της Στέλλας Νιώτη*
Πλησιάζει μήνας από την ημέρα που οι «Αγανακτισμένοι» έκαναν την πρώτη συγκέντρωσή τους στην πλατεία Συντάγματος. Από την ημέρα εκείνη πληθαίνει διαρκώς ο αριθμός των δημοσιευμάτων και της σχετικής αρθογραφίας μαζί με τον προβληματισμό για την ταυτότητα και τις προοπτικές τους.
Τα βασικά ερωτήματα που έχουν τεθεί αφορούν ακριβώς την υπόσταση και τη σχέση του νέου κινήματος με την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Από την αρθογραφία της προηγούμενης εβδομάδας σταχυολογώ ενδεικτικά:
- «Ζούμε τη γέννηση ενός μαζικού κινήματος που θα συγκρουστεί με το υπάρχον πολιτικό σύστημα»;[1]
- «Πόσο πολιτικό είναι το κίνημα των αγανακτισμένων»;[2]
Η ανάλυση των αιτημάτων του κινήματος και των εκφράσεων των συγκεντρωμένων μελών, μέσα από τις συζητήσεις των συνελεύσεων και τα επιχειρήματα, τα συνθήματα, τα πανό και τις χειρονομίες επικεντρώνεται σε δύο σημεία:
Το πρώτο, αφορά την άρνηση των συμμετεχόντων πολιτών να επωμιστούν την αποπληρωμή του χρέους, επειδή θεωρούν ότι αποτελεί ευθύνη του συστήματος διακυβέρνησης, το οποίο οφείλει να πληρώσει, αλλά και επειδή ήδη συνεισέφεραν χωρίς αποτέλεσμα, εφόσον το χρέος δεν μειώθηκε εξαιτίας των λανθασμένων πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης.
Το δεύτερο, αφορά την υπεράσπιση των κεκτημένων που θίγονται από τους όρους του Μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος.
Τα σημεία αυτά σηματοδοτούν ένα πολιτικό πλαίσιο η προβληματική του οποίου διευρύνεται από την συγκυρία και τα χαρακτηριστικά της: την παγκόσμια οικονομική κρίση, το στυγνό κερδοσκοπικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, που συνοδεύεται από την πολιτική διαφθορά και την ηθική κρίση, με συνέπειες την έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων και τη συστηματική απαξίωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη[3], [4].
Με τα παραπάνω στοιχειοθετείται η επιχειρηματολογία για την ύπαρξη του συλλογικού υποκειμένου του κινήματος.
