Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Γιαννουλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Γιαννουλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Το πρώτο βήμα δεν αρκεί


Γιώργος Γιαννουλόπουλος
Ο βίαιος χωρισμός είναι μια επώδυνη εμπειρία. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται, η διάρρηξη της αρχικής ενότητας προκαλεί έντονες και αντικρουόμενες συναισθηματικές αντιδράσεις. Από τη νοσταλγία μέχρι την οργή. Κι αυτό επιτείνεται όταν δεν πρόκειται για μια ιδιωτική υπόθεση, αλλά για πολιτική σύγκρουση, η οποία διαδραματίζεται υπό το φως της δημοσιότητας με τα μάτια του κόσμου καρφωμένα επάνω στους διαπληκτιζόμενους.
Για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μονόδρομος. Ενώ κανείς και καμία δεν αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα των εσωκομματικών εκλογών, αυτό που έκαναν οι απελθόντες, και είχαν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, ήταν να πουν ότι ο νέος ΣΥΡΙΖΑ, υπό την ηγεσία ενός γιάπη αυτοαποκαλούμενου «το Φως», με προϋπηρεσία στην Goldman Sachs και χειροκροτητή του Μητσοτάκη μέχρι πρότινος, ο οποίος πήγε στη Μακρόνησο για να «προσκυνήσει» και ο οποίος πιστεύει ότι η άμεση επαφή με τον λαό γίνεται μέσω selfies, όλα αυτά δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ που ήξεραν. Το παράδοξο, για να μην πω το ανέντιμο, θα ήταν να παραμείνουν.

Η όλη υπόθεση μονοπώλησε το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού, αλλά επισκίασε το εξής προϋπάρχον πρόβλημα που δεν έχει σχέση με τον Κασσελάκη: πώς εξηγείται η σταθερή συρρίκνωση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ που ο Αλέξης Τσίπρας τα άφησε στο 17%;

Για τους εναπομείναντες το πιο πιθανό σενάριο είναι η σχετική συζήτηση να αναβληθεί μέχρι το συνέδριο του κόμματος. Οποτε και εάν γίνει. Στην αντίπερα όχθη της Νέας Αριστεράς όμως -και μέχρι στιγμής, τουλάχιστον- η «υπόθεση Κασσελάκη» κυριαρχεί, δεδομένου ότι ο κύριος στόχος είναι να προσελκύσουν όσο γίνεται περισσότερους από εκείνους που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές, όπως φάνηκε καθαρά στη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα η Εφη Αχτσιόγλου στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Κι αυτό, θα έλεγα, δεν είναι καλός οιωνός. Διότι η ιστορία μάς διδάσκει πως όταν οι αριστεροί ερίζουν για το ποιος είναι «πιο αριστερός» από κάποιους άλλους, ανασύρονται στην επιφάνεια όλες οι παλιές και γνωστές παθογένειες. Δηλαδή η εύκολη και αυτάρεσκη πλειοδοσία αριστεροσύνης, οι απλουστεύσεις, τα βροντερά και κούφια «όχι» στα πάντα, η εξωστρέφεια που μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να διαβάσουμε κριτικά και τον δικό μας λόγο.

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις


του Γιώργου Γιαννουλόπουλου*

Νομίζω ότι αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά και υπεύθυνα για τα «σκληρά και άδικα» μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση (κατά δική της ομολογία), οφείλουμε πρώτα να απαντήσουμε σε μια σειρά ερωτήματα από τα οποία απομονώνω τα εξής:

Υπάρχουν και ποια είναι τα μέτρα που θα έπρεπε εμείς οι ίδιοι να είχαμε τολμήσει;

Υπάρχουν και ποια είναι τα μέτρα που θεωρούμε μεν άδικα, αλλά υποχρεούμαστε να δεχτούμε, είτε επειδή δεν υπάρχουν εφικτές εναλλακτικές λύσεις είτε γιατί η άρνησή μας θα επέφερε τη χρεοκοπία;

Υπάρχουν και ποια είναι τα μέτρα τα οποία δεν θα έπρεπε να δεχτούμε ακόμα κι αν χρεοκοπούσαμε;

Υπάρχουν και ποια είναι τα σκληρά και άδικα μέτρα που η κυβέρνηση παίρνει μολονότι δεν την εξαναγκάζει το Μνημόνιο;

Αν και παρακολουθώ όσο μπορώ τα όσα λέγονται και γράφονται, καθαρές απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν βρίσκω. Κι αν εξαιρέσουμε τους οικονομολόγους που δεν είναι πάντα εύκολο για μας τους άσχετους να τους παρακολουθήσουμε, εκείνο που δίνει τον τόνο είναι οι αναμενόμενες ιδεολογικές κονταρομαχίες.

Η εκ δεξιών εκδοχή συνοψίζεται στη φράση «βρήκαμε παπά και θάβουμε».
Δηλαδή, όλα τα μέτρα που επιβάλλει η τρόικα θα έπρεπε να τα είχαμε πάρει μόνοι μας για να μπορέσει η ιδιωτική πρωτοβουλία να οδηγήσει τη χώρα στον υγιή ανταγωνισμό, την ανάπτυξη και την ευνομία.
Η άποψη αυτή, και κυρίως το σκεπτικό της που παραθέτει τα αμαρτήματα του δημόσιου τομέα, έχει αρκετά μεγάλη απήχηση.
Όχι γιατί η Ελλάδα γέμισε νεοφιλελεύθερους, αλλά επειδή μας καλεί να διαλέξουμε ανάμεσα στην ελεύθερη αγορά, την οποία δεν γευτήκαμε ακόμα, και το γνωστό σε όλους μας διεφθαρμένο, πελατειακό, σπάταλο και αναποτελεσματικό Δημόσιο.
Πίσω όμως από την εν λόγω επιλογή κρύβεται μια θέση καθαρά ιδεολογική: η αποθέωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας πρωτοεμφανίστηκε σε χώρες όπου ο δημόσιος τομέας λειτουργούσε κανονικά και στηρίχθηκε στην αρχική παραδοχή ότι το ατομικό υπερέχει εξ ορισμού του συλλογικού.
Όσον αφορά δε την εκτός θεωριών πραγματικότητα -υπάρχει και αυτή-, ας μην ξεχνιόμαστε: τη χρηματοπιστωτική κρίση που έφερε τον κόσμο στο χείλος του γκρεμού δεν την προκάλεσαν οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά τα τσογλάνια του ιδιωτικού τομέα. Κι αν δεν ερχόταν το κράτος να σώσει τις τράπεζες, δεν θα είχε μείνει τίποτα όρθιο.

Η εξ αριστερών αντίδραση αποδεικνύεται κοντόφθαλμη επειδή «οι προοδευτικές δυνάμεις» αρνούνται το προφανές: ότι ο λεγόμενος δημόσιος τομέας στην Ελλάδα δεν είναι ο χώρος του κοινωνικού, αλλά ένας απαρχαιωμένος τρόπος να ικανοποιούνται ατομικά συμφέροντα (πελατειακοί διορισμοί, συντεχνίες, διαφθορά, φοροδιαφυγή κ.ο.κ.).
Όχι μέσα από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, όπως επιτάσσει η τρόικα, αλλά μέσα από το άρμεγμα του κράτους, όπως γινόταν από συστάσεως του ελληνικού βασιλείου.
Συνεπώς αυτό που βλέπουμε δεν είναι σύγκρουση αξιών: από τη μια μεριά το συλλογικό, από την άλλη το ιδιοτελές· είναι ο βίαιος εκσυγχρονισμός των κανόνων ενός σκληρού παιχνιδιού που καθορίζει ποιος χάνει και ποιος κερδίζει.

Νομίζω ότι η σωστή στάση της Αριστεράς δεν είναι η μάχη οπισθοφυλακών, όπου η κάθε αντίσταση στο Μνημόνιο υιοθετείται ως άρνηση του νεοφιλελευθερισμού, αλλά η δημιουργία, για πρώτη φορά, στην Ελλάδα της έννοιας του δημόσιου αγαθού που αξίζει να υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια και το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τα προνόμια της κάθε συντεχνίας.
Γι’ αυτό χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις στα αρχικά ερωτήματα για τα μέτρα της κυβέρνησης. Κι όπως οφείλουμε να αντισταθούμε σε ό,τι αντιβαίνει στο καλώς εννοούμενο Δημόσιο, έτσι οφείλουμε εξίσου να υποστηρίξουμε ό,τι το προωθεί.


*dimokratikiaristera.gr

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Το πελατειακό κράτος και η Αριστερά


του Γιώργου Γιαννουλόπουλου*

Μια ανάμνηση από τα μαθητικά μου χρόνια που ίσως σας θυμίσει κάτι: Οποτε αναγκαζόμουν να μελετήσω για τις εξετάσεις -την τελευταία στιγμή, ως συνήθως- ανακάλυπτα χίλια δυο πράγματα τα οποία έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω, όπως ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που όφειλα επιτέλους να διαβάσω ή εκείνη την ταινία για την οποία όλοι μιλούσαν κι εγώ δεν μπόρεσα ακόμα να δω.

Δηλαδή οτιδήποτε θα με απάλλασσε από το επαχθές καθήκον, αλλά με τη συνείδησή μου καθαρή.

Κάπως έτσι αντιδρά η Αριστερά όταν τίθεται θέμα πελατειακού, διεφθαρμένου, αναποτελεσματικού και σπάταλου κράτους. Φυσικά, λένε, είμαστε εναντίον. Προέχουν όμως άλλα. Γιατί αν εστιάσουμε εκεί την κριτική μας, θα την πληρώσουν οι μικροί και θα γλιτώσουν οι μεγάλοι κλέφτες, τα μεγάλα συμφέροντα. Κοντολογίς, υπάρχει πρόβλημα αλλά δεν είναι της παρούσης. Κι αυτό μου θυμίζει κάτι άλλο: το «στρίβειν διά του αρραβώνος». Δηλαδή γλιτώνουμε από κάτι που όντως δεν θέλουμε, αποδεχόμενοι στα λόγια μια ήπια εκδοχή του.
Για να περάσει όμως η Αριστερά το εν λόγω μήνυμα, φρόντισε να καλλιεργήσει τρεις μύθους, οι οποίοι έχουν αποκτήσει την ακαμάχητη αίγλη του αυτονόητου.

Μύθος πρώτος: η διαφθορά στον δημόσιο τομέα και η λαμογιά στον ιδιωτικό είναι δύο διακριτές ασθένειες και για να πατάξουμε τη μία θα πρέπει να κάνουμε τα στραβά μάτια για την άλλη. Στην πραγματικότητα όμως τα δοχεία συγκοινωνούν. Κατά κανόνα οι μπάζες γίνονται με ανάμιξη ή ευθύνη του Δημοσίου. Τα τεράστια ποσά από τις προμήθειες για τα νοσοκομεία μπήκαν μόνο σε τσέπες ιδιωτών; Εκείνοι οι προκλητικοί μεγαλοφοροφυγάδες με τις παράνομες επαύλεις τους δεν λάδωσαν κάποιους στην εφορία ή την πολεοδομία;
Και επιτέλους, γιατί είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε ποια από τις δύο κατηγορίες θα κυνηγήσουμε; Τι μας εμποδίζει να βάλουμε στο στόχαστρο και τους ιδιώτες που κλέβουν και τους διεφθαρμένους δημόσιους «λειτουργούς»;

Μύθος δεύτερος: για το πελατειακό κράτος δεν ευθύνεται η Αριστερά αλλά τα κόμματα εξουσίας, που διορίζουν αβέρτα στο Δημόσιο με αντάλλαγμα ψήφους. Ως εδώ η διάγνωση είναι απόλυτα ακριβής. Συμβαίνει όμως το εξής περίεργο και άκρως ελληνικό, το οποίο περνάει απαρατήρητο: Μόλις διοριστούν, η Αριστερά αναλαμβάνει την υπεράσπισή τους (με το βαθύ και «κοινωνικό» ΠΑΣΟΚ από κοντά).
Δηλαδή οποιαδήποτε προσπάθεια εξυγίανσης, οποιαδήποτε καταγγελία, προσκρούει στην αντίδραση της Αριστεράς με το σκεπτικό ότι βάλλεται ο δημόσιος τομέας και οι εργαζόμενοι. Γιατί, σύμφωνα με την πάγια άποψη των προοδευτικών δυνάμεων, εκεί που τελειώνει η κακή πλουτοκρατία, αρχίζει ο καλός λαός. (Στο σημείο αυτό, ο μακαρίτης ο Μαρξ αρχίζει να γυρίζει σαν σβούρα στον τάφο του).

Μύθος τρίτος (και φαρμακερός): Οποιος επικρίνει το Δημόσιο, το κάνει με απώτερο σκοπό την ιδιωτικοποίησή του. Χωρίς αμφιβολία, κάποιοι ή μάλλον πολλοί κάτι τέτοιο έχουν κατά νου. Το λένε μάλιστα και οι ίδιοι.
Υπάρχει όμως και μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση: για να σωθεί το Δημόσιο στους χαλεπούς νεοφιλελεύθερους καιρούς μας, πρέπει να γίνει αυτό που υπόσχεται το όνομά του: ο χώρος όπου ανθεί η αίσθηση του κοινού αγαθού, της ανιδιοτέλειας και της κοινωνικής προσφοράς. Οχι ένα εκτροφείο διαφθοράς ή ένα μαγαζί που φροντίζει μόνο για τους δικούς του ανθρώπους.
Δυστυχώς, η Αριστερά, ξεχνώντας το δίδαγμα της ιστορίας ότι ο δημόσιος τομέας πρώτα απαξιώνεται και μετά ιδιωτικοποιείται, αδυνατεί να καταλάβει ότι κανείς δεν βοηθάει τόσο πολύ τους νεοφιλελεύθερους όσο εκείνοι που ανέχονται τις αμαρτίες του Δημοσίου με την πρόφαση ότι υπερασπίζονται τους εργαζόμενους. (Εδώ ο Μαρξ ανεβάζει στροφές).

*Ελευθεροτυπία, 17/7/10

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Ξεκάθαρες κουβέντες;

Του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, Ελευθεροτυπία, 19/06/09
Αν υπάρχει μια ουσία της μεταμοντέρνας εποχής μας -το ξέρω, οι δύο έννοιες αντιφάσκουν- είναι να υποσχόμαστε το καινούργιο, το οποίο τελικά αποδεικνύεται αναπαραγωγή του ισχύοντος, με απώτερο στόχο την επικράτηση.

Κάπως έτσι αντέδρασε ο Αλ. Τσίπρας στην εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθώντας την παλιά και δοκιμασμένη μέθοδο των «αστικών» κομμάτων, που οι ηγέτες τους φορούν γραβάτα και δεν καβαλάνε μηχανές.
Ητοι, η γραμμή μας ήταν σωστή, αλλά αναλαμβάνω την ευθύνη επειδή επέτρεψα στους εσωκομματικούς αντιπάλους μου να τη θολώσουν.
Συνεπώς, δεν αλλάζει, κι εγώ θα φροντίσω την επόμενη φορά να είμαι πιο αυστηρός για να μην επαναληφθούν τα λάθη και οι παραλείψεις, έτσι γενικώς, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι οι περιστάσεις απαιτούν «ξεκάθαρες κουβέντες».

Οταν ο Παπανδρέου έλεγε τα ίδια στην κόντρα με τον Βενιζέλο μετά την εκλογική πανωλεθρία του ΠΑΣΟΚ, εμείς μειδιούσαμε.
Τώρα καμαρώνουμε την αποφασιστικότητα της ηγετικής ομάδας στην Κουμουνδούρου.
Τι σημαίνει στη σημερινή συγκυρία «ξεκάθαρες κουβέντες»;

Νομίζω ότι ένα κείμενο του Αρ. Μπαλτά στην «Αυγή» την επομένη των εκλογών θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το πρόβλημα.
Σχολιάζοντας την ήττα, ο Μπαλτάς ξεκινάει από τη φράση της Τζίνας Πολίτη ότι συντάχθηκε «ανεπιστρεπτί με τις αξίες και τα οράματα του αριστερού συλλογικού υποκειμένου».
Το βιβλίο της δεν το έχω διαβάσει ακόμα και συνεπώς δεν ξέρω πώς το εξειδικεύει.
Αλλά για τον τρόπο που το παρουσιάζει ο φίλτατος και οξύνους Αριστείδης έχω την εξής ένσταση: είναι μια σαφέστατη δήλωση πίστης σε κάτι απελπιστικά ασαφές, δεδομένου ότι ο καυγάς μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με το πώς ορίζουμε αυτό ακριβώς στο οποίο οφείλουμε να είμαστε πιστοί.
Διότι όλοι συντάσσονται «ανεπιστρεπτί με τις αξίες και τα οράματα του αριστερού συλλογικού υποκειμένου», όπως το καταλαβαίνουν όμως. Από το μέλος της ΚΟΕ που αρπάζει την κάλπη επειδή η συμμετοχή των φοιτητών στην ψηφοφορία θα συμβάλει στην αμερικανοποίηση του πανεπιστημίου, μέχρι τον Βασίλη Πεσμαζόγλου, που εισηγείται την αποχώρηση των Ανανεωτών και τη συνεργασία τους με τους Οικολόγους.

Δεν ξέρω αν αυτή η κατά Τσίπρα «Βαβυλωνία» οφείλεται κυρίως στην αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πολιτικοποιήσει την εικόνα του.
Ξέρω όμως πως δεν νοείται χώρος δίχως σύνορα. Και τα σύνορα υπάρχουν, μολονότι το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως άρνησή τους, εν ονόματι μιας υποτιθέμενης πολυφωνίας.

Αλλά, στην πράξη, η ανεκτικότητα σταματάει εκεί όπου τελειώνει η Αριστερά, όπως τη φαντάζεται η συγκεκριμένη πλειοψηφία. Η οποία -ιδού το πρόβλημα- αποφεύγει μεν να μας πει σαφώς τι σημαίνει Αριστερά, ενώ εφαρμόζει τη λογική «όσο αριστερότερα τόσο καλύτερα».

Κάποτε η ασάφεια άνοιξε τις πόρτες προς το ΠΑΣΟΚ.
Σήμερα η περιρρέουσα «αριστερή» ατμόσφαιρα -τα εισαγωγικά δηλούν ότι δεν τους χαρίζω την ιδιότητα- δείχνει ότι στον περίφημο τρίτο πόλο χωράει ακόμα και το σταλινικό ΚΚΕ (πόσες φορές πρέπει να σε φτύσουν για να παραδεχτείς ότι δεν βρέχει;) και οι διάφοροι «ριζοσπάστες», που απορρίπτουν μια έστω μικρή μετακίνηση της χώρας προς τα αριστερά, διότι προέχει η ναρκισσιστική εικόνα του ασυμβίβαστου αγωνιστή που καλλιεργούν για να κερδίσουν τα καλλιστεία της αριστεροσύνης.
Οσο για τους Ανανεωτές, από τους οποίους θέλουν μόνο την ψήφο τους, παρά τις κονσερβαρισμένες δηλώσεις ότι δεν περισσεύει κανείς, πολλοί θα χαρούν αν τους αδειάσουν τη γωνιά.

Πώς αλλάζουν οι καιροί!
Κάποτε το ζητούμενο ήταν αν κάποιος είχε το θάρρος να δηλώσει αριστερός όταν αντιμετώπιζε την ωμή βία της εθνικοφροσύνης.
Σήμερα, με τον καθένα να δηλώνει ατιμωρητί ό,τι θέλει, οι σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ συναγωνίζονται για το ποιος είναι «πιο αριστερός».

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Ή όλα ή τίποτα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 22/05/2009

Ηταν φυσικό και αναμενόμενο οι ευρωεκλογές να φέρουν ξανά στην επιφάνεια τη γνωστή κόντρα Κουμουνδούρου - Περισσού, με αφορμή τον λεγόμενο «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» του Συνασπισμού.
Το συγκεκριμένο επίδικο θέμα είναι όχι μόνο επίκαιρο, αλλά μας βοηθάει επίσης να αντιληφθούμε την ουσία της μεταξύ τους αντιπαλότητας.

Σύμφωνα με την άποψη του ΚΚΕ, διατυπωμένη απλά, η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι μια υπερεθνική οντότητα που δημιουργήθηκε για να εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα του καπιταλισμού ή της φιλελεύθερης ολιγαρχίας (εδώ μπορείτε να διαλέξετε τον δικό σας απαξιωτικό χαρακτηρισμό).
Κι αυτό ακριβώς κάνει εκ φύσεως και αδιαλείπτως.
Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε πολιτική που δεν αποσκοπεί στη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ενωσης συνιστά προδοσία της εργατικής τάξης.

Η λογική αυτή προϋποθέτει μιαν αντίληψη της πολιτικής που θα χαρακτήριζα μεταφυσική.
Θέλω να πω ότι τα διάφορα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα, όπως η Ε.Ε. ή και το εθνικό κράτος (γιατί όχι;), δεν εκλαμβάνονται ως πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης με ανοικτή έκβαση, αλλά ως απόλυτες ουσίες, χωρίς διαβαθμίσεις ή αποχρώσεις και χωρίς τη δυνατότητα μερικής και σταδιακής βελτίωσης, τις οποίες καλούμαστε είτε να αποδεχθούμε ως έχουν είτε να ανατρέψουμε εκ βάθρων.
Τούτου δεδομένου, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πέντε κόμματα και δύο πολιτικές: από τη μια το αταλάντευτο ΚΚΕ, και από την άλλη όλοι οι υπόλοιποι, εφόσον οι όποιες διαφορές ανάμεσα στον Συνασπισμό π.χ. που ζητάει μια διαφορετική Ε.Ε. και εκείνους που θέλουν να διατηρήσουν τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στις Βρυξέλλες είναι στην ουσία ανύπαρκτες και πολιτικά αφελείς.
Συνεπώς, όσοι δηλώνουν αντίθετοι στη σημερινή εκδοχή της Ε.Ε. και αγωνίζονται να την αλλάξουν επί το αριστερότερο δεν δικαιούνται να ομιλούν, εφόσον η μόνη ορθή στάση είναι η κατά μέτωπο σύγκρουση.
Οπως λέει και ο «Ριζοσπάστης», που τους τα χώνει σε καθημερινή βάση, οι ευρωπαϊστές του Συνασπισμού αποδεικνύονται στην καλύτερη περίπτωση ηλίθιοι και στη χειρότερη, πράκτορες της νέας τάξης πραγμάτων.

Μέχρι εδώ προκύπτει, αρκετά καθαρά νομίζω, η στρεψοδικία και η παράνοια του Περισσού.
Αλλά στην πολιτική, όπως και στη ζωή γενικότερα, οι σαφείς διαχωριστικές γραμμές της μεταφυσικής υπόκεινται στη διαβρωτική λειτουργία της ειρωνείας, που ξεφυτρώνει εκεί που δεν την περιμένουμε.
Συγκεκριμένα, η συλλογιστική του ΚΚΕ, αν και αποσκοπεί στη συκοφάντηση του Συνασπισμού, δεν διαφέρει ουσιαστικά από κάποιες φωνές στο εσωτερικό του, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν υποχρεωτικά με την Ε.Ε. -υπάρχει όμως και η ΚΟΕ- αλλά εισάγουν στην Κουμουνδούρου μια εξίσου μεταφυσική θεώρηση της πολιτικής που ακούει στο όνομα «αγωνιστικότητα».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αριστερίστικη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ, που ηττήθηκε στις πρόσφατες εκλογές των πανεπιστημιακών.
Η μαχητικότητά τους ήταν απόλυτα σωστή στην πρώτη φάση της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση, όταν η Αριστερά, με επικεφαλής τον Συνασπισμό, πέτυχε μια πραγματικά μεγάλη νίκη με το άρθρο 16.
Στη συνέχεια όμως φάνηκε ότι κι αυτοί πιστεύουν ότι όποιος δεν πει «Οχι σε όλα» είναι σαν να λέει «Ναι σε όλα».
Δηλαδή ή όλα ή τίποτα.
Ετσι προέκυψε το μέτωπο της απόρριψης που δεν συζητάει με κανέναν για τίποτα αλλά κλείνει τα πανεπιστήμια και τους δρόμους για να αντισταθεί συνολικά στο νέο νόμο.
Εκτός φυσικά από τις διατάξεις που καθορίζουν τις εξελίξεις των πανεπιστημιακών, τις οποίες κάποιοι λαλίστατοι «αγωνιστές» αποδέχθηκαν στην πράξη για να προαχθούν.

Δεν θέλω να διαγράψω τις διαφορές ανάμεσα στους κινηματικούς του ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Είναι πολλές και σημαντικές.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, παρά τις εκατέρωθεν βολές, κύλησε ο σταλινικός τέντζερης και βρήκε το αριστερίστικο καπάκι.

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget