Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Σακελλαρίδης - Αλέξης Χαρίτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Σακελλαρίδης - Αλέξης Χαρίτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

"η επιστροφή στις ρίζες του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, που αποτελεί κατάκτηση για την ανανεωτική αριστερά, θα ξεκαθάριζε τα πράγματα"




Συμβολή στο διάλογο για τον ΣΥΡΙΖΑ


των Γιάννη Σακελλαρίδη - Aλέξη Χαρίτση

Η μεγάλη, σε σχέση με τις προσδοκίες που υπήρχαν, ήττα των ευρωεκλογών για το ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποτελέσει αφετηρία και για θετικές εξελίξεις, εάν αναλυθούν σωστά οι λόγοι που σπαταλήθηκε η ελπίδα, την οποία είχε δημιουργήσει πριν από έναν χρόνο η αριστερά σε ένα ακροατήριο πολύ ευρύτερο από το παραδοσιακό της.


Δυστυχώς, και παρά τη ζωντανή και ουσιώδη συνεισφορά του κόσμου σε αυτόν το διάλογο, η αντιπαράθεση σε επίπεδο ηγεσίας, τάσεων και συνιστωσών διεξάγεται με όρους εν πολλοίς απολιτικούς, ανειλικρινείς και αντιδημοκρατικούς, όπως προκατασκευασμένα συμπεράσματα, κρύψιμο πίσω από συλλογικές αποφάσεις, εξαγγελίες μεγάλων αλλαγών που δεν προσδιορίζονται, υπονοούμενα, θεωρίες συνωμοσίας, ταμπέλες και αποχρώσεις που διάφοροι αυτόκλητα υπερασπίζονται ή καταγγέλλουν, και πάνω απ' όλα με μία παντελή έλλειψη συγκεκριμένης αυτοκριτικής, όχι μόνο από την καθαυτό ηγεσία αλλά και από τάσεις του ΣΥΝ, συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και όσους ευθύνονται για το γεγονός ότι ο Συνασπισμός, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την ίδρυσή του, είναι ακόμα ένα κόμμα τόσο διαιρεμένο και με τόσο χαμηλού επιπέδου λειτουργίες πολιτικής αντιπαράθεσης.


Θα χαρούμε, λοιπόν, εάν η διαφαινόμενη πίεση από τον απηυδήσαντα κόσμο της αριστεράς οδηγήσει σε υπέρβαση των μηχανισμών, των περιχαρακώσεων και της γραφειοκρατίας που κατατρώει χρόνια αυτό το χώρο, με την επισήμανση ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο θέμα θεσμών και επομένως η ζητούμενη υπέρβαση δε θα επιτευχθεί εάν, παράλληλα με οργανωτικές αλλαγές, δεν αποδοκιμαστούν έμπρακτα και υπεράνω πολιτικών τοποθετήσεων εκείνες οι σεχταριστικές, αντισυντροφικές, ιδιοτελείς ή ευθυνόφοβες πρακτικές που έχουν καταντήσει το χώρο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς να ταυτίζεται, στα μάτια του πολύ κόσμου, με το υπόλοιπο, παρηκμασμένο πολιτικό σύστημα.

Ανησυχούμε, όμως, ότι ο οργανωτικός διάλογος τείνει να υποκαταστήσει τον καθαυτό πολιτικό.

Το χειρότερο, βέβαια, θα ήταν να κωδικοποιηθεί στον οργανωτικό διάλογο μία πολιτική αντιπαράθεση που δε θα διεξαχθεί ποτέ ανοιχτά, και να χρησιμοποιηθεί για μία ακόμα φορά η δημοκρατία ως πρόσχημα για την εξεύρεση παραλυτικών ισορροπιών ανάμεσα σε αδιαφανείς μηχανισμούς.

Ακόμα και στην καλύτερη εκδοχή, όμως, δεν πρέπει να επαναπαυτούμε στην εντός του ΣΥΡΙΖΑ αναδιοργάνωση ξεχνώντας το βασικό ερώτημα, που είναι γιατί ο κόσμος που προσέγγισε με ενδιαφέρον το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ πριν από ενάμιση χρόνο τελικά μας γύρισε την πλάτη.

Όπως έγραψε ο Α. Μανιτάκης στην «Αυγή» (29/3/2009), «το χειρότερο που έχει να πάθει μια πολιτική παράταξη είναι να διαψεύσει τις προσδοκίες που δημιούργησε».

Γι' αυτό, οι συντάκτες του παρόντος κειμένου, φίλοι αλλά όχι μέλη του Συνασπισμού (για διάφορους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους) θέλουμε να εστιάσουμε αποκλειστικά σε αυτό το ερώτημα, που είναι κεντρικό για μια αριστερά η οποία ισχυρίζεται ότι εκφράζει τα «συμφέροντα των πολλών».

Το ερώτημα της επαφής με ένα μαζικό ακροατήριο θα έπρεπε να τίθεται ανεξάρτητα από τη δημοσκοπική ανόδο· η συγκεκριμένη περίοδος μάς έκανε, απλώς, να πιστέψουμε ξανά στις δυνατότητές μας και, ευτυχώς, το καθιστά αναπόδραστο.


Κατ’ αρχάς, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι υπάρχει μία εκ των προτέρων δεδομένη «γραμμή», υπαγορευόμενη είτε από την ιστορία της ανανεωτικής αριστεράς, είτε από συλλογικές αποφάσεις, στην οποία οφείλουμε τυφλή πίστη και προσήλωση: δυστυχώς, οι απανωτές αποτυχίες της αριστεράς μάς αναγκάζουν να αναζητούμε διαρκώς νέους δρόμους.

Και σε αυτήν την αναζήτηση, η πρόοδος συνίσταται όχι μόνο στον εντοπισμό των σφαλμάτων, αλλά και στην ανάπτυξη των μέχρι τώρα κατακτήσεών μας.

Για τον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ των τελευταίων ετών, αυτές περιλαμβάνουν:

(1) τη γείωσή του για πρώτη φορά σε κινήματα που έφεραν αποτελέσματα·

(2) τη συνακόλουθη επιτυχία του για μεγάλο χρονικό διάστημα να καθορίζει την «πολιτική ατζέντα», σε βαθμό δυσανάλογο προς την εκλογική του απήχηση·

(3) την καινοτόμα προσπάθεια για υπέρβαση παραδοσιακών διαχωρισμών στην αριστερά·

(4) τη σύνταξη εκτεταμένου πολιτικού προγράμματος, σε μια προσπάθεια να αποκτήσει «μεστό προγραμματικό λόγο· λόγο που συνδέει τα άμεσα με τα μακροπρόθεσμα, τη στρατηγική με την τακτική, την Ελλάδα με την Ευρώπη και τον κόσμο· λόγο που τολμά να προτείνει και να διεκδικήσει, λόγο που δεν αγνοεί ούτε κρύβει τις δυσκολίες, αλλά προσπαθεί να τις αντιμετωπίσει στις πραγματικές τους διαστάσεις» (Α. Μπαλτάς, Ενθέματα, 17/5/2009)·

(5) μια ιδιαίτερα ενεργή και αποτελεσματική κοινοβουλευτική ομάδα όσο και έναν ιδιαίτερα ενεργό και αποτελεσματικό ευρωβουλευτή.

Δεν έχει νόημα, λοιπόν, κατά τη γνώμη μας, η οπισθοδρόμηση στο γραφειοκρατικό κόμμα που υπήρξε ο Συνασπισμός κατά το παρελθόν, τότε που από τα παραπάνω πέντε σημεία μπορούσαμε να καυχηθούμε μόνο για το τελευταίο.


Τα προβλήματα όμως ξεκινούν από την αδυναμία μας να παντρέψουμε την κινηματική δράση μας με μια ολοκληρωμένη παρέμβαση στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Δεν υποτιμούμε τη δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος, θεωρούμε όμως ότι πέρα από βερμπαλιστικές «επαναστατικές» διακηρύξεις και «μετριοπαθείς», απολύτως συστημικές στην ουσία τους, παρεμβάσεις (λίγων) συγκεκριμένων τηλε-στελεχών, η επιστροφή στις ρίζες του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, που αποτελεί κατάκτηση για την ανανεωτική αριστερά, θα ξεκαθάριζε τα πράγματα.

Στο βαθμό που αυτή η στρατηγική δεν έχει γίνει αποδεκτή από δυνάμεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ ή και του ΣΥΝ, τίθεται προς αυτές το αίτημα να ξεκαθαρίσουν τη βάση πάνω στην οποία βλέπουν την κοινωνική τους παρέμβαση και τη συνεργασία τους με διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις στα πλαίσια αυτού του ενωτικού εγχειρήματος.


Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε πώς εννοούμε την «αντισυστημική» παρέμβασή μας· σίγουρα η θολή και ασαφής επίκλησή της απομάκρυνε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Κατά τη γνώμη μας, και ειδικά μετά την ήττα όλων των γνωστών μοντέλων του σοσιαλισμού, για να είναι κανείς αντισυστημικός δεν αρκεί να αναφέρεται στην ανάγκη ανατροπής του καπιταλισμού.

Αυτό, έτσι κι αλλιώς, δεν αποτελεί παρά το στρατηγικό στόχο της αριστεράς, ο οποίος όμως δεν επαρκεί ώστε να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας εν υπνώσει, ή ενός κόσμου που δεν κουβαλάει τις δικές μας πολιτικές διαδρομές και εμμονές.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία στην παρούσα ιστορική συγκυρία είναι η πάλη, στη βάση ενός βαθιά πολιτικού σχεδίου που θα επαναφέρει στο προσκήνιο τις αρχές και αξίες της αριστεράς, ενάντια σε ένα σύμπλεγμα συμφερόντων (δικομματισμός, κυρίαρχα ΜΜΕ, μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, οργανωμένες συντεχνίες που λυμαίνονται τα δημόσια αγαθά) που έχει ουσιαστικά θέσει την υπόλοιπη κοινωνία στο περιθώριο και διαχειρίζεται τις τύχες της ερήμην της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής του μοντέλου συνύπαρξης στη δράση μας της «αντισυστημικότητας» με τη «θεσμική κανονικότητα», με εξαιρετική επιτυχία μάλιστα, αποτέλεσε η περίπτωση του γηπέδου του Παναθηναϊκού όπου το κίνημα της Ανοιχτής Πόλης για την προστασία του Ελαιώνα βρήκε τελικά τη θεσμική δικαίωσή του μέσα από την προσφυγή των 131 κατοίκων στο ΣτΕ.

Ο Αλέξης Τσίπρας μάλιστα σε μια συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου για το συγκεκριμένο θέμα, σε μια αποστροφή του λόγου του επανέλαβε μια παλιότερη φράση του Ηλία Ηλιού στη Βουλή: «Θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα!».

Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις ορθές αφετηριακές του θέσεις, δεν κατάφερε να δώσει την απαιτούμενη πολιτική/προγραμματική διάσταση σε κινήματα όπως το πανεπιστημιακό και αυτό του Δεκέμβρη (ή να επισημάνει την απουσία τέτοιας διάστασης ως πρόβλημα), ούτε φρόντισε να διαχωριστεί επαρκώς από αντιδημοκρατικές πρακτικές που είχαν τον μανδύα της «επαναστατικότητας» (π.χ. αρπαγή καλπών), με υψηλό τίμημα και στα δύο.


Για να επανέλθουν όμως πειστικά οι αρχές και αξίες της αριστεράς, μετά από δύο δεκαετίες απόλυτης κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, απαιτούνται από την πλευρά μας, πέρα από την κινηματική δράση, προγραμματική επάρκεια και πολιτική ειλικρίνεια.

Με όλες τις πιθανές αδυναμίες του, το πρόγραμμα που παρουσίασε ο ΣΥΝ πρέπει να είναι η απαρχή μίας αναγκαίας και τελείως καινοτόμας, για τα δεδομένα της μεταπολιτευτικής αριστεράς, προσπάθειας για εμβάθυνση, συγκεκριμενοποίηση του πολιτικού μας λόγου και αναμέτρηση με τα πραγματικά και συγκεκριμένα προβλήματα της κοινωνίας και της χώρας.

Οι προτάσεις μας σε πολλούς τομείς, όπως της οικονομίας, αν και συχνά με σαφείς κατευθύνσεις και αιχμές (σε αντίθεση με πολλούς άλλους πολιτικούς χώρους), βρίσκονται ακόμα σε πρωτογενές στάδιο επεξεργασίας, και έτσι δεν είναι σε θέση να αντιπαρατεθούν επιτυχώς με τις εφαρμοσμένες στην πράξη «λύσεις» δεξιάς κατεύθυνσης.

Εδώ θα πρέπει η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδέα της «οικονομίας των αναγκών», που προτάσσεται στο πρόγραμμα του ΣΥΝ, να αναπτυχθεί σε ένα συνεκτικό πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής, ώστε μετά από δύο δεκαετίες αδράνειας στην παραγωγή οικονομικών ιδεών, να μπορέσει επιτέλους η αριστερά να καταστρώσει «μια στρατηγική που να αμφισβητεί τους στόχους αλλά και τα μέσα της κυρίαρχης πολιτικής» (Ε. Τσακαλώτος, Ενθέματα, 14/6/2009).


Στο θέμα της πολιτικής ειλικρίνειας περιλαμβάνεται και το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας.

Είναι πολύ σημαντικό, και νομίζουμε ότι τα τελευταία χρόνια έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό, να ξεκαθαρίσουμε ότι δε θέλουμε μία αριστερά που θα ματαιοπονεί διαχειριζόμενη δυο-τρία υπουργεία χωρίς μία προγραμματική βάση που θα εξασφαλίζει ουσιαστικές ρήξεις με το συγκεκριμένο οικονομικό και πολιτικοκοινωνικό σύστημα που υπηρέτησαν οι κυβερνήσεις του δικομματισμού.

Αυτό όμως δεν αρκεί: Δε δικαιούμαστε να τρέμουμε τη μέρα που θα χρειαστεί να διαχειριστούμε ένα μεγάλο εκλογικό ποσοστό που θα μας καθιστά ρυθμιστές του συστήματος διακυβέρνησης, και θα σκορπίσουμε σε σαράντα χωριά επειδή δε θα έχουμε συμφωνήσει στα επόμενα βήματα.

Και αντιστρόφως, οι πολίτες δε θα μας δώσουν ποτέ αυτή την ευκαιρία εάν δεν ξέρουν πώς θα την εκμεταλλευτούμε.

Πολύ περισσότερο: δε θα μας εμπιστεύονται ούτε κινηματικά, εάν εξακολουθήσουμε να συμπεριφερόμαστε ως δύναμη, αποκλειστικά, διαμαρτυρίας.


Είναι σημαντικό, λοιπόν, να ξεκαθαριστούν οι πολιτικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα δεχόμαστε να αναλάβουμε κυβερνητικό ρόλο, ακόμα και αν δε φαίνεται σήμερα να ικανοποιούνται από κάποια άλλη πολιτική δύναμη.

Σε κάθε περίπτωση, η προγραμματική φερεγγυότητα και η κοινωνική αγκύρωση αποτελούν προαπαιτούμενα της όποιας απόπειρας διερεύνησης των δυνατοτήτων ευρύτερων συγκλίσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κυβερνητικές συνεργασίες.


Ολοκληρώνοντας, θα ζητήσουμε από τους αναγνώστες να κρατήσουν τα ερωτήματα που θέτουμε, ακόμα και αν απορρίψουν τις απαντήσεις μας.

Ζητάμε να γίνει η σχετική συζήτηση με συναίσθηση της διαχρονικής ήττας της αριστεράς και, επομένως, της ανεπάρκειας κάθε ιστορικού ρεύματος, τάσης ή συνιστώσας.

Ας έχουμε υπόψη μας ότι αυτή η συζήτηση αφήνει αδιάφορους τους «πολλούς» που δε βλέπουν την αριστερά να εκφράζει το «συμφέρον τους».

Η παρατήρηση αυτή δεν απαξιώνει το διάλογο προς όφελος της «δράσης» (για την αριστερά αυτά τα δύο δεν μπορεί να βρίσκονται σε αντιθετική σχέση μεταξύ τους), αλλά αντιθέτως μας επιβάλλει να ψάξουμε θαρραλέα τις δικές μας αδυναμίες και να αναζητήσουμε με αυτοπεποίθηση μία αριστερά που θα υπερβαίνει και την ίδια της την παράδοση, εάν θέλουμε η αυτοαναφορική συρρίκνωση των τελευταίων δεκαετιών να αντικατασταθεί από μία όντως ανατρεπτική πορεία, με εμβέλεια πέραν του κόσμου που για λόγους καταβολών αναφέρεται στην αριστερά.

Ας μη δηλητηριαστεί όμως η συζήτηση από τις παρενέργειες της ήττας, όπως είναι η μετάθεση όλων των κοινωνικών αλλαγών σε ένα «πιο πρόσφορο» μέλλον, η αποφυγή σημαντικών ζητημάτων που απασχολούν τον κόσμο, η βερμπαλιστική επαναστατικότητα την ώρα που η κοινωνική μας παρέμβαση είναι τελείως αναντίστοιχη.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε στη βάση της αισιοδοξίας, ότι μία τέτοια συζήτηση και υπέρβαση είναι εφικτές.

Γιάννης Σακελλαρίδης - Aλέξης Χαρίτσης

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget