Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέτρος Παπασαραντόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέτρος Παπασαραντόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Ο Αριστερός Ευρωπαϊσμός του Τζόρζιο Ναπολιτάνο


του Πέτρου Παπασαραντόπουλου

Η σύγκριση ανάμεσα στην Ελλάδα και Ιταλία για το πως αντιμετώπισαν την οικονομική κρίση, σίγουρα δεν είναι καθόλου κολακευτική για τη χώρα μας. Η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος στην Ιταλία, μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, δείχνουν έναν διαφορετικό πολιτικό πολιτισμό και μια αίσθηση της Ιστορίας, που δυστυχώς απουσιάζουν από το ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Καθοριστικό ρόλο σε όλες αυτές τις διεργασίες διαδραμάτισε ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Τζόρτζιο Ναπολιτάνο. Το γεγονός δεν είναι τυχαίο. Ιστορικό στέλεχος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ηγέτης της «δεξιάς» πτέρυγάς του (μαζί με τον πολιτικό του μέντορα Τζόρτζιο Αμέντολα) στα χρόνια του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, προσωποποιεί όλη την ιστορική και διανοητική παράδοση του ιταλικού αριστερού κινήματος που θεμελιώθηκε από τον Αντόνιο Γκράμσι.
Πρόσφατα εκφώνησε μια ιστορική ομιλία στο Κολέγιο της Ευρώπης, στην Μπριζ, όπου συμπύκνωσε σε λίγες σελίδες όλο το όραμα τού αριστερού ευρωπαϊσμού. Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα αλλά και το πλήρες κείμενο αυτής της ομιλίας:

… Όταν σήμερα όσοι από εμάς είχαν θεσμικούς ή κυβερνητικούς ρόλους στην Ένωση λένε ηχηρά ότι το ευρώ αποτελεί ζωτικής σημασίας πυλώνα της ενωμένης Ευρώπης, αναφέρονται πρώτα και κύρια στην ιστορική αξία της εισαγωγής του στο πνεύμα μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης. Αξίες που θα εκτιμούσε ο Altiero Spinelli, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, αν ήταν ακόμα ζωντανός, επιστεγάζοντας τις προφητικές του προσπάθειες…

…Για να το θέσω ξεκάθαρα: κάθε κράτος μέλος της ευρωζώνης πρέπει να παίξει το ρόλο του, πρέπει να αναλάβει πλήρως τις ευθύνες του. Και αυτές βεβαιότατα αφορούν την Ιταλία: η κουλτούρα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας έχει έγκυρους και συνεπείς υποστηρικτές στη χώρα μας στην άσκηση των δημόσιων λειτουργιών μας, αλλά για πολλά χρόνια τώρα δεν κυριαρχεί αυτή η κουλτούρα…

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Η επόμενη μέρα

Θα επιτρέψουν άραγε τα πελατειακά κομματικά ανακλαστικά στην νέα κυβέρνηση να ασχοληθεί απρόσκοπτα με την εξασφάλιση σύμβασης και δόσης και την προετοιμασία των εκλογών;

άσπρη γάτα, μαύρη γάτα αρκεί να πιάνει το ποντίκι...
"Οι Οικολόγοι Πράσινοι είχαμε χαρακτηρίσει από την αρχή την προοπτική μιας κυβέρνησης όπως αυτή που προαναγγέλθηκεως το "μικρότερο κακό". Το πολιτικό σύστημα, με το βάρος της ευθύνης για την κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα και με δεδομένη την έλλειψη νομιμοποίησης της σημερινής Βουλής, οφείλει τώρα να εξασφαλίσει τα επείγοντα συμφέροντα της κοινωνίας, δηλαδή την αποτροπή μιας ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας και της εξόδου από την ευρωζώνη ώστε χωρίς να δεσμεύσει τη χώρα για δεκαετίες, να την οδηγήσει σε εκλογές.Ταυτόχρονα, η αυριανή κυβέρνηση οφείλει από την πρώτη μέρα να δείξει ένα άλλο πρόσωπο απέναντι σε ζητήματα διαφάνειας και συμπεριφοράς απέναντι στην κοινωνία ως ελάχιστο δείγμα απογαλακτισμού από τα κόμματα που θα την στηρίζουν."
Νομίζω ότι είναι η πιο ψύχραιμη άποψη που άκουσα μετά την συμφωνία για νέα κυβέρνηση. 
Ειδικά το ζήτημα του απογαλακτισμού από την εξυπηρέτηση των δικών μας, θα είναι το καθοριστικό. Δεν νομίζω ότι ο Παπαδήμος θα θελήσει να λειτουργήσει σαν μαριονέτα των κομματικών αλλά σαν πρωθυπουργός με σαφή εντολή, πρόγραμμα και περιθώρια χειρισμών. Κι αυτό μόνο η αυτοσυγκράτηση των κομματικών μπορεί να το επιτρέψει.
Για την Αριστερά τι να πω; 
ΚΚΕ και Συνασπισμός κινούνται στα γνωστά πλαίσια του αναχωρητισμού από κάθε πολιτική πράξη και η ΔΗΜΑΡ στα πλαίσια ενός ημι-αναχωρητισμού: απορρίπτει εκ προοιμίου την διεκδίκηση δεσμεύσεων και την εξ αυτών συμμετοχή στην νέα κυβέρνηση και περιμένει απλά να ακούσει τις θέσεις της. Μπορεί -υπονοεί- αν ικανοποιηθεί (;) να της δώσει και ψήφο εμπιστοσύνης ή ανοχή (!) - χωρίς να λερώσει τα χέρια της όμως. Ποιος τα πιστεύει όμως αυτά; Προφάσεις εν αμαρτίες... 
Η "ευθύνη" που αποτέλεσε το ιδρυτικό της μότο εκφυλίζεται καθημερινά πια σε ένα μειλίχιο τίποτε... 
Κρίμα. 
Γιατί πράγματι είναι:

Η Μεγάλη Ιστορική Στιγμή της ανανεωτικής αριστεράς


όπως λέει ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος στο παρακάτω κείμενο στο fb:

Η συμφωνία για κυβέρνηση συνεργασίας ΠΑΣΟΚ - Νέας Δημοκρατίας με βασικό στόχο την παραμονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ, υποχρεώνει κάθε αριστερό πολίτη που απεχθάνεται τον πολιτικό αυτισμό του ΚΚΕ και τον επικίνδυνο και αντιδημοκρατικό, δήθεν «ριζοσπαστικό» ακτιβισμό του ΣΥΡΙΖΑ να πάρει θέση. Αυτό θα προσπαθήσω να κάνω στις γραμμές που ακολουθούν.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Λεωνίδας Κύρκος, ο "τρελός" της πολιτικής σκακιέρας



του Πέτρου Παπασαραντόπουλου

Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
δρασκελώντας την μίαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις…
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα…
Μανόλης Αναγνωστάκης, Το σκάκι

Γνώρισα τον Λεωνίδα Κύρκο τον φθινόπωρο του 1974. Νεαρός «Ρηγάς» εγώ, ηγετική φυσιογνωμία της ανανεωτικής αριστεράς ο Λεωνίδας. Έκτοτε συνδεθήκαμε με στενή φιλία. Μαζί οργώσαμε το 1977 τη Βόρεια Ελλάδα ζητώντας ψήφο για τη βραχύβια «Συμμαχία». Ξαναβρεθήκαμε το 1989, στο «Ράδιο Παρατηρητής» στη Θεσσαλονίκη, που ο Λεωνίδας έδωσε μερικές από τις σημαντικότερες πολιτικές του συνεντεύξεις. Καρπός αυτών των συνεντεύξεων ήταν το βιβλίο που επιμελήθηκα με τίτλο «Λεωνίδας Κύρκος, Εκ Βαθέων» (Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2009). Πρόκειται για δώδεκα συνεντεύξεις του Λεωνίδα Κύρκου που καλύπτουν χρονικά την εικοσαετία της Ύστερης μεταπολίτευσης, από το 1989 έως το 2009. Ουσιαστικά, πρόκειται για την πολιτική παρακαταθήκη του Λεωνίδα Κύρκου, μέσα από την αφήγηση του για τα γεγονότα της τελευταίας εικοσαετίας.

Από το βιβλίο αυτό αναρτώ τον πρόλογο του Λεωνίδα και του εισαγωγικό μου σημείωμα.

Πρόλογος του Λεωνίδα Κύρκου

Το 1991, έθεσα υποψηφιότητα στη Θεσσαλονίκη για να μείνει χώρος στην Αθήνα και να εκλεγεί ο συνεργαζόμενος με τον Συνασπισμό Ανδρέας Λεντάκης. Στη Θεσσαλονίκη εκλέχθηκα με αρκετή δυσκολία και στα χρόνια που ακολούθησαν ήμουν πολύ συχνά στη μακεδονική πρωτεύουσα, εκπληρώνοντας κατά το δυνατό τις υποχρεώσεις μου.

Συνήθιζα σε κάθε ταξίδι να επισκέπτομαι για μια σε βάθος πολιτική συζήτηση τον φιλόξενο ραδιοφωνικό σταθμό του «Παρατηρητή» και να σχολιάζω την επικαιρότητα με τον οξύτατο παρατηρητή και φίλο μου, τον Πέτρο Παπασαραντόπουλο, με τον οποίο όλα τα τελευταία χρόνια μοιραζόμασταν κοινές αντιλήψεις. Το βασικό θέμα ήταν η πορεία του τόπου, η προοπτική της και μέσα σ’ αυτήν ο ρόλος της Αριστεράς.

Οι συζητήσεις, χωρίς την πίεση του ραδιοφωνικού χρόνου που συνηθίζεται σε τέτοιου είδους εκπομπές, ήταν άνετες, χαλαρές, μαγνητοφωνούνταν στις σύγχρονες εγκαταστάσεις του σταθμού και η μετάδοσή τους πάντα προκαλούσε ξεχωριστό ενδιαφέρον. Από την απομαγνητοφώνησή τους έχουμε ένα corpus αναλύσεων της εποχής και μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη διαμόρφωση των πολιτικών σκέψεων μέρους της Αριστεράς και να αποφανθούμε για την επάρκειά τους.

Από τις συζητήσεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το φλέγον θέμα της συνάντησης των δύο μεγάλων δημοκρατικών ρευμάτων του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού, ΔΕΝ συζητήθηκε ποτέ με τη σοβαρότητα που του ταίριαζε, και πάντοτε αντιμετωπιζόταν σαν μια ρομαντική ιδεοληψία του Λεωνίδα Κύρκου. Χάθηκε έτσι πολύτιμος χρόνος και δόθηκε άνεση στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να οδηγήσει τη χώρα στη σημερινή κατάπτωση.

Όμως, το θέμα αυτό των συμμαχιών για την προώθηση των θέσεων προς τη βαθιά κοινωνική αλλαγή και τον Σοσιαλισμό, που απαιτούσαν τα αδιέξοδα στα οποία περιέρχονταν η χώρα, ήταν και είναι το κεντρικό πολιτικό ζήτημα αυτής της χώρας. Άλλες λύσεις δεν φαίνονταν και δεν φαίνονται εφικτές στον ορίζοντα. Το αριστερό κίνημα έχει υποστεί δύο συντριπτικές ήττες και υπάρχει έντονα η ανάγκη νέων ιδεών και προσανατολισμών για την ανασυγκρότησή του.

Για τη συνάντηση αυτή διατυπώνονται δύο ισχυρές ενστάσεις. Από τη μεριά μας: «Είναι σοσιαλιστικό –και πόσο– το ΠΑΣΟΚ; Είναι μεγάλο κόμμα και θα μας καταπιεί! Θα χάσουμε τη φυσιογνωμία μας και τον αυτόνομο ρόλο μας». Και από τη μεριά του ΠΑΣΟΚ: «Δεν σας εμπιστευόμαστε. Είστε οπαδοί της δικτατορίας του προλεταριάτου. Θέλετε να σμίξουμε τις δυνάμεις μας και ύστερα ‘να μας την φέρετε’… είστε η σύγχρονη έκδοση του Δούρειου Ίππου».

Τα επιχειρήματα ήταν ισχυρά. Καταδίκαζαν όμως σε αποτελμάτωση και ακινησία. Με τις κοσμοϊστορικές αλλαγές του 1989 εγκαταλείφθηκε η εμμονή στη δικτατορία του προλεταριάτου από τα κομμουνιστικά κόμματα που τόση ζημιά είχε κάνει. Κατά τα άλλα, όμως, έμεινε η δυσπιστία. Χρειαζόταν μια γενναία πρωτοβουλία συνεννόησης. Οι επαναστάτες από τα βάθη της ιστορίας καλούσαν με τη φωνή του Danton, από τους ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης, για «περισσότερη τόλμη».

Οι δικοί μας όμως δίσταζαν και διστάζουν ακόμα και σήμερα. Η ακινησία έγινε ιδεολογία, και στην κοινωνία σήκωσαν κεφάλι αναρχικά και αντιεξουσιαστικά ρεύματα. Είχαν σαγήνη· υπόσχονταν γρήγορες λύσεις και κυρίως αποτελούσαν μια κραυγαλέα αποδοκιμασία του πολιτικού συστήματος. ΜΠΑΜ!

Η Αριστερά διστάζει να προσανατολισθεί στη μόνη λύση: Κυβέρνηση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ! Ας βγάλει άλλος τα κάστανα από τη φωτιά, ύστερα βλέπουμε. Και ο πονηρός Καρατζαφέρης καραδοκεί…

Η Αριστερά έχασε την επαναστατική της πνοή. Την ορμή της. Και χρειάζεται να τα ξαναβρεί. Όχι στους δρόμους της βίας. Αλλά με την ακούραστη εμπνευσμένη δουλειά που κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών και αλλάζει το τοπίο.

Κατ’ αρχήν: ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Η εξασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής των κοινωνικών αγώνων. Η μίνιμουμ συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων. Η κυβερνητική συνεργασία ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμού.

Η Αριστερά πρέπει να προτείνει στην κοινωνία ένα Χάρτη εφικτών διεκδικήσεων. Πρέπει να γίνει πρωτοπόρος σε μια εθνική εξόρμηση για την ανανέωση και την Αναγέννηση του ελληνικού πολιτισμού. Το σχολείο πρέπει να γίνει κέντρο μαθητείας κι εκπαίδευσης. Το καφενείο χώρος συνάντησης, επικοινωνίας και συλλογικής προσπάθειας καθολικής βελτίωσης αυτής της κοινωνίας και αυτού του τόπου.

Αυτές τις ιδέες υπερασπίστηκα με πάθος όλα αυτά τα χρόνια. Στην τελευταία «Εκ Βαθέων» συζήτηση που περιλαμβάνεται σε αυτό το βιβλίο θέλω να στείλω με όλες μου τις δυνάμεις ένα καθαρό μήνυμα στους συντρόφους μου του Συνασπισμού: Τολμήστε. Έχετε ήδη καθυστερήσει. Οι ιδέες και οι προτάσεις της ανανεωτικής Αριστεράς είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρες από ποτέ.

Λεωνίδας Κύρκος Νοέμβρης 2009


Εισαγωγικό σημείωμα Πέτρου Παπασαραντόπουλου

Ο Λεωνίδας Κύρκος είναι αναμφίβολα η πλέον εμβληματική μορφή του χώρου που κωδικά αποκαλείται ανανεωτική Αριστερά στην Ελλάδα. Ο χώρος αυτός συνιστά ένα εν πολλοίς παράδοξο και ιδιότυπο φαινόμενο στη μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία.

Η ιδιοτυπία αυτή μπορεί να εντοπισθεί σε δύο κύρια χαρακτηριστικά:

*Την απόλυτη δυσαρμονία ανάμεσα στις αναιμικές εκλογικές επιδόσεις και στην ιδιαίτερα σημαντική επιρροή σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες, ο κόσμος των γραμμάτων και των τεχνών, γενικότερα.

*Την πλήρη διαφοροποίησή του από τους υπόλοιπους κομματικούς οργανισμούς σε κρίσιμες πολιτικές επιλογές της μεταπολιτευτικής περιόδου, με τη συνεχή αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων σε περιόδους όπου το κυρίαρχο χαρακτηριστικό ήταν οι κάθετες πολιτικές πολώσεις και ο στείρος δικομματισμός.

Με έναν παράξενο τρόπο, πολλές από τις πολιτικές προτάσεις της ανανεωτικής Αριστεράς, ενώ την εποχή που διατυπώνονταν απορρίπτονταν κατηγορηματικά, στη συνέχεια υιοθετούνταν και υλοποιούνταν από τα κόμματα εξουσίας. Στην πολιτική σκακιέρα της μεταπολίτευσης, όπου οι κινήσεις που κυριαρχούσαν ήταν μόνον οριζοντίως ή καθέτως, η ανανεωτική Αριστερά ήταν ο «τρελός» του πολιτικού παιγνίου. Ο αξιωματικός της παρτίδας, που κινείται διαγωνίως και «που ξέρει μόνο σε ένα χρώμα να πηγαίνει… αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις», σύμφωνα με τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Η ανανεωτική Αριστερά δεν μπόρεσε ποτέ, με όρους γκραμσιανούς, να κυριαρχήσει στην πολιτική αντιπαράθεση. Αρκετές φορές, όμως, οι ιδέες της, οι θέσεις και οι προτάσεις της ηγεμόνευσαν στο πολιτικό σκηνικό.

Το σώμα των βασικών ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς
Επιχειρώντας κανείς να συμπυκνώσει το σώμα των βασικών ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς, το corpus της πολιτικής της πρότασης μπορεί να εντοπίσει τα ακόλουθα σημεία:

1) Την ανάγκη αναζήτησης ευρύτερων συναινέσεων και συμμαχιών για την επίλυση των κρίσιμων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και την υπέρβαση των κάθετων πολώσεων του πολιτικού συστήματος. Η πρόταση αυτή, που διατυπώθηκε τον Αύγουστο του 1974, αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, αναπτύσσεται και αναλύεται στους «Στόχους του Έθνους», την «πλέον ανατρεπτική συμβολή του ΚΚΕ εσωτερικού στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Λεωνίδας Κύρκος.

2) Τη ρήξη με τις ολοκληρωτικές πρακτικές των παραδοσιακών κομμουνιστικών κομμάτων και το σταλινικό φαινόμενο, και την αναζήτηση μιας Αριστεράς δημοκρατικής και με ανθρώπινο πρόσωπο. Η επιλογή αυτή συμπυκνώνεται με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο στη ρήση του Νίκου Πουλαντζά ότι «η Αριστερά ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα είναι Αριστερά». Η ρήξη αυτή αρχικά επιχειρείται μέσω της προσπάθειας μιας από τα μέσα ανανέωσης του κομμουνιστικού οράματος (ΚΚΕ εσωτερικού) και στη συνέχεια μέσα από ευρύτερα πολιτικά σχήματα, χωρίς το κομμουνιστικό πρόταγμα (Ελληνική Αριστερά, Συνασπισμός).

3) Την ανάγκη για έναν σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ελλάδας και την πολιτική επιλογή, μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για ενεργή συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Πολιτική επιλογή, αυτονόητη σήμερα, αλλά ιδιαίτερα ριζοσπαστική για την εποχή που διατυπώθηκε. Είναι δεδομένα τα σύνδρομα στην Αριστερά, αλλά και στην υπόλοιπη κοινωνία, ότι τόσο για τη δικτατορία όσο και για υπόλοιπα δεινά του ελληνισμού έφταιγε εξ ορισμού ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός και η Δύση εν γένει. Οι δικές μας ευθύνες για τις παθογένειες και τις δυσλειτουργίες του πολιτικού μας συστήματος παραγνωρίζονται και αποσιωπούνται.

4) Τη σταθερή καταγγελία της εθνικιστικής ρητορείας και των αδιέξοδων πολιτικών επιλογών, που προκύπτουν εξαιτίας της, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αναζήτησης συναινετικών λύσεων τόσο στις σχέσεις με τις γειτονικές χώρες (Τουρκία αρχικά και στη συνέχεια Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) όσο και στο πρόβλημα της Κύπρου.

5) Την ανάγκη του σεβασμού και της προσήλωσης στους θεσμούς, που αποτελούν συστατικό στοιχείο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας. Αυτή η θέση ήταν και είναι σε πλήρη αντίθεση με την «επαναστατική» ρητορεία ότι «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», αλλά και με τις απόψεις εκείνες που υποστηρίζουν ότι οι θεσμοί δεν έχουν και τόση σημασία, αφού εκείνο που προέχει είναι η αδιαμεσολάβητη σχέση του Ηγέτη με το λαό.

6) Την ανάγκη ριζικού εκσυγχρονισμού, όχι μόνο του πολιτικού συστήματος και της γραφειοκρατίας, αλλά και της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας, με τη λήψη αποφάσεων και μέτρων που δεν θα ήταν κατ’ ανάγκη δημοφιλή. με άλλα λόγια, την έμπρακτη άρνηση του πολιτικού κόστους στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, που ήταν η κυρίαρχη πολιτική πρακτική των κομμάτων εξουσίας στη μεταπολιτευτική περίοδο.

Κρίνοντας με την απόσταση του χρόνου, 35 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση του 1974, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η ανανεωτική Αριστερά απέτυχε πλήρως στο να πείσει τα υπόλοιπα κόμματα, αλλά και την ελληνική κοινωνία, για την ανάγκη αναζήτησης ευρύτερων συναινέσεων και συμμαχιών.

Είχε σχετική επιτυχία στην προβολή ενός διαφορετικού προσώπου της Αριστεράς, περιορίζοντας το ΚΚΕ στο ρόλο μιας μάλλον περιθωριακής παραμέτρου του πολιτικού συστήματος.

Δικαιώθηκε απόλυτα στις φιλοευρωπαϊκές επιλογές της, που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών.

Έπεισε, ύστερα από πολλές προσπάθειες και παρά τις κατηγορίες για ενδοτισμό και εθνική μειοδοσία, ότι μέσα από διαπραγματεύσεις και χωρίς αδιέξοδους εθνικιστικούς λεονταρισμούς μπορούν να προκύψουν επωφελείς λύσεις στα εθνικά μας θέματα.

Λοιδωρήθηκε για «θεσμολαγνεία» από όλες τις συνιστώσες της Αριστεράς.

Τέλος, δεν κατάφερε να επιβάλει στην πολιτική ατζέντα των κομμάτων εξουσίας έναν πραγματικό εκσυγχρονισμό της χώρας και του συστήματος διοίκησης, που παραμένει ακόμα και σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας.

Απολογισμός καθόλου κακός για έναν μικρό πολιτικό σχηματισμό. Θα μπορούσε να ήταν πολύ καλύτερος, εάν ο χώρος της ανανεωτικής Αριστεράς μπορούσε να υπερβεί τις ενδογενείς αδυναμίες που τον χαρακτήριζαν, όπως οι ατέρμονες διαδικασίες, ο βυζαντινισμός, η διστακτικότητα σε κρίσιμες αποφάσεις, οι έντονες αντιπαραθέσεις του πολιτικού προσωπικού.

Ένας διαφορετικός πολιτικός πολιτισμός

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το corpus των ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς παραπέμπει σε έναν διαφορετικό πολιτικό πολιτισμό. Η επικράτησή του, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο από αυτό του στείρου δικομματισμού.

Δεν μπόρεσε να πείσει την ελληνική κοινωνία στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, για έναν προφανή, κατά τον Λεωνίδα Κύρκο, λόγο, που ήταν «η δίψα του Λαού τότε για άμεσες λύσεις και για αποτελεσματικές δράσεις… Ο δρόμος που υπέδειχναν οι “Στόχοι” δεν φαινόταν γρήγορος και ριζοσπαστικός».

Όταν πέρασε η έξαψη της μεταπολίτευσης, το corpus των ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς είχε μια δεύτερη ευκαιρία. Την ευκαιρία αυτή την έχασε το 1989, με το μοιραίο λάθος της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου.

Στη συνέχεια, οι ιδέες της ανανεωτικής Αριστεράς υπονομεύθηκαν από το ίδιο το κόμμα που τις εκπροσωπούσε.

Το corpus των ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς πέρασε από πολλές διακυμάνσεις πολιτικής επιρροής στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Επιχείρησε να υπερβεί τον κομμουνιστικό χαρακτήρα του με τη μετεξέλιξη του ΚΚΕ εσωτερικού σε έναν ευρύτερο πολιτικό σχηματισμό, τη βραχύβια Ελληνική Αριστερά, που σύντομα έδωσε τη θέση της στο Συνασπισμό της Αριστεράς, σε συνεργασία με το ΚΚΕ, στα πλαίσια της ευφορίας που είχαν προκαλέσει οι κοσμογονικές αλλαγές στη Σοβιετική Ένωση, στα τέλη της δεκαετίας του ’80.

Η συνεργασία αυτή δεν μακροημέρευσε, μετά την αποτυχία της περεστρόικα, τη συντηρητική αναδίπλωση του ΚΚΕ και την αποχώρησή του από το Συνασπισμό το 1991.

Περιθωριοποίηση, αγνόηση και απόρριψη από το Συνασπισμό

Ο Συνασπισμός συνέχισε την πολιτική του πορεία με τον Λεωνίδα Κύρκο να έχει αποσυρθεί από τις ηγετικές θέσεις, ενώ παράλληλα το corpus των ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς δοκιμάζεται σκληρά στην ύστερη κομματική διαδρομή του Συνασπισμού, από το 1993 και μετά.

Περιθωριοποιείται σιωπηλά στη διάρκεια της προεδρίας Νίκου Κωνσταντόπουλου, αγνοείται συστηματικά κατά την προεδρία Αλέκου Αλαβάνου, και απορρίπτεται κατηγορηματικά από την προεδρία Αλέξη Τσίπρα.

Ιδιαίτερα στο πλαίσιο του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), που είναι η πολιτική συμμαχία του Συνασπισμού με ευάριθμες κινήσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, αυτό το corpus δαιμονοποιήθηκε και εξοστρακίσθηκε. Η κυρίαρχη πολιτική επιλογή είναι η «κινηματική και αντισυστημική λογική, εκτός ορίων», όπως χαρακτηριστικά γράφει η Βάσω Κιντή, (ΤΑ ΝΕΑ, 5 Αυγούστου 2009) η οποία δεν έχει καμιά σχέση με το σώμα των ιδεών που προαναφέρθηκαν.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γιάννης Βούλγαρης, η παρούσα ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει την παράδοση της ιστορικής ανανεωτικής Αριστεράς με «συνειδητή ή ασυνείδητη ιστορική μνησικακία» (ΤΑ ΝΕΑ, 30 Μαΐου 2009).

Ιδίως μετά τις ευρωεκλογές και τις εθνικές εκλογές του 2009, όπου καταγράφηκε, με την πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα αποχή και την αποδοκιμασία των κομμάτων εξουσίας, η βαθύτατη κρίση του πολιτικού συστήματος, ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ ταλανίζονται από εσωτερικές συγκρούσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο τις αγεφύρωτες πολιτικές διαφωνίες και τους ασύμβατους πολιτικούς προσανατολισμούς ανάμεσα στις διάφορες συνιστώσες.

Σήμερα, το πολιτικό μέλλον του χώρου της ανανεωτικής Αριστεράς μοιάζει να είναι εξαιρετικά αβέβαιο. Αντίθετα, συνεχίζει να είναι αξιοσημείωτη η επιρροή του σε επιστημονικούς και ακαδημαϊκούς χώρους και στα μέσα ενημέρωσης όπου μπορεί κανείς να εντοπίσει τόσο τα θετικά όσο και τα παθολογικά χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν.

Πρόκειται για μια υπαρκτή αλλά μη ορατή Αριστερά, που στο μεγαλύτερο μέρος της έχει πλήρως αποκοπεί από τις κομματικές διεργασίες και τις πολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ.

Η πολιτική των συμμαχιών

Αξίζει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι στο πλαίσιο της αναζήτησης ευρύτερων συναινέσεων και συμμαχιών, η ανανεωτική Αριστερά συνεργάσθηκε κατά καιρούς με όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα. με το ΚΚΕ το 1974 (Ενωμένη Αριστερά) και το 1989 (Συνασπισμός της Αριστεράς), με το ΠΑΣΟΚ, σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά όχι στην κεντρική πολιτική σκηνή (με την εξαίρεση της βραχύβιας Οικουμενικής κυβέρνησης Ζολώτα το 1989), και με τη Νέα Δημοκρατία το 1989 στο πλαίσιο της κυβέρνησης Τζαννετάκη.

Η τελευταία επιλογή είναι από τις πλέον αμφιλεγόμενες και αμφισβητούμενες, και είναι σίγουρο ότι θα απασχολεί για πολλά χρόνια τους πολιτικούς επιστήμονες και αναλυτές.

Η σχέση του χώρου της ανανεωτικής Αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ πέρασε από πολλές διακυμάνσεις. Από το 1974 έως το 1989 χαρακτηριζόταν από έντονη αμοιβαία καχυποψία. Παρότι ο σκληρός πυρήνας των ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς και του τότε κομματικού της φορέα, του ΚΚΕ εσωτερικού, θα έπρεπε να οδηγήσει σε μια στενότερη συνεργασία, οι πορείες των δύο κομμάτων, με εξαίρεση κάποιες συνεργασίες σε τοπικό επίπεδο, ήταν αντιθετικές και ασύμβατες.

Οι κύριες αιτίες αυτής της δύσκολης σχέσης μοιάζουν να είναι το αλαζονικό και λαϊκιστικό ύφος άσκησης της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, οι λαϊκιστικές πολιτικές του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και η κυτταρική απαρέσκεια και απέχθεια μεγάλης μερίδας στελεχών του ΚΚΕ εσωτερικού προς αυτές τις πρακτικές. Το αισθητικό κριτήριο φαίνεται ότι υπερίσχυε πολλές φορές της ψύχραιμης πολιτικής ανάλυσης.

Οι σχέσεις αυτές πήραν το χαρακτήρα μετωπικής σύγκρουσης το 1989. Στη συνέχεια, έγιναν προσπάθειες από κάποια στελέχη της ανανεωτικής Αριστεράς, με προεξάρχοντα τον Λεωνίδα Κύρκο, να εξομαλυνθούν. Οι προσπάθειες αυτές απορρίφθηκαν από τις κατά καιρούς ηγεσίες του Συνασπισμού, κάτι που οδήγησε σειρά στελεχών είτε να προσχωρήσουν στο ΠΑΣΟΚ είτε να αποχωρήσουν από το Συνασπισμό και να παραμείνουν χωρίς κομματική ένταξη.

Παράλληλα, το σημερινό ΠΑΣΟΚ, ιδίως με τον προσωποκεντρικό και αρχηγικό χαρακτήρα της ηγεσίας του, δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για ευρύτερες συνεργασίες.

Η μοναχική πορεία του Λεωνίδα Κύρκου

Σε όλη αυτή την ιστορική διαδρομή, ο Λεωνίδας Κύρκος διαδραματίζει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Συμμετέχει ενεργά σε όλες τις διεργασίες, από ηγετικές θέσεις, και εκλέγεται επανειλημμένα βουλευτής και ευρωβουλευτής. Από το 1993 παραιτείται από όλα τα κομματικά αξιώματα, αλλά συνεχίζει να παρεμβαίνει ενεργά στα πολιτικά δρώμενα.

Σε όλα αυτά τα χρόνια δεν παύει, σε αντίθεση και πολλές φορές σε αντιπαράθεση με τις ηγεσίες του Συνασπισμού, να προτείνει τη συνεργασία ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμού, ενώ σηκώνει σχεδόν μόνος το βάρος της σύγκρουσης με την εθνικιστική υστερία για το θέμα του ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Υποστηρίζει ότι ο ξέφρενος ανταγωνισμός πολεμικών εξοπλισμών με την Τουρκία είναι αδιέξοδος, και διατυπώνει ανατρεπτικές προτάσεις για συνεκμετάλλευση των πετρελαίων του Αιγαίου από Ελλάδα και Τουρκία. Προτείνει διαρκώς την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών δομών για την κυπριακή ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και έχει τη μεγάλη ικανοποίηση της ένταξης της Κύπρου, ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής.

Δεν διστάζει να ζητήσει τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και τον ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής του Συνασπισμού, προτείνοντας στους συντρόφους του της ανανεωτικής πτέρυγας να τολμήσουν να προχωρήσουν στη δημιουργία ενός πολιτικού φορέα, εάν οι απόψεις τους δεν γίνουν δεκτές στα πλαίσια του Συνασπισμού.

Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τον Λεωνίδα Κύρκο, αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να του καταλογίσει είναι ότι υπεκφεύγει. Αντίθετα, τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος, δεν διστάζει να εκφράσει θέσεις και απόψεις, κόντρα στο ρεύμα. Ίσως να είχε δίκιο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που του είχε πει, «Κύρκο, θα αποτύχεις! Είσαι σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο, σε λάθος κόμμα», όπως το περιγράφει ο Λεωνίδας Κύρκος στο βιβλίο του Στιγμές – από την προσωπική μου διαδρομή, (Εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 2007).

Οι δώδεκα συνεντεύξεις

Οι δώδεκα συνεντεύξεις που περιέχονται σε αυτό το βιβλίο καλύπτουν την εικοσαετία 1989-2009. Ξεκινούν με την περίοδο του 1989, όπου η Ελληνική Αριστερά συνεργάζεται με το ΚΚΕ στα πλαίσια του Συνασπισμού της Αριστεράς, και καταλήγουν με μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση με τον Λεωνίδα Κύρκο, που έγινε το Σεπτέμβριο του 2009. Οι έντεκα πρώτες συνεντεύξεις μεταδόθηκαν από το «Ράδιο Παρατηρητής» της Θεσσαλονίκης και από την κυριακάτικη εκπομπή «εκ Βαθέων». Η τελευταία συνέντευξη δόθηκε τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 2009.

Η συμπύκνωση του προφορικού λόγου σε γραπτό, με ακριβή απόδοση των λεχθέντων και αποφυγή επαναλήψεων και γλωσσικών παραδρομών, είναι μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία. Ελπίζω να έχω αποδώσει με ακρίβεια την ουσία των συζητήσεων.

Πριν από κάθε συνέντευξη προτάσσεται ένα σύντομο σημείωμα που περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, ενώ, όπου αυτό είναι αναγκαίο, παρατίθενται υποσημειώσεις για να γίνουν κατανοητά πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρονται στη συζήτηση. Περιλαμβάνονται επίσης ενδεικτικές παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία για όσους αναγνώστες θα επιθυμούσαν να εμβαθύνουν περισσότερο στα θέματα της συζήτησης. Αυτές οι παραπομπές είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη για τη σημαντική επιρροή που άσκησε και ασκεί το corpus των ιδεών της ανανεωτικής Αριστεράς στην πνευματική ζωή και στον δημόσιο λόγο της χώρας.

Μέσα από τις συζητήσεις αυτές, που είχαν το πλεονέκτημα μιας άνεσης χρόνου για την ανάπτυξη των επιχειρημάτων, σε αντίθεση με την τρέχουσα πρακτική των τηλεοπτικών παραθύρων και της εύληπτης «ατάκας», ξεδιπλώνεται όλο το νήμα της πολιτικής σκέψης του Λεωνίδα Κύρκου σε δύο επίπεδα: τόσο στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, όσο και στο ευρύτερο θεωρητικό σκεπτικό που βρίσκεται πίσω από τις πολιτικές του προτάσεις. Η σύγκριση των απόψεών του με εκείνες άλλων συνομιλητών που υποστηρίζουν αντίθετες θέσεις, πιστεύουμε ότι είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για τον αναγνώστη.

Μέσα από τις συζητήσεις αυτές αναβλύζει ένα ξεχωριστό προσωπικό και πολιτικό ήθος. μια ξεχωριστή στάση ζωής, μια σπάνια προσωπική εντιμότητα, μια διαφορετική προσέγγιση της πολιτικής από αυτή που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια.

Οι τρεις πρώτες συνεντεύξεις, δόθηκαν με τον Λεωνίδα Κύρκο ενεργό πολιτικό. Όλες οι υπόλοιπες, δόθηκαν από έναν ενεργό πολίτη που δεν διστάζει να αναγνωρίσει τα λάθη του, να αναθεωρήσει πολλές από τις απόψεις του, ενώ ταυτόχρονα καταθέτει τις αγωνίες και τους προβληματισμούς του. Ο πολεμικός, μερικές φορές, τόνος των αρχικών συνεντεύξεων μετατρέπεται σταδιακά σε όλο και πιο στοχαστικές προσεγγίσεις, σε απόσταγμα ζωής.

Το βιβλίο αφιερώνεται στο Θωμά Βασιλειάδη, έναν αγωνιστή που κατάφερε να μετατρέψει με υποδειγματικό τρόπο τις ιδέες της ανανεωτικής Αριστεράς σε πολιτική πράξη. Ο Θωμάς με έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με τα κείμενα του Λεωνίδα Κύρκου, δίνοντάς μου, στα τέλη του 1973, την Κομμουνιστική Επιθεώρηση (του ΚΚΕ εσωτερικού), όπου ο Λεωνίδας Κύρκος, υπογράφοντας ως Κ. Λουκίδης, ανέπτυσσε μια ρηξικέλευθη στρατηγική για την ανατροπή της δικτατορίας. Δυστυχώς, ο Θωμάς μας άφησε νωρίς.

Η παρούσα έκδοση ας θεωρηθεί ως ελάχιστο αντίδωρο στον Λεωνίδα Κύρκο για όσα του οφείλουμε. Για αυτά στα οποία συμφωνούσαμε και κυρίως για εκείνα στα οποία διαφωνούσαμε. Είμαστε πραγματικά πολλοί εκείνοι που του οφείλουμε πολλά.

Τα καλύτερά μας χρόνια…

Προσωπικό Υστερόγραφο: Συνάντησα για τελευταία φορά τον Λεωνίδα, στο σπίτι της Καλλιδρομίου στις 5 Ιουλίου. Δεν μπορεί πλέον να περπατήσει καθόλου. Βλέπω το αναπηρικό καροτσάκι και μελαγχολώ. Προσπαθώ να το κρύψω αλλά το καταλαβαίνει. Η συσκευή οξυγόνου μονίμως δίπλα του. Στιγμές-στιγμές βυθίζεται σε σιωπή. Αρθρώνει συλλογισμούς με υπερπροσπάθεια, αλλά το μυαλό λειτουργεί.

Κάποια στιγμή που λείπει η γυναίκα που τον φροντίζει μου ζητάει να κάνουμε τη συνήθη παρασπονδία μας και καπνίσουμε μαζί ένα πουράκι. Φοβάμαι να ενδώσω και του υπόσχομαι ότι θα καπνίσουμε μαζί την επόμενη φορά που θα βρεθούμε.

Φεύγοντας και κατηφορίζοντας την Χαριλάου Τρικούπη, με πιάνουν οι τύψεις. Θα τον ξαναδώ άραγε; Γιατί δεν ικανοποίησα αυτή την μικρή επιθυμία του;

Τελικά, δεν θα καπνίσουμε ποτέ ξανά μαζί…

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Δε χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε – η ιδεολογική και πολιτική λειτουργία του κινήματος των "αγανακτισμένων"



...ναι στο μνημόνιο, όχι στο μνημόνιο, ναι στο μνημόνιο, όχι στο μνημόνιο...


του Πέτρου Παπασαραντόπουλου

Ένα τεράστιο πανώ, με το σύνθημα «Δε χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε» δεσπόζει στη συγκέντρωση των «αγανακτισμένων» στη Θεσσαλονίκη, με φόντο το Λευκό Πύργο στον οποίο έχει αναρτηθεί η επιγραφή ΠΩΛΕΙΤΑΙ.

Είναι ένα σύνθημα που κατά την άποψη μου συμπυκνώνει τον ελάχιστο κοινό ιδεολογικό παρονομαστή του ετερόκλητου κινήματος (άλλο πράγμα η αγανάκτηση του ανέργου που δεν έχει δουλειά και άλλο η αγανάκτηση του μόνιμου εργαζόμενου στις ΔΕΚΟ με μισθό 10.000 μηνιαίως που έχουν γίνει 8.000) των «αγανακτισμένων» που, μετά τις συγκεντρώσεις της Κυριακής έχει μεταβληθεί σε σημαντική παράμετρο του ελληνικού πολιτικού δράματος. Αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε περισσότερο αυτό το κίνημα, αποφεύγοντας τόσο τη Σκύλα της εύκολης απόρριψης όσο και τη Χάρυβδη της άκριτης θεοποίησης.

Ένα μαζικό κίνημα, μια συγκέντρωση, μια διαδήλωση πρέπει να κρίνονται κυρίως με βάση την ιδεολογική και πολιτική λειτουργία τους και όχι με βάση τη μαζικότητα τους και τον ειρηνικό ή όχι χαρακτήρα τους. Εάν αυτά τα τελευταία ήταν τα βασικά κριτήρια, τότε η λαοθάλασσα της Θεσσαλονίκης, το 1992, για το Μακεδονικό και η συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος, το 2000, κατά της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες θα έπρεπε να χαρακτηριστούν θετικά σημάδια «λαϊκής αφύπνισης» ενώ σήμερα όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι ήταν αναχρονιστικές και φοβικές αντιδράσεις μιας παραζαλισμένης κοινωνίας που αισθανόταν, και στις δύο περιπτώσεις, ότι απειλείται η εθνική της ταυτότητα. Η παρατήρηση αυτή δεν παραγνωρίζει τον πηγαίο και αυθόρμητο χαρακτήρα του κινήματος των «αγανακτισμένων», αναμφισβήτητα θετικό. Αναγνωρίζοντας τα θετικά, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι κινήματα ιδεολογικά και πολιτικά ουδέτερα δεν υπάρχουν. Το έλλογο δεν μπορεί να υποκύπτει στο συναισθηματικό. Σε αυτή την κατεύθυνση αξίζει να διαβαστούν δυο σχετικά κείμενα, του Παύλου Αθανασόπουλου και του Νίκου Μπίστη, με καίριες επισημάνσεις.

Η ιδεολογική λειτουργία του κινήματος των «αγανακτισμένων»

Ιδεολογικά, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η συντριπτική πλειοψηφία των «αγανακτισμένων» θεωρεί ότι το βασικό πρόβλημα του τόπου μας είναι το «Μνημόνιο». Η λέξη αυτή, που στην αρχική της, ακριβή εννοιολόγηση, σημαίνει μια δανειακή σύμβαση για να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας, έχει αποκτήσει στο μυαλό των «αγανακτισμένων» ένα εντελώς διαφορετικό, συμβολικού χαρακτήρα, περιεχόμενο. Συμβολίζει την αιτία των δεινών μας. 

Πρόκειται για μια κλασσική περίπτωση αποκόλλησης σημαίνοντος και σημαινομένου. Ακριβώς για αυτό το λόγο οι «αγανακτισμένοι» αρνούνται ότι χρωστάμε, αρνούνται να πουλήσουν, αρνούνται να πληρώσουν. Αυτή η συμβολική δαιμονοποίηση του Μνημονίου είναι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής ανάμεσα στη «δεξιά» άνω πλατεία Συντάγματος, την «αριστερή» κάτω πλατεία και στους περισσότερους από τους «αγανακτισμένους» που βρέθηκαν στις πλατείες όλης της χώρας.

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget