Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντιγόνη Λυμπεράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντιγόνη Λυμπεράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Η κουλτούρα των συναινέσεων απέναντι στον λαϊκισμό και το πολιτικό μίσος

Μαθαίνοντας τον διάλογο

Το Φόρουμ μιας νέας πολιτικής κουλτούρας

της Αντιγόνης Λυμπεράκη και του Παναγιώτη Βλάχου*
Υπάρχει πραγματική εναλλακτική στη λιτότητα;Πως θα καταφέρουμε να σταματήσουμε να φορτώνουμε τα βάρη στα παιδιά μας;Αρκεί να αυξήσουμε τις εξαγωγές για να μετασχηματιστεί η ελληνική οικονομία; Με ποιές δημόσιες υπηρεσίες θα χτίσουμε τη νέα δημόσια διοίκηση;Ποιο φορολογικό σύστημα εξασφαλίζει ότι το κράτος θα συλλέγει έσοδα με δίκαιο τρόπο, και χωρίς να σκοτώνει την επιχειρηματικότητα;Γιατί η κοινωνική πολιτική δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περίσσευμα και φιλοδώρημα; Τι μας επιφυλάσσει η Τραπεζική Ένωση;Τι κοινωνία, τι οικονομία, τι κράτος θέλουμε;
Αυτά τα ερωτήματα αναζητούν απαντήσεις. Για να γίνουν οι απαντήσεις κοινωνικές επιλογές, χρειάζεται διάλογος ΚΑΙ συνεργασία. Δηλαδή, χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα.
Κι όμως, ένας από τους μεγάλους ηττημένους της ελληνικής κρίσης είναι η πολιτική μας κουλτούρα. Βουτηγμένο στην πόλωση, το ελληνικό πολιτικό σύστημα λειτουργεί πιο εύκολα όταν πλειοδοτεί σε λαϊκισμό, εξουθενώνει τον αντίπαλο, ακυρώσει το συνομιλητή του. Θύματα είναι η συνεννοήση, ο συμβιβασμός και ο οργανωμένος διάλογος. Παράπλευρη απώλεια είναι η αδυναμία να απαντηθούν τα ερωτήματα και να υλοποιηθούν οι λύσεις.
Αντί για ουσιαστικό διάλογο, υπάρχει μια προσπάθεια να διατηρηθεί η πόλωση με την αναπαραγωγή ψευδοδιλημμάτων και κυνηγιού μαγισσών. Επιδιώκεται η μετατροπή του πολιτικού διαλόγου σε ρωμαϊκή αρένα, όπου ψεκασμένοι, λαϊκιστές και μεσσίες πλαισιώνουν το νέο δικομματισμό ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Στην αρένα αυτή, μετριοπαθείς και προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις -που σέβονται ιδέες, προτάσεις, προγράμματα και ανθρώπους- περιθωριοποιούνται και αποκλείονται.
Όσο οι νέοι μονομάχοι αναμετρώνται, ο προοδευτικός χώρος στην Ελλάδα και στην Ευρώπη περνάει τη δική του υπαρξιακή κρίση. Χρειάζεται να επανεξετάσει το παραδοσιακό οπλοστάσιο της σοσιαλδημοκρατίας και να το προσαρμόσει στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. 
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ηττοπάθεια κυριαρχεί στον Ευρωπαϊκό προοδευτικό χώρο: η δημοσιονομική προσαρμογή πραγματοποιείται χωρίς αντίβαρα κοινωνικής δικαιοσύνης, οι μεταρρυθμίσεις γίνονται αποσπασματικά και δύσθυμα. 
Στην Ελλάδα απουσιάζει παντελώς ένα εθνικό σχέδιο. Η αμφισβήτηση του “success story” βαφτίζεται αντι-ευρωπαϊσμός, ενώ η υπεράσπιση των ευρωπαϊκών θεσμών και ο μεταρρυθμιστικός λόγος βαφτίζονται ενδοτισμός και υποτέλεια.
Ο δικομματισμός ελπίζει να χωρίσει την Ελλάδα στα δύο. Από τη μια οι φοβισμένοι και από την άλλοι οι απελπισμένοι. Στη μέση κενό. Οι πολιτικές επιλογές θα υπαγορευθούν για άλλη μια φορά ως πιεστικό εκλογικό δίλημμα, εφήμερο και παρελκυστικό. Ένα δίλημμα που δεν έχει κανένα σημείο επαφής με το ποια Ευρώπη θέλουμε.
Ακόμα και η Ελλάδα, ως προεδρεύουσα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, πρόκειται να διαχειρίζεται τις ευρωεκλογές σαν άλλη μια εκλογική αναμέτρηση – το μόνο σπορ που φέρει εις πέρας άψογα το πολιτικό μας σύστημα. Σε ένα τέτοιο τοξικό πολιτικό περιβάλλον, οδεύουμε προς πολιτική αντιπαράθεση όπου δεν απουσιάζει απλά ο ορθός λόγος, αλλά ...

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Γιατί δεν υπέγραψα το κείμενο των "58", αν και το σκέφτηκα...

της Αντιγόνης Λυμπεράκη*

Μπήκα στην πολιτική, με συμπληρωμένα ένσημα κεντροαριστεροσύνης, γιατί πιστεύω στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων. Το επιχείρημά μου το 2012 ήταν «Πριν αποφασίσουμε αν πάμε Κυκλάδες ή Σποράδες, πρέπει πρώτα να μην πάμε στον πάτο». Τελικά αποφύγαμε τον πάτο, αφού πολλοί εφήρμοσαν επιλογές που αποκήρυσσαν πριν από τις εκλογές. Το έκαναν όμως με μεμψιμοιρία, με συνεχή επίκληση έξωθεν πιέσεων. 

Προετοιμάζουν το αύριο με το βλέμμα σταθερά προσηλωμένο στο παρελθόν. Οσο έχουμε μεταρρυθμίσεις χωρίς μεταρρυθμιστές, ο κίνδυνος παραμένει. Για αυτό και θεωρώ, προσωπικά, ότι η προσπάθεια να μην πάμε στον πάτο οφείλει να συνεχίσει.
Για αυτόν τον λόγο δεν υπέγραψα το κείμενο των «58» για σύμπηξη «Κεντροαριστερού Μετώπου» με το σημερινό ΠΑΣΟΚ. Αν και συμφωνώ με πολλά σημεία, θεωρώ ότι μια υπογραφή μου τώρα θα ισοδυναμούσε με αναστολή της προσπάθειας για καθαρό λόγο υπέρ των μεταρρυθμίσεων και κατά του λαϊκισμού. Δεν χρειαζόμαστε θολές εκκλήσεις καλών προθέσεων. Οι περιστάσεις απαιτούν καθαρή φωνή ειλικρίνειας και τόλμης.

Το κείμενο των «58» ήταν πιο ισχυρό στις υπογραφές παρά στο περιεχόμενο. Είναι γραμμένο ώστε να συστεγάσει ανθρώπους με ριζικά αποκλίνουσες απόψεις αλλά και ευθύνες για την κατάσταση της χώρας. Τα παλιά κόμματα εξουσίας μάς είχαν συνηθίσει σε μια γενικόλογη ηθικολογία που απέκρυπτε έλλειψη αυτοκριτικής. Με τρόπο γνώριμο σε αυτά, το κείμενο των «58» προσφέρει ευκαιρία αναβάπτισης χωρίς αυτογνωσία.

Οι κεντρώοι δεν είχαν ώς τώρα αυτόνομη εκπροσώπηση. Εντάσσονταν σε έναν από τους δύο πόλους εξουσίας, εξασκώντας αυτό που στην τροτσκιστική ορολογία αποκαλείται «εισοδισμός». Εξαργύρωναν, δηλαδή, την απώλεια πολιτικής ταυτότητας με επιρροή – και τοποθέτηση σε θέσεις ευθύνης. Η δικαιολογία τους ήταν ότι, για να προωθήσεις τις απόψεις σου, πρέπει πρώτα να εκλεγείς. Και για να εκλεγείς, πρέπει να λες πράγματα που δεν πιστεύεις. 

Αρα φροντίζουμε να εξασφαλίσουμε «οχυρές τοποθεσίες» από τις οποίες θα εφαρμόσουμε διά της πλαγίας κάτι που δεν τολμάμε να παραδεχτούμε. 
Καταλαμβάνουμε θέσεις-καρέκλες για να προωθήσουμε θέσεις-προτάσεις. 
Αν και είχε κάποιες επιτυχίες, η στρατηγική αυτή ταυτίστηκε με τη σταδιακή απαξίωση της πολιτικής και οδήγησε στην ολοκληρωτική ήττα του 2009. Κάποιες μάχες κερδήθηκαν, ο πόλεμος όμως χάθηκε.

Στο σημερινό σταυροδρόμι πρέπει να τεθεί με ευθύτητα, σαφήνεια και αμεσότητα το σχέδιο για έναν νέο τρόπο λειτουργίας της ελληνικής κοινωνίας. Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι θέσεις-καρέκλες είναι αδιάφορες. Τώρα χρειαζόμαστε θέσεις-προτάσεις. Τώρα έφτασε η ώρα το Κέντρο να πει ανοιχτά τι πιστεύει. Πρέπει να μιλά ως το Κέντρο της πεποίθησης και όχι ως το Κέντρο μιας επαμφοτερίζουσας ασάφειας και διπλής άρνησης.

Εκεί έγκειται και το πρόβλημά μου με την τακτική των «58». Συμφωνώντας προκαταβολικά με (ό,τι απέμεινε από) τον ένα από τους δύο παραδοσιακούς πόλους, οι «58» υποστέλλουν τη σημαία καθαρότητας των θέσεων πριν ακόμη αυτές προλάβουν να εκτεθούν.
Το ΠΑΣΟΚ του 2013 διατηρεί ακόμη ...

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Αντιγόνη Λυμπεράκη: Είμαστε στα μισά της διαδρομής (για ένα αυτόνομο, ισχυρό και ανθεκτικό μεταρρυθμιστικό κέντρο)

Η ομιλία της Αντιγόνης Λυμπεράκη στο Συνέδριο της Δράσης

Είμαστε στα μισά της διαδρομής: σκέψεις για τα επόμενα βήματα χειραφέτησης και σύνθεσης
Πώς φτάσαμε εδώ

Τέτοιες μέρες, πριν από ένα χρόνο διαπιστώναμε τη συντριβή της Δράσης, αλλά και την αποτυχία των δυνάμεων του μεταρρυθμιστικού κέντρου έξω από τα κομματικά μαγαζιά. Το αποτέλεσμα αυτών των δύο ήταν η είσοδος της χώρας στην περιπέτεια των δεύτερων εκλογών και ο σχηματισμός ενός κυβερνητικού πόλου εξουσίας από τον οποίο απουσίαζε πανηγυρικά το κέντρο... 
Από τότε, η τρικομματική διακυβέρνηση υλοποιεί ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα χωρίς μεταρρυθμιστές και χωρίς να πιστεύει η ίδια στις μεταρρυθμίσεις. Άτονες μεταρρυθμίσεις, πασπαλισμένες με αναμνήσεις παλαιοκομματισμού!
12 μήνες μετά, υπάρχουν και θετικές και αρνητικές διαπιστώσεις.
Οι θετικές: είμαστε ακόμα εδώ. Και μάλιστα στο Συνέδριο αυτό συμμετέχουν πολλοί σύνεδροι, άνδρες και γυναίκες που προέρχονται από το χώρο της οικολογίας, της κεντρο-αριστεράς και της κεντρο-δεξιάς. Καθώς και πολλοί και πολλές που για πρώτη φορά δραστηριοποιούνται στα κοινά. Έχουμε κάνει βήματα, έχουμε προσδιορίσει με μεγάλη σαφήνεια στο προηγούμενο σύνεδρο το στρατηγικό μας προσανατολισμό. Το στρατηγικό μας στόχο για την Ελλάδα:
Ένα ισχυρό, αυτόνομο, μεταρρυθμιστικό κέντρο, που λειτουργεί με τρόπο διαφοροποιημένο από τα παλιά κόμματα –για Πολίτες και όχι Πελάτες.
Είναι σαφές, και αυτό είναι το σημαντικότερο, ότι η συμμετοχή στη Δράση σημαίνει αυτονόητα και υιοθέτηση αυτού του κεντρικού στόχου. Αυτό δεν αφήνει περιθώρια για τακτικισμούς, υστεροβουλίες και αξιοποίηση του αυτόνομου χώρου του μεταρρυθμιστικού κέντρου σαν εφαλτήριο ή διαβατήριο για κάτι άλλο...
Τώρα ας σκεφτούμε και τα αρνητικά: ο στρατηγικός μας στόχος –να δημιουργήσουμε, δηλαδή, ένα αυτόνομο, ισχυρό και ανθεκτικό μεταρρυθμιστικό κέντρο δεν έχει ακόμα διασφαλισθεί. Έχουμε κάνει βήματα. Έχουμε αναλάβει πρωτοβουλίες. Έχουμε απλώσει το χέρι σε ομάδες, κινήσεις και άτομα που θα μπορούσαμε να συνταιριάξουμε τον βηματισμό μας. Οικοδομούμε, αργά αλλά σταθερά, γέφυρες εμπιστοσύνης, αμοιβαίας αναγνώρισης και καλής διάθεσης.
Αυτές οι διεργασίες δεν μας έχουν ακόμα οδηγήσει σε στέρεο έδαφος. Το ...

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Αναζητώντας μια νέα ισορροπία

Μια ενδιαφέρουσα προβληματική για την μεθοδολογία αντιμετώπισης της χρηματοπιστωτικής φούσκας: Τι κάνουμε όταν μια τράπεζα "σκάει"; Φορολογούμε την περιουσία των πολιτών ή κουρεύουμε τους μετόχους και μεγαλοκαταθέτες; Και πρέπει αυτό να το κάνουμε το ίδιο ως αρχή, σε κάθε χώρα της ΕΕ ανεξαρτήτως ιδιαιτεροτήτων και κοινωνικού κόστους; Είναι ο Ντάισελμπλουμ ένας ανεύθυνος ή προσπαθεί να πει με αδεξιότητα ότι "καπιταλισμός-καζίνο τέρμα" μέσα στην ΕΕ; Είναι η Κύπρος μοναδική περίπτωση ή δικαίως ανησυχούν Μάλτα και Λουξεμβούργο; (ΑΣ)


της Αντιγόνης Λυμπεράκη*

Το μοντέλο διάσωσης της Κύπρου αντιμετώπισε τους μεγαλοκαταθέτες σαν επενδυτές. Αυτό θεωρήθηκε ως κίνηση που θίγει μια ιερή αγελάδα: το τραπεζικό λόμπι ισχυρίζεται πως επίκειται επικίνδυνη αποσταθεροποίηση. Είναι όμως έτσι;
Μάλλον δεν είναι. Τα τελευταία χρόνια (από το 2000 κι έπειτα) οι σχετικές αποδόσεις των καταθέσεων σε τράπεζες έχουν κινηθεί εναντίον των αποδόσεων στην πραγματική οικονομία. Αυτό συνέβη για πολλούς λόγους: επειδή μειώθηκε πολύ ο πληθωρισμός, επειδή φορολογήθηκαν τα μερίσματα (μειώνοντας έτσι την απόδοση των μετοχών), επειδή μειώθηκε η απόδοση συμμετοχής στο συνταξιοδοτικό σύστημα (στην Ελλάδα πολύ δραματικά) και επειδή ξεφούσκωσαν τα ακίνητα, ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκε η φορολογία τους.

Όλα αυτά ενίσχυσαν μια τάση φυγής χρημάτων προς τράπεζες και καταθέσεις, καθώς και τη διατήρηση πολύ υψηλής ρευστότητας -την οποία οι τράπεζες απλώς διοχέτευσαν στην εξυγίανση των δικών τους χαρτοφυλακίων (διαγραφές χρεών κ.λπ.). 
Στην πραγματικότητα, οι υψηλές αποδόσεις των τραπεζών οφείλονται σε ένα στοίχημα κατά πόσο οι τράπεζες θα διασωθούν με χρήματα των φορολογουμένων ή όχι. Αυτό το μοντέλο καταλήγει να επιβραβεύει την αποφυγή συμμετοχής στο ρίσκο της πραγματικής οικονομίας, δηλαδή της παραγωγικής διαδικασίας.

Οι δηλώσεις Ντάισελμπλουμ προσπαθούν να αποκαταστήσουν μια ισορροπία που έχει τελείως ανατραπεί. Αποκαθιστώντας την ισορροπία, καθιστά πιο ριψοκίνδυνη τη διατήρηση χρημάτων σε αδράνεια στις τράπεζες. Και αποτελεί ένα βήμα προς την αναθέρμανση των επενδύσεων σε πραγματικές οικονομικές δραστηριότητες.

Η ΕΕ για να λειτουργήσει σωστά, χρειάζεται να λειτουργεί στη βάση κανόνων. Στην προκειμένη περίπτωση, ούσα το «πρώτο θύμα» των νέων κανόνων, συμφέρει την Κύπρο να ακολουθήσουν και άλλοι το παράδειγμά της, αντί να μείνει η μοναδική εξαίρεση
Για μια μικρή χώρα στο πλαίσιο μιας μεγάλης οικογένειας, είναι πάντα προτιμότερο να υπάρχουν και να τηρούνται σαφείς κανόνες στους οποίους να υπακούουν όλοι. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί μια μικρή χώρα, κινούμενη με τη ροή των εξελίξεων να εξασφαλιστεί πολύ πιο αποτελεσματικά, από το να προβάλλει οπερατικά βέτο και να τραβάει κόκκινες γραμμές. Εξάλλου, για την Ευρωπαϊκή Ένωση ισχύει η αφρικανική παροιμία: Αν θες να πας γρήγορα, πήγαινε μόνος σου. Αν όμως θες να πας μακριά, πήγαινε παρέα.


* πηγή: ethnos.gr

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Κύπρος: Ένας ρόλος πέρα από τη φούσκα

"Ας προσπαθήσουμε, εμείς και εκείνοι, να βρούμε έναν ουσιαστικό και χρήσιμο ρόλο και μέσα από αυτόν να αναζητήσουμε αυτό που θα μας ανήκει δικαιωματικά." 
της Αντιγόνης Λυμπεράκη

Το 1984 ο James Tobin, πρόσφατος ακόμη νομπελίστας, του 1981, στα Οικονομικά (με ειδίκευση στη Χρηματοοικονομική), ανέφερε: 
"Ρίχνουμε όλο και περισσότερους από τους πόρους μας, συμπεριλαμβανομένης και της αφρόκρεμας της νεολαίας, σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, απομακρυσμένες από την παραγωγή, σε δραστηριότητες που δημιουργούν υψηλές ιδιωτικές ανταμοιβές - δυσανάλογες προς την κοινωνική τους παραγωγικότητα. Υποψιάζομαι ότι αυτή η "χάρτινη οικονομία" εκμεταλλεύεται τη δύναμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή για να φουσκώσει την ποσότητα και την ποικιλία των χρηματοοικονομικών συναλλαγών... Φοβάμαι ότι - όπως είδε ο Κέινς ακόμη και στις μέρες του - τα πλεονεκτήματα από τη ρευστότητα και από την ανταλλαγή χρηματοπιστωτικών εργαλείων έρχονται με κόστος τη διευκόλυνση της κερδοσκοπίας... γεγονός κοντόφθαλμο και αναποτελεσματικό". 
Τρία χρόνια μετά την προειδοποίηση αυτή ήρθε η "Μαύρη Τρίτη". Δεκατρία χρόνια μετά ήρθαν η ασιατική κρίση και η χρεοκοπία της Ρωσίας. Η φούσκα του χρηματιστηρίου έσκασε τρία χρόνια ύστερα από αυτό. Παρά ταύτα, το 2007 πολλοί θεώρησαν ότι το ξεφούσκωμα της κρίσης ήταν κάτι τελείως απρόβλεπτο.

Λίγο πριν από την προειδοποίηση του Tobin είχε ξεκινήσει μια ξέφρενη πορεία, όπου το χρηματοπιστωτικό σύστημα αυξανόταν πολύ ταχύτερα από την πραγματική οικονομία - και σε κάποιες περιπτώσεις εις βάρος της.

Ήταν η εποχή της ανεμελιάς και της γκλαμουριάς. Αλλά πάνω απ' όλα ήταν η εποχή της οίησης εκείνων που θεωρούσαν ότι με διάφορα σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα θα μπορούσαν να καταργήσουν την αβεβαιότητα και να γεφυρώσουν την απόσταση που χωρίζει το σήμερα από το αβέβαιο αύριο. Αυτή ήταν η γενική διάθεση που οδήγησε στα golden boys, στα μυστήρια της βάφτισης θαλασσοδανείων σε "επενδυτικές επιλογές για σώφρονες επενδυτές", αλλά και στη θεοποίηση του εύκολου χρηματοοικονομικού πλουτισμού σε βάρος της πραγματικής επιχειρηματικότητας.

Ασφαλώς δημιουργούσε και κάποια προστιθέμενη αξία. Όμως αυτή ήταν μικρότερη από αυτήν που θα φανταζόταν κανείς βλέποντας τις οικονομικές αποδόσεις και συγκρίνοντάς τες με άλλους τομείς της οικονομίας. 
Σε κάποιες περιπτώσεις κατάφεραν πραγματικά να δώσουν μια πραγματική ώθηση στην παραγωγή, όπως τα πολύ διαφορετικά παραδείγματα που ακολουθούν: οι υπηρεσίες αντασφάλισης στις Βερμούδες, το venture capital (για την υλοποίηση καλών νέων επιχειρηματικών ιδεών και καινοτομιών) και το micro-finance (η διάθεση πιστώσεων στους φτωχούς για να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση - συχνά ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν).

Η Κύπρος συμμετείχε στο παγκόσμιο πάρτι, αλλά το επιχειρηματικό της μοντέλο είχε δύο κρίσιμα εγγενή μειονεκτήματα:

  • Πρώτον, συνδύαζε δύο αλληλοαποκλειόμενα χαρακτηριστικά: το πλεονέκτημα του ευρώ μαζί με την υπόσχεση (και πρακτική) της αδιαφάνειας και απόκρυψης.
  • Και, δεύτερον, όταν σταμάτησε να παίζει η μουσική το 2007, η Κύπρος συνέχισε να χορεύει, αντλώντας τα απομεινάρια του χρηματοπιστωτικού ξεφαντώματος.
Τώρα πλέον προσπαθεί απεγνωσμένα να διατηρήσει κάτι που είναι εντελώς ανέφικτο. Για παράδειγμα, ενώ θα ήθελε πολύ να επικαλεστεί τη συμπαράσταση της Γαλλίας, το κάνει όταν η Γαλλία βρίσκεται στη μέση μιας τεράστιας προσπάθειας και αγωνιώδους μάχης εναντίον του ίδιου μοντέλου που προσπαθεί να διασώσει η Κύπρος - όπως δείχνει περίτρανα το ...

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Πόρτα στην μετανάστευση; Αντιγόνη Λυμπεράκη vs Douglas Murray

Ο Βρετανός συγγραφέας και πολιτικός αρθρογράφος, Douglas Murray, και η Ελληνίδα καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο, Αντιγόνη Λυμπεράκη, προθερμάνθηκαν με τις ερωτήσεις της ATHENS VOICE (από την Λένα Χουρμούζη*) λίγο πριν από το επίκαιρο debate της Intelligence Squared Greece με τίτλο: "Η Ευρώπη πρέπει να κλείσει τις πόρτες της στη μετανάστευση;" που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το BBC World News στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στις 28/2. 
Στο debate της Intelligence2Greece 
αντιπαρατέθηκαν: (κατά της πρότασης) ο παγκοσμίου φήμης πολιτικός, Bernard Kouchner και η αντιπρόεδρος της Δράσης Αντιγόνη Λυμπεράκη. (Υπέρ της πρότασης) ο Douglas Murray και ο πρώην υπουργός Μάκης Βορίδης.

To debate μεταδοθεί από το BBC World News το Σάββατο 9 Μαρτίου στις 11:10 και 22:10, και την Κυριακή 10 Μαρτίου στις 4:10 (ξημερώματα Κυριακής) και 17:10!! * Οι ώρες είναι σε ώρα Ελλάδας (GMT+2)

*Ο σύγχρονος κόσμος διαμορφώθηκε μέσα από τη συνεχή μετακίνηση των λαών. Γιατί να τους σταματήσουμε σήμερα;

Douglas Murray 
«Κανείς δεν λέει πως πρέπει να σταματήσει η μετακίνηση λαών. Δεν γίνεται να σταματήσει κανείς την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων, κανείς δεν μπορεί να μας σταματήσει να γνωρίζουμε άλλους πολιτισμούς, να μαθαίνουμε για αυτούς και από αυτούς. Ωστόσο, αυτό που βιώνει τις τελευταίες δεκαετίες η Ευρώπη είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Δεν πρόκειται για μετανάστευση, αλλά για μια μαζική μετανάστευση σε κλίμακα πρωτοφανή για τα δεδομένα της ανθρωπότητας. Ούτε έχει σχέση με τη μεταπολεμική μετανάστευση, πριν 30 χρόνια. Είναι ένα κύμα μετανάστευσης άνευ προηγουμένου. Δεν πρόκειται για μια πολιτισμική ανταλλαγή, μια συνάντηση λαών. Είναι κάτι που αλλάζει και μεταβάλλει τους ευρωπαϊκούς πολιτισμούς και τις κοινωνίες. Και φυσικά μπορεί και πρέπει να μειωθεί. Οι κυβερνήσεις το ξεκίνησαν, οι κυβερνήσεις μπορούν να το σταματήσουν. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η μετανάστευση έχει οφέλη και για τη χώρα υποδοχής και για το μετανάστη. Έχει, όμως, πολλές αρνητικές συνέπειες και είναι εξαιρετικά απερίσκεπτο να τις αγνοούμε».
Αντιγόνη Λυμπεράκη «Δεν μπορούμε, δεν θέλουμε και δεν πρέπει να θέλουμε (ακόμα κι αν μπορούσαμε) να σταματήσουμε τη μετακίνηση λαών. Δεν μπορούμε: επειδή οι δυνάμεις που κινούν τα μεταναστευτικά ρεύματα είναι πολλές, κι έτσι ακόμα και αν βάλεις εμπόδια στα σημεία εισόδου (και γενικώς επηρεάσεις τους παράγοντες έλξης της μετανάστευσης), δεν μπορείς να επηρεάσεις τα σημεία εξόδου (ή αλλιώς τους παράγοντες απώθησης των ανθρώπων από τον τόπο που γεννήθηκαν). Οι οικονομικές διακυμάνσεις στις χώρες προορισμού, καθώς και οι πολιτικές έναντι των μεταναστών, μπορούν να έχουν μικρή μόνο επίδραση στις ροές των μεταναστευτικών κινήσεων και συνήθως με σημαντική χρονική υστέρηση. Δεν θέλουμε: επειδή οι αριθμοί είναι συντριπτικοί. Επειδή χωρίς την εργασία των μεταναστών οι οικονομίες μας θα γονάτιζαν. Χωρίς τις εισφορές των μεταναστών η χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους θα υπέφερε. Χωρίς τη δημογραφική ένεση των μεταναστών ο πληθυσμός της Ελλάδας θα ήταν στα επίπεδα του 1991, ενώ οι συνταξιούχοι θα ήταν όσοι και σήμερα (και άρα η σχέση ασφαλισμένων συνταξιούχων πολύ χειρότερη). Χωρίς τη συνεισφορά τους σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπηρεσιών προς τις οικογένειες (κυρίως στον τομέα της φροντίδας) θα ήταν ακόμα δυσκολότερη η συμφιλίωση όλων των διαφορετικών και πιεστικών απαιτήσεων της καθημερινής ζωής των κανονικών ανθρώπων. Δεν πρέπει να θέλουμε, ακόμα κι αν μπορούσαμε: επειδή τα εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση που στήνεις αμέριμνα για άλλους, μπορεί να σε φυλακίσουν από την πλευρά του φράχτη που δεν επιθυμείς να ...

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Η πάταξη της φοροδιαφυγής που λύνει τα μεγάλα προβλήματα με τρόπο μαγικό, ανώδυνο και -κυρίως- χωρίς μεταρρυθμίσεις

Περιμένοντας την... πλούσια θεία με τα πολλά λεφτά

της Αντιγόνης Λυμπεράκη*
Κι όλα αυτά, για να συντηρηθούν υπεράριθμες θέσεις στο Δημόσιο
(Εξώφυλλο Athens Voice/ σχεδίαση 
 Βίκυς Γεωργιοπούλου)
Η πάταξη της φοροδιαφυγής, ως λύση με ηθική μάλιστα ανωτερότητα, υποτίθεται πως θα λύσει όλα τα προβλήματα ανώδυνα και -κυρίως- χωρίς μεταρρυθμίσεις. Είναι μια άλλη εκδοχή τού "λεφτά υπάρχουν".
Η φοροδιαφυγή αντιμετωπίζεται κατά παράδοση από τις ελληνικές κυβερνήσεις όπως ο ελληνικός κινηματογράφος παρουσίαζε τις «πλούσιες θείες» στα μάτια των επίδοξων, φτωχών, κληρονόμων: κάπου υπάρχει κάποια περιουσία (που κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόση είναι, αλλά είναι μεγάλη), κάποια στιγμή η -ελαφρώς αντιπαθής- θεία θα αποβιώσει (κανείς δεν γνωρίζει το πότε, αλλά δεν θα αργήσει). Άρα οι φτωχοί συγγενείς «έχουν λαμβάνειν»...
 Και με την προσδοκία ότι "λεφτά υπάρχουν" και σύντομα θα έρθουν, μπορούν να προγραμματίσουν, να "ανοιχτούν" σε έξοδα, να υποσχεθούν σε δανειστές κλπ. κλπ.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το φαινόμενο της φοροδιαφυγής, της φορο-αποφυγής και των πάσης φύσεων εισφορο-απο/δια-φυγών ανθεί στη χώρα μας. 
Στις τελευταίες δεκαετίες, η χαλαρότητα του φορο-εισπρακτικού μηχανισμού ήταν συνειδητή κυβερνητική γραμμή. 
Η φοροδιαφυγή ήταν υποκατάστατο της βιομηχανικής πολιτικής (ενίσχυση των μικρότερων και λιγότερο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων), της πολιτικής απασχόλησης (διατήρηση στη ζωή επιχειρήσεων που αν πλήρωναν τους φόρους τους ή θα έκλειναν ή θα απέλυαν προσωπικό), της κοινωνικής πολιτικής (να ζήσουν και οι φτωχοί της γκρίζας οικονομίας) και, βεβαίως, σαν επιλεκτικό εργαλείο επιβράβευσης και τιμωρίας στο πελατειακό δούναι και λαβείν (προς επιχειρηματίες, κοινωνικές ομάδες, μερίδα εργαζομένων που αύξανε το εισόδημά της μέσα από άτυπους διακανονισμούς ή/και σκαστή διαφθορά...). 
Όλα αυτά είναι γνωστά, θλιβερά και χιλιο-ειπωμένα.

Και, ακριβώς επειδή ήταν γνωστά, λειτουργούσαν όπως και η κληρονομιά της θείας: ξέρουμε πού θα βρούμε τα λεφτά, άρα ξοδεύουμε αμέριμνα "προεισπράττοντας" την πάταξη της φοροδιαφυγής. Η πάταξη της φοροδιαφυγής ως Κέρας της Αμάλθειας, μιας πηγής ανεξάντλητου πλούτου και μάλιστα με ηθική ανωτερότητα. Η οποία λύνει τα μεγάλα προβλήματα με τρόπο μαγικό, ανώδυνο και -κυρίως- χωρίς μεταρρυθμίσεις. Είναι μια άλλη εκδοχή του «λεφτά υπάρχουν».

Οι δικαιολογημένες κραυγές για υπερφορολόγηση, που ακούγονται τώρα, είναι το αποτέλεσμα -και η τιμωρία- αυτής της τακτικής.

Η κυβέρνηση φαίνεται πως υιοθετεί τον ρόλο των φτωχών συγγενών που προσδοκούν να σωθούν με την κληρονομιά της πλούσιας θείας (της θείας φοροδιαφυγής). 
Αντί να περιορίσει τις σπατάλες του κρατικού μηχανισμού, επικαλείται τα μυθώδη έσοδα από την πάταξη της φοροδιαφυγής για να διατηρεί μισθοδοτούμενους δημόσιους υπαλλήλους 2 και 3 φορές περισσότερους από όσο αντέχει
Και όταν διαψεύδεται, φορολογεί παραπάνω. 
Στο όνομα της ...

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Μισθοί, ανταγωνιστικότητα και κόκκινες γραμμές

Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο "τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”".
Aναπαράσταση μιας συζήτησης που δεν έγινε

από την Αντιγόνη Λυμπεράκη 
πηγή: Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου

1. Μια αναπαράσταση

Στη συζήτηση θεμάτων οικονομικής πολιτικής αρχίζουμε συνήθως από τη διάγνωση, εντοπίζουμε το πρόβλημα, εξετάζουμε τις εναλλακτικές και μετά προτείνουμε τις λύσεις. Στην περίπτωση του Νέου Μνημονίου δεν ίσχυσε αυτό: αρχίσαμε από μια μόνο προτεινόμενη λύση (τον περιορισμό του κόστους εργασίας) και προχωρήσαμε στον πυροβολισμό της μέσω σειράς αφορισμών, ρητορικών σχημάτων και υψηλόφωνων οιμωγών. 
Καθώς η διαπραγμάτευση γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες, η πλευρά που πυροβολούσε μάς πρόσφερε κάποια ελάχιστα ψήγματα πληροφόρησης. Η πλευρά της Τρόικας συντάσσει μεν Εκθέσεις, αλλά από τον Φεβρουάριο του 2011 «δεν δικαιούται διά να ομιλεί» ούτε να αναπτύσσει τις θέσεις της δημόσια. 
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε ένα πραγματικό οικονομικό επιχείρημα που κρύβεται πίσω από την κακοφωνία της επιλεκτικής πληροφόρησης, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ιατροδικαστικές μεθόδους. Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα πειστήρια που είναι στα χέρια μας (τις σκόρπιες ψηφίδες πληροφόρησης) για να ανασυγκροτήσουμε το ουσιαστικό επιχείρημα πίσω από τις εκστρατείες δημοσίων σχέσεων.
Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο «τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”».

2. "Συζήτηση" (sic) για τους μισθούς

Το θέμα των μισθών εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά και ορμητικά στην τελευταία πράξη του δράματος της διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, αντί της αναμενόμενης «τεχνικής συζήτησης» περί ανταλλαγής ομολόγων. Εκεί που περιμέναμε να μιλήσουμε για CDS, CDOs, PSI και άλλα αρκτικόλεξα, εμφανίστηκαν οι παλιοί μας γνώριμοι: κατώτατος μισθός, ωρίμανση – και μερικές νέες παρέες τύπου μετενέργειας. 
Συζήτηση, «που λέει ο λόγος», καθώς στο θέμα αυτό έχουμε αντικαταστήσει τους συνηθισμένους παράλληλους μονολόγους με αφηρημένο εικαστικό μοντερνισμό, χαράζοντας «κόκκινες γραμμές» από και προς πάσα κατεύθυνση...
Οι γραμμές πολλαπλασιάστηκαν τόσο ώστε οδηγούν σε μια καταθλιπτική μονοχρωμία απέραντου κόκκινου. Παρά ταύτα, οι εκπρόσωποι της Τρόικας συνέχισαν να επιμένουν ότι είναι αναγκαίο να περιοριστεί το μισθολογικό κόστος προκειμένου να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα. 
Ο εγχώριος αντίλογος (σε συνθήκες σπάνιας ομοψυχίας) επανέλαβε το εμπεδωμένο «Σύμβολο της Πίστεως» της ελληνικής ορθοδοξίας γύρω από την αγορά εργασίας
  • Ότι η εμμονή των «ξένων» με τους μισθούς είναι τιμωρητική. 
  • Ότι αποτελεί προϊόν δογματικών αγκυλώσεων... (ως γνωστόν, οι κοινωνικοί εταίροι, τα ερευνητικά τους ινστιτούτα και οι δημοσιογραφικοί σχολιασμοί δεν έχουν ποτέ δογματικές και ιδεολογικές δεσμεύσεις στη χώρα μας). 
  • Ότι η θέση τους μαρτυρά άγνοια των συνθηκών που επικρατούν στην ελληνική αγορά εργασίας (η ελληνική ιδιαιτερότητα για άλλη μια φορά στο προσκήνιο) και άλλα πολλά.
Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να αναπαραστήσω αυτή τη συζήτηση, σαν να γινόταν πραγματικά. 
  • Αρχίζουμε από τα πειστήρια: τα γραπτά της Τρόικας. 
  • Μετά έρχονται τα εννέα σημεία του εγχώριου αντίλογου. Σε κάθε σημείο του αντιλόγου διατυπώνονται παρατηρήσεις που θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος γνώστης της αγοράς εργασίας. 
Αυτή η αναπαράσταση ίσως να αποτυπώνει διαλόγους που έγιναν, όμως δεν προσεγγίζει τον πυρήνα του αρχικού επιχειρήματος, δηλαδή τη θετική οικονομική λογική για τον τρόπο με τον οποίο μια μείωση του εργατικού κόστους μπορεί να οδηγήσει σε ξεπέρασμα της κρίσης. 
  • Το τελευταίο τμήμα του κειμένου σκιαγραφεί ένα τέτοιο επιχείρημα, καταλήγοντας εκεί από όπου θα έπρεπε να είχαμε αρχίσει: μια οικονομική αλληλουχία σκέψεων που συνδέει την ευελιξία στην αγορά εργασίας τόσο με την οικονομική αποτελεσματικότητα, όσο και με την κοινωνική δικαιοσύνη. Και έτσι εξηγεί πως ο περιορισμός του μισθολογικού κόστους μπορεί να είναι εργαλείο εξόδου από την κρίση.
3. Τρόικα: τέσσερις παρατηρήσεις και μια πικρή αλήθεια

Στην τελευταία (5η) Έκθεση του ΔΝΤ (του Δεκεμβρίου 2011), μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα βασικότερα σημεία πάνω στα οποία θεμελιώνεται η αναγκαιότητα του περιορισμού των μισθών.[1] Αυτά είναι:

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget