Εγκαταλείποντας την κλασική και ξεπερασμένη ταξική ανάλυση, που ακόμη κρατάει τμήματα της Αριστεράς σε ομηρία, η νέα Ακροδεξιά υιοθετεί τη στρατηγική διαίρεσης της κοινωνίας ανάμεσα στον λαό και τις ελίτ. Έτσι μιλάει στο συναίσθημα παρά στη λογική, υποθάλπει τους φόβους και περιφρονεί τις τεχνοκρατικές αναλύσεις και τους αριθμούς, πιάνοντας τον σφιγμό ενός κόσμου που βλέπει το βιωτικό του επίπεδο να πέφτει συνεχώς και το μέλλον του αβέβαιο.του Κώστα Δουζίνα*
Όποια και να είναι τα αποτελέσματα του ιταλικού δημοψηφίσματος και των αυστριακών προεδρικών εκλογών, η κοινωνική Ευρώπη της Δημοκρατίας και της αλληλεγγύης θα έχει δεχτεί σήμερα άλλο ένα χτύπημα.
Η ανθρωπότητα πανηγύρισε την ήττα του ναζισμού και του φασισμού το 1945. Το σύνθημα “Never Again” που τόσες γενιές επανέλαβαν από τότε ίσως να μας έκανε να εφησυχάσουμε περισσότερο από ό,τι έπρεπε. Αλλά ο νέος ακροδεξιός λαϊκισμός έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά, η προβιά του λύκου έχει αλλάξει.
Ο Aντόρνo έγραψε το 1949 ότι "Όσο πιο ολοκληρωτική γίνεται η κοινωνία, τόσο θεριεύει η αλλοτρίωση του πνεύματος και τόσο πιο παράδοξη φαντάζει η προσπάθεια να αποδράσει από την αλλοτρίωση μόνο με τις δυνάμεις του. Ακόμη και η πληρέστερη συνειδητοποίηση της καταστροφής κινδυνεύει να μετατραπεί σε άσκοπο κουτσομπολιό. Η πολιτισμική κριτική βρίσκεται αντιμέτωπη με το τελευταίο στάδιο της διαλεκτικής μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας. Είναι βάρβαρο να γράφεις ποιήματα μετά το Άουσβιτς". Η τελευταία πρόταση είναι μία από τις πιο διάσημες του 20ού αιώνα. Έχει επαναληφθεί πολλές φορές παραπλανητικά και έξω από τα συμφραζόμενα της πυκνής και προφητικής αυτής παραγράφου. Σήμερα ίσως να μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την έννοια του χρησμού.
Το 2016 θα μείνει στην Ιστορία ως η χρονιά που η προειδοποίηση του Aντόρνo έρχεται πάλι στην επικαιρότητα και η βαρβαρότητα ξαναμπαίνει στην ευρωπαϊκή καθημερινότητα. Δεν φοράει μπότες και στολές, αλλά κοστούμια Armani και ταγιέρ Chanel. Δεν υπόσχεται φυλετική καθαρότητα, αλλά προστασία του δυτικού πολιτισμού. Μετά το Brexit και τον Τραμπ, η Ιταλία, η Αυστρία, και, στο βάθος, η Ολλανδία και η Γαλλία είναι τα επόμενα στάδια της "αλλοτρίωσης του πνεύματος". Πώς είναι δυνατό τόσοι Ευρωπαίοι να έχουν ξεχάσει την Ιστορία τους;
Η μεταμόρφωση του φασισμού
Η πρόσφατη Ιστορία της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας μπορούν να μας βοηθήσουν για να κατανοήσουμε πώς άλλαξε η “συσκευασία” του ρατσισμού και ωραιοποιήθηκε ο φασισμός για να γίνει αποδεκτός σε ανθρώπους που δεν θα υποστήριζαν ποτέ τους θαυμαστές του ναζισμού. Η σύγκριση πατέρα και κόρης Λεπέν είναι χαρακτηριστική. Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν έχασε τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών το 2002 με περίπου τις ίδιους ψήφους που πήρε και στον πρώτο. Κανένας κεντροαριστερός δεν ήταν διατεθειμένος να τον ψηφίσει όταν ο Λεπέν απέκλεισε τον υποψήφιο των Σοσιαλιστών. Η κόρη του Μαρίν θα πάρει το 2017 πολύ περισσότερες ψήφους. Το επιχείρημα "δεν ψηφίζω φασίστες" έχει χάσει τη δύναμή του και η Λεπέν έχει κάθε ελπίδα να κερδίσει την προεδρία ακολουθώντας την πορεία του Τραμπ.
Ο πατέρας Λεπέν ήταν ένας προβοκάτορας που απευθύνονταν στους παραδοσιακούς Γάλλους ακροδεξιούς, τους Ρieds Νoir, τους αντιδραστικούς καθολικούς και τους νοσταλγούς του Βισί.
Το 2016 θα μείνει στην Ιστορία ως η χρονιά που η προειδοποίηση του Aντόρνo έρχεται πάλι στην επικαιρότητα και η βαρβαρότητα ξαναμπαίνει στην ευρωπαϊκή καθημερινότητα. Δεν φοράει μπότες και στολές, αλλά κοστούμια Armani και ταγιέρ Chanel. Δεν υπόσχεται φυλετική καθαρότητα, αλλά προστασία του δυτικού πολιτισμού. Μετά το Brexit και τον Τραμπ, η Ιταλία, η Αυστρία, και, στο βάθος, η Ολλανδία και η Γαλλία είναι τα επόμενα στάδια της "αλλοτρίωσης του πνεύματος". Πώς είναι δυνατό τόσοι Ευρωπαίοι να έχουν ξεχάσει την Ιστορία τους;
Η μεταμόρφωση του φασισμού
Η πρόσφατη Ιστορία της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας μπορούν να μας βοηθήσουν για να κατανοήσουμε πώς άλλαξε η “συσκευασία” του ρατσισμού και ωραιοποιήθηκε ο φασισμός για να γίνει αποδεκτός σε ανθρώπους που δεν θα υποστήριζαν ποτέ τους θαυμαστές του ναζισμού. Η σύγκριση πατέρα και κόρης Λεπέν είναι χαρακτηριστική. Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν έχασε τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών το 2002 με περίπου τις ίδιους ψήφους που πήρε και στον πρώτο. Κανένας κεντροαριστερός δεν ήταν διατεθειμένος να τον ψηφίσει όταν ο Λεπέν απέκλεισε τον υποψήφιο των Σοσιαλιστών. Η κόρη του Μαρίν θα πάρει το 2017 πολύ περισσότερες ψήφους. Το επιχείρημα "δεν ψηφίζω φασίστες" έχει χάσει τη δύναμή του και η Λεπέν έχει κάθε ελπίδα να κερδίσει την προεδρία ακολουθώντας την πορεία του Τραμπ.
Ο πατέρας Λεπέν ήταν ένας προβοκάτορας που απευθύνονταν στους παραδοσιακούς Γάλλους ακροδεξιούς, τους Ρieds Νoir, τους αντιδραστικούς καθολικούς και τους νοσταλγούς του Βισί.
Η κόρη έχει αλλάξει τελείως το περιτύλιγμα του ιδεολογικού της μηνύματος. Καλύπτει το κενό που άφησε το "ακραίο νεοφιλελεύθερο κέντρο" πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά.
Απομάκρυνε τους νεοναζί, τους περιθωριακούς skinheads και τους ομοφοβικούς αντιδραστικούς και απευθύνεται στα τμήματα της κοινωνίας που αισθάνονται προδομένα από την γκολική Δεξιά, την κομμουνιστική Αριστερά και τους νεοφιλελεύθερους Σοσιαλιστές.
Το πολιτικό σύστημα της “μετα-δημοκρατίας” αγνοεί και περιφρονεί τα θύματα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η αγανάκτηση και ο θυμός αυτού του τμήματος της κοινωνίας αποτελεί το μεγαλύτερο όπλο της λαϊκίστικης Ακροδεξιάς.
Εγκαταλείποντας την κλασική και ξεπερασμένη ταξική ανάλυση, που ακόμη κρατάει τμήματα της Αριστεράς σε ομηρία, η νέα Ακροδεξιά υιοθετεί τη στρατηγική διαίρεσης της κοινωνίας ανάμεσα στον λαό και τις ελίτ. Έτσι μιλάει στο συναίσθημα παρά στη λογική, υποθάλπει τους φόβους και περιφρονεί τις τεχνοκρατικές αναλύσεις και τους αριθμούς, πιάνοντας τον σφιγμό ενός κόσμου που βλέπει το βιωτικό του επίπεδο να πέφτει συνεχώς και το μέλλον του αβέβαιο.
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα και με το ιταλικό δημοψήφισμα.
Ο Ρέντζι θα μπορούσε να είχε κάνει τις συνταγματικές αλλαγές που επιδιώκει χωρίς δημοψήφισμα. Αντί να πάρει μάθημα από τον Βρετανό Κάμερον, που “αυτοκτόνησε” κάνοντας το δημοψήφισμα για το Brexit, ακολούθησε την ίδια τακτική και απειλεί με παραίτηση αν χάσει.
Ζητάει σήμερα από τους Ιταλούς να μειώσουν τον αριθμό των γερουσιαστών από 315 σε 100, που θα διορίζονται αντί να εκλέγονται όπως τώρα, και περιορίζει σημαντικά τις νομοθετικές τους αρμοδιότητες.
Φαίνεται να μην έχει καταλάβει τίποτε από τις πρόσφατες λαϊκές και εκλογικές εξεγέρσεις.
Αυξάνει τις εξουσίες της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού και μειώνει αυτές της Βουλής, όταν οι πολίτες δείχνουν με κάθε τρόπο ότι δεν εμπιστεύονται τις πολιτικές ελίτ.
Μεταφέρει την επιλογή της Γερουσίας από λαϊκές εκλογές σε κομματικό διορισμό, όταν οι πολίτες απορρίπτουν τις κομματικές νομενκλατούρες και πιστεύουν ότι ο διορισμός θα προστατεύσει διαπλεκόμενους από ποινική δίωξη. Στα κιτάπια της Πολιτικής Ιστορίας, το ιταλικό δημοψήφισμα θα καταγραφεί σαν ένα από τα πιο παρακινδυνευμένα εγχειρήματα.
Ίσως να είναι ο Ρέντζι και όχι ο Τσίπρας, όπως ισχυρίζεται η αντιπολίτευση, που θέλει να αποδράσει από τα οικονομικά προβλήματα.
Δυστυχώς για την Ελλάδα, όπως είπαν για τον Μπλερ, ο Ρέντζι ήταν το μέλλον κάποτε.
Οι πολιτισμικοί πόλεμοι
Αλλά ας γυρίσουμε στη Γαλλία και την Ακροδεξιά μετά τη σύντομη παρένθεση στην αυτοκτονική στρατηγική τής ιταλικής Κεντροαριστεράς.
Οι πολιτισμικοί πόλεμοι
Αλλά ας γυρίσουμε στη Γαλλία και την Ακροδεξιά μετά τη σύντομη παρένθεση στην αυτοκτονική στρατηγική τής ιταλικής Κεντροαριστεράς.
Θα ξαναπάρουμε την κυριαρχία μας από τις Βρυξέλλες, λέει η Λεπέν, θα γυρίσουμε στη δόξα που ήταν η Γαλλία, θα ξανακαταλάβουμε τις συνοικίες των αντιστάσεων από τους Άραβες.
Έτσι, η Ακροδεξιά προσπαθεί να ξαναζωντανέψει την παράδοση ενός ισχυρού και περήφανου κράτους που έχει καταστραφεί από την αποδοχή της γερμανικής ηγεμονίας. Αλλά πρόκειται για πλαστή εικόνα της Ιστορίας και ψεύτικη υπόσχεση επιστροφής στο ένδοξο παρελθόν. Η καταπίεση και εκμετάλλευση της αποικιοκρατίας δεν μπορεί να μεταμορφωθεί σε πετυχημένη "αποστολή εκπολιτισμού" (mission civilisatrice). Η Ανατολή βρίσκεται στην καρδιά της Δύσης, τα παιδιά του Μαγκρέμπ στις συνοικίες του Παρισιού και της Μασαλίας, αλλά η "εκκοσμικευμένη" Γαλλία δεν τους δίνει τα βασικά δικαιώματα του πολίτη. Καμιά ωραιοποίηση του παρελθόντος δεν αλλάζει τη ζοφερή τους καθημερινότητα. Έτσι η νέα Ακροδεξιά γίνεται μεταμοντέρνα:



