968 στη Γαλλία έπεσε σχεδόν στο μηδέν. Εκείνη η άνοιξη μάς εγγυήθηκε επίσης έναν καθαρό ουρανό, και μάλιστα αβίαστα, επειδή λίγα αυτοκίνητα κάηκαν και η έλλειψη βενζίνης εμπόδισε τα υπόλοιπα να μολύνουν τον αέρα. Όποτε βρέχει, όποτε υπάρχουν σύννεφα αιθαλομίχλης πάνω από το Παρίσι, ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι γι’ αυτό φταίει η κυβέρνηση. Η αλλοτριωμένη βιομηχανική παραγωγή προκαλεί τη βροχή. Η επανάσταση προκαλεί τη λιακάδα.

Αναδημοσίευση από το null


Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

Οι φιλάνθρωποι χρηματοδότες της Greenpeace

Independent Researchers

Η Greenpeace Ιnternational είναι μία ιεραρχικά δομημένη οργάνωση – επιχείρηση, η οποία αυτοαποκαλείται «περιβαλλοντική». Έχει έδρα το Άμστερνταμ της Ολλανδίας και αποτελείται από τις επιμέρους οργανώσεις διαφόρων χωρών, γεωγραφικών περιοχών και ηπείρων, οι οποίες έχουν την επωνυμία Greenpeace και είναι κάτι σαν παραρτήματα ή θυγατρικές της.

Σε αυτήν την ανάρτηση θα ασχοληθούμε με το θέμα της χρηματοδότησης από το αμερικανικό και υπερεθνικό κεφάλαιο κυρίως μίας από αυτές, της Greenpeace των ΗΠΑ (Greenpeace USA). Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η έρευνα μας δεν περιλαμβάνει την αντίστοιχη χρηματοδότηση των οργανώσεων της Greenpeace στις υπόλοιπες χώρες που δραστηριοποιείται η επιχείρηση. Ο λόγος είναι ότι η νομοθεσία των κρατών στα οποία ανήκουν δεν τις υποχρεώνει να δημοσιεύουν τους χρηματοδότες τους, ούτε και τα ποσά που έχουν λάβει από κάθε έναν από αυτούς. Συνεπώς, τα σχετικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα και που δημοσιεύουμε εδώ είναι ελάχιστα. Αντίθετα, στις ΗΠΑ η νομοθεσία επιβάλλει τη δημοσιοποίηση αυτών των οικονομικών στοιχείων κάθε χρόνο, με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης.

Επίσης, σε αυτήν την ανάρτηση δε θα ασχοληθούμε με την περιβαλλοντική ή και γενικότερη πολιτική της Greenpeace. Θα εστιάσουμε στους κυριότερους χρηματοδότες της, δηλαδή σε αυτούς για τους οποίους από τα ως τώρα δημοσιευμένα στοιχεία προκύπτει ότι έχουν δώσει τα περισσότερα χρήματα (κυρίως) στη Greenpeace των ΗΠΑ[1]. Δε θα επεκταθούμε στη γενικότερη λειτουργία τους στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Θα περιοριστούμε στα στοιχεία τα οποία αναδεικνύουν μερικές πτυχές των σχέσεων του κεφαλαίου και των δήθεν «φιλανθρωπικών» του ιδρυμάτων με τις επονομαζόμενες «περιβαλλοντικές» και «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, και που αποτελούν τροφή για σκέψη για τον ρόλο αυτών των οργανώσεων και τη διαπλοκή τους με τους κρατικούς και υπερκρατικούς μηχανισμούς και τις παγκόσμιες οικονομικές ελίτ.

Η περηφάνια για τις χρηματοδοτήσεις – δωρεές από “φιλανθρωπικά ιδρύματα”

Στο καταστατικό της Greenpeace αναφέρεται σχετικά με την πολιτική χρηματοδότησης της ότι η επιχείρηση “βασίζεται στις εθελοντικές δωρεές μεμονωμένων πολιτών και σε οικονομική υποστήριξη από επιχορηγήσεις που κάνουν ιδρύματα για να χρηματοδοτήσουν το έργο της” και ότι “η Greenpeace δε ζητά και δε δέχεται χρηματοδότηση ή δωρεές σε μετρητά από κυβερνήσεις, εταιρείες (επιχειρήσεις), πολιτικά κόμματα και πολυεθνικούς κυβερνητικούς φορείς”.

Στο έντυπο οικονομικών στοιχείων του 2020, η Greenpeace υπερηφανεύεται για τα οικονομικά της και για την προέλευση των εσόδων της: “είμαστε άκρως περήφανοι για το ότι όλα μας τα έσοδα προέρχονται από εκατομμύρια μεμονωμένους ανθρώπους και από έναν μικρό αριθμό φιλανθρωπικών ιδρυμάτων”.

Η Greenpeace μάς λέει ότι δε δέχεται χρηματοδοτήσεις από εταιρείες (επιχειρήσεις) και ότι δέχεται επιχορηγήσεις από ιδρύματα. Δεν μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά αυτήν τη δήλωση. Όλοι οι επιχειρηματικοί όμιλοι και οι εταιρείες που ελέγχονται από το αμερικανικό και υπερεθνικό κεφάλαιο έχουν στήσει «ιδρύματα», μέσω των οποίων χρηματοδοτούν τις όποιες «περιβαλλοντικές» ή άλλες οργανώσεις έχουν υπό την επιρροή τους. Είναι τουλάχιστον φαιδρό να ισχυρίζεται κανείς ότι δεν παίρνει χρήματα από το δεξί χέρι μίας εταιρείας, αλλά δέχεται να τα πάρει από το αριστερό της χέρι.

Στη συνέχεια θα δούμε μερικά στοιχεία για μερικά από τα «ιδρύματα» που χρηματοδοτούν την Greenpeace (των ΗΠΑ), τα οποία η ίδια ονομάζει “φιλανθρωπικά”, δεχόμενη τον αυτοπροσδιορισμό τους ως τέτοια. Ο αριθμός τους δεν είναι καθόλου μικρός. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, από το 1989 ως σήμερα, μόνο η Greenpeace των ΗΠΑ έχει λάβει δωρεές από εκατοντάδες τέτοια «ιδρύματα». Επίσης, όπως θα διαπιστώσετε, ούτε τα ποσά που λαμβάνει η Greenpeace από αυτά είναι μικρά.

Επίσης, θα δούμε πόσο φιλανθρωπικά είναι αυτά τα ιδρύματα και τι σχέσεις διαπλοκής και συγκοινωνούντων δοχείων έχουν οικοδομηθεί μεταξύ αυτών και της Greenpeace. Τα ίδια ισχύουν βέβαια και για τις υπόλοιπες «περιβαλλοντικές» και «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, που είτε τις έχουν ιδρύσει τα αφεντικά αυτών των «ιδρυμάτων» για να χρηματοδοτούν τα προγράμματα τους χωρίς να πληρώνουν φόρο, είτε ελέγχονται απόλυτα από αυτά, μέσω των χρηματοδοτήσεων – δωρεών που τους γίνονται αλλά και μέσω έμπιστων ανθρώπων τους που δουλεύουν σε αυτές τις οργανώσεις – επιχειρήσεις. Αυτοί συνήθως είναι πρώην ανώτεροι υπάλληλοι των διαφόρων εταιρειών έχουν στήσει αυτά τα «ιδρύματα».

Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα της δυναστείας Rockefeller

Όταν μιλάμε για τη δυναστεία Rockefeller, μιλάμε για έναν από τους ισχυρότερους πόλους εξουσίας, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η δράση της απλώνεται σε όλους σχεδόν τους τομείς της καπιταλιστικής οικονομικής δραστηριότητας. Οι δωρεές της γίνονται μέσω των τριών ιδρυμάτων που έχει ιδρύσει (κυρίως) γι’ αυτόν τον σκοπό: Rockefeller Brothers Fund, Rockefeller Family Fund και Rockefeller Foundation.

Ο ιδρυτής της δυναστείας, John Rockefeller, είναι γνωστός για το μεγάλο πετρελαϊκό τραστ-καρτέλ που είχε δημιουργήσει τον 19ο αιώνα, ελέγχοντας για πολλά χρόνια τη διανομή πετρελαίου στις ΗΠΑ. Τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα η δυναστεία επέκτεινε τις δραστηριότητες της στον πολιτικό, επιχειρηματικό, κατασκευαστικό, φαρμακευτικό, εκπαιδευτικό, επιστημονικό-ερευνητικό, και κυρίως στον τραπεζικό και τον ευρύτερο οικονομικό τομέα. Σήμερα είναι μία από τις πλουσιότερες και ισχυρότερες οικογένειες στον κόσμο, έχοντας στην κατοχή της ή υπό τον έλεγχο της μία πλειάδα τραπεζών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών, πετρελαϊκών, φαρμακευτικών, επενδυτικών και άλλων εταιρειών, καθώς και μέσων μαζικής παραπληροφόρησης, κολεγίων, πανεπιστημίων και ερευνητικών και άλλων ιδρυμάτων, κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Ουσιαστικά στις ΗΠΑ λειτουργεί ως ένα νομιμοποιημένο υπερκράτος – παρακράτος, έχοντας στα χέρια της τον έλεγχο ενός μεγάλου μέρους των δραστηριοτήτων του αμερικανικού και παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Θα περίμενε κανείς πως οι επιχειρήσεις μίας τόσο εύρωστης οικονομικά δυναστείας θα ήταν αυτοχρηματοδοτούμενες. Από την άλλη, θα ήταν περίεργο το κεφάλαιο να μη χρησιμοποιούσε τον υπηρέτη του, το κράτος, για να τον απομυζήσει. Ως γνήσιοι εκφραστές του καπιταλισμού, οι Rockefellers το πράττουν συστηματικά. Για παράδειγμα,

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Η «φούσκα» των ΑΠΕ σκάει! Ποιος θα πληρώσει τα «σπασμένα»;


του Στέφανου Πράσσου*

Ήταν πολλοί, κυρίως γνώστες του ηλεκτρικού συστήματος της Χώρας μας, που είχαν προειδοποιήσει, εδώ και χρόνια, ότι η ανεξέλεγκτη, απεριόριστη, τερατώδη εγκατάσταση ΑΠΕ (κυρίως αιολικά, φωτοβολταϊκά και μικρά υδροηλεκτρικά) δημιουργούν μια τεράστια «φούσκα» που κάποια στιγμή θα «σπάσει» όπως κάποια στιγμή σπάνε όλες οι φούσκες.

Γιατί είναι φούσκα;

Επειδή έχουν εγκατασταθεί πάρα πολλές μεταβλητές ΑΠΕ (αιολικά, Φωτοβολταϊκά) και η κατανάλωση στη Χώρα μας είναι πολύ χαμηλή, δημιουργούνται συνθήκες μερικού και γενικού «μπλακ άουτ» ιδιαίτερα τις ώρες που υπάρχει μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ. Επειδή οι ΑΠΕ είναι ασταθείς και στοχαστικές για να λειτουργήσει με ασφάλεια το ηλεκτρικό δίκτυο χρειάζεται ταυτόχρονα να υπάρχουν σταθερές μονάδες βάσης (μονάδες ορυκτών καυσίμων ή μεγάλα υδροηλεκτρικά) που θα εξισορροπούν το δίκτυο και θα δίνουν πραγματικό ρεύμα όταν οι ΑΠΕ «στερεύουν» λόγω καιρικών συνθηκών. Όμως όταν οι ΑΠΕ «καταλαμβάνουν» όλο το δίκτυο δεν μένει χώρος για τις σταθερές μονάδες και το «ηλεκτρικό σύστημα» κινδυνεύει με κατάρρευση. [1]

Για να αντιμετωπίσουν αυτό το τεράστιο πρόβλημα αποφάσισαν να κάνουν μεγάλες περικοπές στην παραγωγή ρεύματος των ΑΠΕ. Μέσα στο 2023 η Κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει οριζόντιες περικοπές της τάξης του 5% αλλά σύντομα κατάλαβε ότι αυτό είναι ανεπαρκές και με πρόσφατο νόμο δίνει το δικαίωμα στους διαχειριστές των δικτύων να κάνουν όσες περικοπές χρειαστούν για να μην καταρρεύσει το «σύστημα». Οι διαχειριστές υπολογίζουν ότι αυτές οι περικοπές θα ξεπεράσουν το 50% ίσως και το 70% της παραγωγής των ΑΠΕ!

Η «φούσκα» με αριθμούς

Ο ενεργειακός σχεδιασμός, ΕΣΕΚ (Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα) που προέβλεπε εκτός των άλλων πόση ισχύ ΑΠΕ θα έπρεπε να εγκατασταθεί στη Χώρα από το 2020 έως το 2030 αναθεωρήθηκε τρεις φορές με υπερδιπλασιασμό κάθε φορά των εγκαταστάσεων ΑΠΕ. Το πρώτο ΕΣΕΚ 2020-2030 κατατέθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, το 2019 και προέβλεπε εγκατάσταση 7 GW ΑΠΕ μέχρι το 2030. Η Κυβέρνηση της ΝΔ το 2021 το ανέβασε σε 15 GW και προσφάτως το πήγε στα 23,5 GW υπολογίζοντας (κάτι που δεν είναι καν ορατό) ότι το 2030 θα έχει διπλασιάσει τα δίκτυα. Όμως και αυτά τα νούμερα έχουν ήδη ξεπεραστεί.

Σήμερα συνδεδεμένα είναι 14 GW ΑΠΕ, μαζί με όσα έχουν πάρει όρους σύνδεσης στα δίκτυα αθροίζονται 28 GW έργων ΑΠΕ. Επιπλέον 42 GW ολοκληρωμένα ή ημιτελή περιμένουν να συνδεθούν. Όλα αυτά, μαζί με τα φωτοβολταϊκά στη στέγη και τον προγραμματισμό για υπεράκτια αιολικά, αθροίζουν νούμερο άνω των 70 GW, ξεπερνώντας τους εθνικούς στόχους ακόμη και του 2050! Αντί όμως να βάλουν ένα φρένο στη σχιζοφρένεια αυτή προσθέτουν κι άλλα. Έτσι τον Μάη του 2024 αδειοδοτήθηκαν 0,6 GW και τον Ιούνη άλλα 1,5 GW! [2]

Και όλα αυτά σε μια χώρα που ο μέσος όρος κατανάλωσης ρεύματος κινείται μεταξύ 3,5 και 5 GW και στην αιχμή του έφτασε φέτος στην περίοδο του καύσωνα τα 9,5 GW!

ΠΕΤΟΥΝ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ την πλεονάζουσα ενέργεια που παράγεται από τις ΑΠΕ προκειμένου να υπάρχει τεχνητή έλλειψη και υψηλές τιμές! Κίνδυνοι για την ευστάθεια του δικτύου.


Οι 3.000 ανεμογεννήτριες και τα αντίστοιχα στρέμματα φωτοβολταϊκά, που έχουν ήδη τοποθετηθεί στον τόπο μας, υπερκαλύπτουν δυο φορές την ζήτηση ενέργειας στην χώρα μας. 
Η μέση ζήτηση είναι 5,2GW το καλοκαίρι έως 9GW σε ακραίες συνθήκες καύσωνα και η εγκατεστημένη ισχύς των Α/Γ είναι 5,2GW και των Φ/Β, 7,3GW. 
Μαζί με υδροηλεκτρικά κλπ οι ΑΠΕ ξεπερνούν τις 13GW...

Τα μεσημέρια, μόνο τα Φ/Β υπερκαλύπτουν την ζήτηση κι αν φυσάει κιόλας στο σύστημα η ενέργεια ΠΛΕΟΝΑΖΕΙ σημαντικά. Η ενέργεια που χρυσοπληρώνουμε με τις πιο ακριβές τιμές ρεύματος στην ΕΕ την ώρα που έχουμε περίσσεια παραγωγής!
Αλλά προσέξτε: οι επενδυτές και το χρηματιστήριο ενέργειας που ελέγχει τις τιμές, ΠΕΤΑNE, ναι ΠΕΤΑNE ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ (απορρίπτουν) την πλεονάζουσα ενέργεια που παράγεται προκειμένου να υπάρχει έλλειψη και υψηλές τιμές!

Ανακάλυψαν μάλιστα ...πρόσφατα ότι το ηλεκτρικό δίκτυο δεν αντέχει μεγάλες ποσότητες στοχαστικής ενέργειας, διαλείπουσας δηλαδή που ανεβοκατεβάζει την τάση συνεχώς με κίνδυνο γενικευμένο blackout ακριβώς τις ώρες της μέγιστης παραγωγής ΑΠΕ! Όταν το έλεγαν αυτό τα οικολογικά κινήματα ήταν συνομωσιολόγοι που δεν ήθελαν την πράσινη ανάπτυξη.

Αυτό κάνει πάντα το σύστημα του νεοφιλελευθερισμού που δουλεύει μόνο για το κέρδος και την "ανάπτυξη" και ΠΟΤΕ για την ευημερία των πολλών. Βλέπει τις ΑΠΕ σαν ευκαιρία μεγαλύτερης παραγωγής, μεγαλύτερης κατανάλωσης, μεγαλύτερης "ανάπτυξης". Όχι σαν κάτι που ξεκινώντας κατά τόπους θα αντικαθιστά σταδιακά την ανάγκη για ενέργεια από άνθρακα, θα προσφέρει τοπική αυτονομία, αυτάρκεια, προστασία της φύσης από αέρια του θερμοκηπίου.

Στην εποχή μας, με αυτό το σύστημα, ποτέ δεν θα δούμε δωρεάν ενέργεια κι ας είναι η τεχνολογία σε θέση να την προσφέρει. Λόγω της τυφλής πίστης στην ανάπτυξη χωρίς όρια, την δήθεν αυτορρύθμιση της αγοράς και της ανάγκης για κέρδη του 1% που κυβερνά και ζει από την εκμετάλλευση της πλειοψηφίας του 99%.

Και πράσινη μετάβαση δεν θα υπάρξει ποτέ, αφού οι επενδυτές και το κράτος τους είναι παράσιτα των πολλών, της εργασίας τους, του περιβάλλοντος και των πόρων του. Ήδη προγραμματίζουν τριπλασιασμό των ΑΠΕ ενώ το δίκτυο δεν σηκώνει τίποτα παραπάνω.

Οι ΑΠΕ αν και βιώσιμες και αειφόρες σαν τεχνολογία, στα χέρια των ιδιωτών επενδυτών γίνονται ένα ακόμη εργαλείο κερδοσκοπίας και αντικοινωνικής χρήσης.

Τρία άρθρα δημοσιεύουμε (βλ. στο τέλος) με τίτλο "η φούσκα της πράσινης ανάπτυξης" όπου οικονομικές αναλύσεις από το Liberal.gr δείχνουν πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι
1. η ζήτηση υπερκαλύπτεται ήδη
2. δεν χρειάζονται άλλες ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά γιατί το δίκτυο δεν σηκώνει άλλη στοχαστική παραγωγή
3. οι επενδύσεις στις ΑΠΕ θα σταματήσουν απότομα τώρα που σπάει η φούσκα της πράσινης ανάπτυξης ενώ οι εταιρείες στηρίζονται μόνο στις επιδοτήσεις και στην ...καταστροφή της παραγωγής!
4. το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στις άλλες χώρες που είναι διασυνδεμένες με την χώρα μας, οπότε και οι εξαγωγές μπαίνουν σε αμφιβολία...

Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Η νέα δυστοπία, οι εμπνευστές, οι πρωτεργάτες και οι κομπάρσοι της: μεγάλη έρευνα για το σχέδιο της μεγαλύτερης αρπαγής γης σε παγκόσμιο επίπεδο




Το τέλος της ζωής όπως τη γνωρίζαμε

Τον Σεπτέμβριο του 2021 το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (New York Stock Exchange, NYSE) ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο εδώ και χρόνια αποκαλείται κυνικά “φυσικά περιουσιακά στοιχεία (natural assets)” από τους παγκόσμιους εξουσιαστές και τα φερέφωνα τους. Ουσιαστικά σε αυτό περιλαμβάνονται όλα τα χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήματα του πλανήτη (είτε αυτά είναι παρθένα, είτε έχουν δεχτεί ανθρώπινη επέμβαση), οι φυσικοί τους πόροι, καθώς και όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτά.

Μέχρι σήμερα η εμπορευματοποίηση των οικοσυστημάτων γινόταν με άμεσο τρόπο, δηλαδή με την εκμετάλλευση τους στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής. Το προφανές επιδιωκόμενο αποτέλεσμα για τις υπερεθνικές οικονομικές ελίτ και τους κάθε λογής υπηρέτες τους (κράτη, τεχνοκράτες, πολιτικοί, κλπ) είναι να μπορούν να αντλούν υπεραξία από αυτά μέσω της πλήρους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης – χρηματιστικοποίησης της φύσης αλλά και της ανθρώπινης ζωής, στο βαθμό που αυτή εξαρτάται από το φυσικό περιβάλλον.

Πρόσφατα η ιστοσελίδα της οργάνωσης “Alliance for Natural Health” (Συμμαχία για τη Φυσική Υγεία) έκανε ένα αφιέρωμα σε αυτό το εγχείρημα, χαρακτηρίζοντας το ως τη μεγαλύτερη αρπαγή γης σε παγκόσμιο επίπεδο. Ύστερα από την ανάλυση που κάνουμε πιο κάτω, παραθέτουμε τη δική μας εκτίμηση ότι εάν φτάσει να υλοποιηθεί, οι συνέπειες του δεν θα είναι μόνο οικονομικές, αλλά θα επεκταθούν σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και θα αλλάξουν όσα γνωρίζαμε ή θεωρούσαμε δεδομένα για τη φύση, τη σχέση του ανθρώπου με αυτήν, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Θέλουμε να τονίσουμε ότι δεν πρόκειται για κάποιο υποθετικό σενάριο ή για κάποιον σχεδιασμό που πρόκειται να υλοποιηθεί στο μακρινό μέλλον. Όπως θα δούμε στη συνέχεια του άρθρου, ήδη έχουν μπει τα θεμέλια για την πιλοτική του εφαρμογή στην Κόστα Ρίκα, ενώ σε δεύτερη φάση προβλέπεται να ακολουθήσουν χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.

Η πρόσφατη κίνηση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης και όσων βρίσκονται πίσω από αυτό δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Πρόκειται για το τελευταίο στάδιο ενός καλά μεθοδευμένου σχεδιασμού, του οποίου οι απαρχές ανάγονται στη δεκαετία του ’70. Πριν εξετάσουμε μερικά στοιχεία και δεδομένα για τους εμπνευστές του, για το πρόσχημα που χρησιμοποιείται για την προώθηση του και για το πώς σχεδιάζεται να υλοποιηθεί, θα κάνουμε μία σύντομη αναδρομή σε μερικά γεγονότα-σταθμούς που προηγήθηκαν των πρόσφατων εξελίξεων και που οδήγησαν σε αυτές.

Οι προδρομικές φάσεις

Τα θεμέλια

Τη δεκαετία του ’70 έγιναν από κάποιους νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους οι πρώτες πρωτόλειες απόπειρες επαναπροσδιορισμού μερικών εννοιών που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον. Τότε νοηματοδοτήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ο όρος “περιβαλλοντικές υπηρεσίες”. Τότε έγινε η πρώτη αναφορά στην “αναγκαιότητα της αποτίμησης των φυσικών πόρων”. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ο όρος “οικοσυστημικές υπηρεσίες” και στα τέλη της ίδιας δεκαετίας εισήχθηκε ο όρος “φυσικό κεφάλαιο”.

Το 1972 η “Λέσχη της Ρώμης”[1] (“Club of Rome”) ανέθεσε σε μία ομάδα επιστημόνων (Meadows et. al) και στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) τη διεξαγωγή μιας έρευνας πάνω στις συνέπειες της αχαλίνωτης τεχνολογικής ανάπτυξης. Η σχετική έκθεση δημοσιεύτηκε δύο χρόνια μετά, το 1974, υπό τον τίτλο “The Limits to Growth” (Τα Όρια της Ανάπτυξης) και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι με τη συνέχιση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, το αργότερο σε εκατό χρόνια (από τότε) θα εξαντλούνταν οι φυσικοί πόροι, θα μειωνόταν δραματικά ο παγκόσμιος πληθυσμός και θα επερχόταν η οικολογική κατάρρευση του πλανήτη. Μία από τις προτεινόμενες λύσεις ήταν η επίτευξη μίας θεωρητικής – φαντασιακής κατάστασης «αποανάπτυξης» που θα οδηγούσε σε μία εξίσου θεωρητική “κατάσταση ισορροπίας”, στην οποία η εν λόγω ερευνητική ομάδα φαντασιώθηκε την επιβίωση του καπιταλισμού στο διηνεκές.

Η λύση της αποκαλούμενης “κατάστασης ισορροπίας” αφήνει άθικτη τη βασική δομή της καπιταλιστικής συσσώρευσης και φυσικά τη λειτουργία των καπιταλιστικών χρηματοπιστωτικών αγορών και γενικότερα αυτή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Οι υποταγμένοι επιστήμονες στους οποίους ανατέθηκε η έρευνα ήξεραν πολύ καλά ποια ήταν τα αφεντικά τους και τι ζητούσαν από αυτούς. Ομοίως, τα αφεντικά τους ήξεραν καλά σε ποιους την ανέθεταν.

Το μήνυμα που πέρασε η Λέσχη της Ρώμης μέσω της έκθεσης Meadows ήταν ότι

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget