Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ!
Όλες σχεδόν τις κρίσεις του καπιταλισμού η αριστερά έσπευδε και τις χαρακτήριζε δομικές και συστημικές, υποδηλώνοντας έτσι ότι διαμορφώθηκαν οι αντικειμενικές συνθήκες για την ανατροπή του, με την ανάλογη ωρίμανση και του υποκειμενικού παράγοντα. Το ίδιο κάνει και σήμερα, ευθέως το ΚΚΕ και εμμέσως άλλες δυνάμεις της αριστεράς εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Όμως ο 20ός αιώνας έδειξε ότι η διά της βίας ανατροπή του καπιταλισμού και η επιβολή του σοσιαλισμού, όπου επιχειρήθηκε, κατέληξε στον σοβιετικού τύπου ολοκληρωτισμό. Μάλιστα, οι μεγαλύτεροι αντικομμουνιστές είναι όσοι επιμένουν στην υποστήριξη του Σταλινισμού, της μεγαλύτερης στρέβλωσης και συκοφαντίας του μαρξικού απελευθερωτικού οράματος.
Μια σύγχρονη αριστερά – και η Δημοκρατική Αριστερά, αφού αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοια – αν όντως θέλει να σηματοδοτήσει μια τομή με το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν, οφείλει να τοποθετηθεί ευθαρσώς απέναντί του και να συνάγει τα ανάλογα συμπεράσματα, για μια πολιτική αρχών που θα συγκροτούν την ταυτότητά της και θα ορίζουν το πλαίσιο από όπου θα απορρέουν και οι τοποθετήσεις της στην τρέχουσα συγκυρία.
Συνεπώς, ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία στον οποίο αναφέρεται, δεν είχε, ούτε θα μπορούσε να έχει καμιά σχέση με εκείνα τα καθεστώτα. Αντιθέτως, επιχειρήθηκε με τη μεταρρυθμιστική στρατηγική σε χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, όπως εκφράστηκε με τον Ούλοφ Πάλμε στη Σουηδία, τον Μπρούνο Κράισκι στην Αυστρία, τον Βίλι Μπράντ στη Γερμανία, κλπ. Πρόκειται για τη μεταπολεμικά συνδεδεμένη με το όνομα της σοσιαλδημοκρατίας «χρυσή τριακονταετία» (1945 – 1975), όπου υπό το κυρίαρχο κεϋνσιανό μοντέλο στήριξης της ζήτησης, δηλαδή των δυνάμεων της εργασίας «… οι αξίες της αλληλεγγύης και της ισότητας μπορούσαν να ικανοποιηθούν εντός καπιταλισμού με το κοινωνικό κράτος και την κρατική εγγύηση της πλήρους απασχόλησης.» (Ε. Τσακαλώτος, Αυγή, 10/12/2010).
Η πετρελαϊκή κρίση του 1973, η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού και των συμφωνιών του Bretton Woods, ο στασιμοπληθωρισμός και η ανερχόμενη ανεργία, σημαδεύουν το πέρασμα από το κεϋνσιανό στην κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στήριξης της προσφοράς, δηλαδή των δυνάμεων του κεφαλαίου. Η δε σοσιαλδημοκρατία, τη δεκαετία του 80, μετατοπίζεται και υιοθετεί τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, με χαρακτηριστικότερες τις περιπτώσεις Μπλερ στη Βρετανία και Σρέντερ στη Γερμανία, για να ακολουθήσουν βαθμιαία και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ενώ το καθ` ημάς ΠΑΣΟΚ προώθησε ταυτόχρονα ένα ανορθολογικό μείγμα προνοιακών πολιτικών και πελατειακών δικτύων εξαιτίας των οποίων καθίσταται πολλαπλά δύσκολη η υπεράσπιση των δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών στη χώρα μας. Η δε σημερινή κυβέρνηση αποπειράται καθυστερημένα, σε συνθήκες κρίσης και δια της εξωτερικής επιβολής του Μνημονίου, το εξορθολογιστικό σοκ που έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί στη φάση της ανάπτυξης και όχι της ύφεσης, κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας. Γι` αυτό θα αποτύχει.
Όμως η μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας ούτε συνολική και οριστική μπορεί να θεωρείται και κυρίως δεν ακυρώνει την πολύτιμη κληρονομιά του κοινωνικού κράτους. Αυτή την κληρονομιά πρέπει να μετουσιώσει στις σημερινές συνθήκες μια σύγχρονη αριστερά που έχει αφήσει οριστικά πίσω της το ναυάγιο του υπαρκτού και των παραφυάδων του.
Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, διεθνών τεχνολογικών δικτύων, ανοιχτών κεφαλαιαγορών και αυξημένης διασύνδεσης των οικονομιών, είναι φυσικά αδιανόητη η επιστροφή στον εθνικό κεϋνσιανισμό και στο εθνικό κράτος πρόνοιας. Μια τέτοια απόπειρα θα αποτελούσε αναχρονιστική χαοτική οπισθοδρόμηση με καταστροφικές συνέπειες. Ας το σκεφτούν διπλά όσοι προτείνουν έξοδο από την Ε.Ε και επιστροφή στη δραχμή.
Όμως με αφορμή τη σημερινή πολύπλευρη διεθνή κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, την αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η απάντηση στην απορρύθμιση και τη χρηματοπιστωτική κυριαρχία είναι οι πολιτικές πρωτοβουλίες για επιβολή διεθνών κανόνων και ρυθμιστικών πλαισίων, μια σύγχρονη αριστερά μπορεί να θέσει ως εφικτό οραματικό στόχο έναν ευρωπαϊκό πράσινο κεϋνσιανισμό, ένα καθολικό κοινωνικό μοντέλο σε ευρωπαϊκή κλίμακα, με προώθηση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης, δίνοντας έτσι πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στον αριστερό ευρωπαϊσμό και την οικολογική εγρήγορση που επικαλείται. Έτσι αξιοποιεί τις καλύτερες παραδόσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, καλύπτει το κενό που αυτή έχει αφήσει πίσω της και ταυτόχρονα της ασκεί πίεση για αλλαγή τροχιάς με προοπτική τις προγραμματικές συγκλίσεις.
Ένα τέτοιο προγραμματικό πλαίσιο μπορεί να κερδίσει τις συνειδήσεις των ευρωπαίων και των ελλήνων πολιτών, καθώς στον αναπτυγμένο καπιταλισμό οι προλετάριοι-εργαζόμενοι έχουν να χάσουν πολύ περισσότερα πράγματα από τις αλυσίδες τους και γι` αυτό, παρά τα δικαιολογημένα ξεσπάσματα εξαιτίας της κρίσης, θα επιλέξουν τη στρατηγική των μεταρρυθμίσεων από τη ρητορική της ανατροπής.
Καθήκον συνεπώς μιας σύγχρονης αριστεράς είναι να διασώσει τον καπιταλισμό μεταρρυθμίζοντάς τον υπέρ των πολιτών, για να συνεχίσει να υπάρχει και η προοπτική του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία.
Εξάλλου, ο καπιταλισμός δεν είναι παντού ο ίδιος. Αν, σύμφωνα με τον Σλαβόι Ζίζεκ (Καθημερινή, 12/10/2010), «αυτή τη στιγμή έχουμε τρία διαθέσιμα μοντέλα, που διεκδικούν την ηγεμονία: το φιλελεύθερο-αγγλοσαξονικό, το ασιατικό-αυταρχικό και το λατινοαμερικανικό-λαϊκιστικό», τότε εμείς ας επιλέξουμε ένα τέταρτο: το ευρωπαϊκό-κοινωνικό.
*Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Αριστεράς
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
Το αδιέξοδο του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού

φοροαπαλλαγές, αμυντικές δαπάνες, εκκλησία...ας συγκεντρωθούμε σε αυτά τα τρία και μετά βλέπουμε
του Γιάννη Μηλιού*
Καθεστωτικός και ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός
Ο μεταρρυθμισμός αποτελεί βασικό άξονα της παρέμβασης της Αριστεράς, διότι στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι νοητή η βελτίωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής θέσης των δυνάμεων της εργασίας.
Ο ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα της εργασίας ωςαυτοτελείς ταξικούς στόχους, στον «ορίζοντα» των οποίων βρίσκεται η ανατροπή του καπιταλισμού. Οι αλλαγές που επιζητεί δεν εστιάζονται γενικώς στην «πρόοδο της χώρας», διότι η «χώρα» είναι ένας καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός κι η «πρόοδός» της συνδέεται με την ενίσχυση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει στοχεύουν στη μετατόπιση του ταξικού συσχετισμού δύναμης, «δείχνουν» τη δυνατότητα και δυναμική της αντικαπιταλιστικής προοπτικής: «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», για μια «οικονομία των κοινωνικών αναγκών και του κοινωνικού ελέγχου», σε αντιδιαστολή με την οικονομία της μεγιστοποίησης του κέρδους.
Σε αντίθεση με αυτή τη στρατηγική, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός είτε θεωρεί τη βελτίωση των όρων ύπαρξης της εργατικής τάξης ως «προϋπόθεση» για την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού (η αύξηση των μισθών θα επιφέρει αύξηση της ζήτησης, επομένως ταχύτερους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου), είτε αντιλαμβάνεται την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των όρων ύπαρξης της εργασίας. Η «ορθή ανάπτυξη της οικονομίας» θα ωφελήσει, υποτίθεται, και τους εργαζόμενους.
Ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός της Αριστεράς: "Έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε."
Η συντηρητική «πατριωτική εκδοχή» του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού αναπαράγεται αυτοτελώς από τα κόμματα εξουσίας. Όλες οι πολιτικές λιτότητας παρουσιάζονται ως «μεταρρυθμίσεις» για την «πρόοδο της χώρας», από την οποία θα προέκυπτε κατόπιν «βελτίωση της ζωής των εργαζομένων».
Όμως, στη συντηρητική αυτή εκδοχή του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού εγκλωβίζεται και η Αριστερά, όποτε κυριαρχεί στο εσωτερικό της η αστική ιδεολογία που ερμηνεύει την πάλη των τάξεων ως «πάλη των εθνών»: τα «ξένα» συμφέροντα εναντίον της «Ελλάδας» και του «ελληνικού έθνους». Ένα σχήμα από το οποίο απορρέει μονοσήμαντα ως ζητούμενο η βελτίωση της θέσης της «χώρας» απέναντι στους διεθνείς ανταγωνιστές της, ως προϋπόθεση για να βελτιωθεί κατόπιν η θέση των εργαζομένων.
Στη σημερινή συγκυρία κρίσης του δημόσιου χρέους, η «εθνική λύση» που προτείνει ο αριστερός καθεστωτικός μεταρρυθμισμός συμπυκνώνεται στο σύνθημα «έξω από το ευρώ και την Ε.Ε.». Η ροή των επιχειρημάτων είναι μια απλοϊκή εξειδίκευση της «εθνικής αφήγησης»:
--Η ένταξη στην ΕΕ και στο ευρώ ζημίωσε τη «χώρα».
--Με την υιοθέτηση της «νέας δραχμής», η οποία θα υποτιμηθεί, οι εξαγωγές της «χώρας» θα αυξηθούν και οι εισαγωγές «της» θα μειωθούν, θα υπάρξει ανάπτυξη, που θα επιτρέψει και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.
--Για να επιτευχθούν οι πολιτικές αυτές, απαιτείται μια αριστερή ή έστω προοδευτική κυβέρνηση, που θα εκφράζει τα συμφέροντα της «χώρας» και της «ανάπτυξης».
Η εθνική αυτή αφήγηση διαλύεται αν εστιααστούμε στα ταξικά συμφέροντα και στρατηγικές. Ας θέσουμε λοιπόν τα ερωτήματα με πραγματικούς όρους:
--Ζημιώθηκε το ελληνικό κεφάλαιο από την υιοθέτηση του ευρώ ως εσωτερικού νομίσματος;
--Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον του ελληνικού κεφαλαίου η υιοθέτηση ενός διαφορετικού εσωτερικού νομίσματος, ώστε να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός της υποτίμησης;
--Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις το ευρώ;
--Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον των εργαζομένων η υιοθέτηση ενός νέου εσωτερικού νομίσματος και η έξοδος του ελληνικού καπιταλισμού από την ΕΕ;
1. Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός ζημιώθηκε από την υιοθέτηση του ευρώ είναι απολύτως ατεκμηρίωτη. Όπως αναλύσαμε διεξοδικότερα αλλού, η υιοθέτηση του ευρώ σήμαινε εντονότερη έκθεση των ατομικών επιχειρήσεων στον διεθνή ανταγωνισμό, πράγμα που «αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη στρατηγική οργάνωσης της αστικής εξουσίας (ως μοντέλο διαρκούς αναδιάρθρωσης της εκμετάλλευσης της εργασίας και εκκαθάρισης των μη-ανταγωνιστικών ατομικών κεφαλαίων προς όφελος τελικά του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου)».
Επιπλέον, ήδη πριν την εισαγωγή του ευρώ, ο ελληνικός καπιταλισμός, παρά την κατάργηση κάθε προστατευτικού μέτρου, πέτυχε ρυθμούς μεγέθυνσης σημαντικά ψηλότερους από το μέσο όρο της ΕΕ και της Ευρωζώνης (ΖτΕ), ψηλότερα ποσοστά κέρδους, δηλαδή αποδοτικότερη εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης συγκριτικά με τους άλλους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς.
Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός υποβαθμίστηκε εντός της ΖτΕ επειδή αυξήθηκε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να υποστηριχτεί μόνο στο πλαίσιο της φανταστικής εικόνας που αναπαράγει η αστική (κλασική και νεοκλασική) οικονομική θεωρία, μιας μη χρηματικής «πραγματικής οικονομίας» υλικών ροών, η οποία αφορά «ισορροπίες» σε συναλλαγές «αγαθών». Όμως ο καπιταλισμός είναι η οικονομία του χρήματος, στην οποία κάθε οικονομική διαδικασία αποτελεί απλώς μέσο, ώστε «το χρήμα να παράγει διαρκώς περισσότερο χρήμα».1 Αυτός είναι και ο λόγος που ένα θετικό (αρνητικό) ισοζύγιο αυτόνομων κεφαλαιακών ροών, υφίσταται πάντα ως κατοπτρική εικόνα ενός ελλείμματος (πλεονάσματος) τρεχουσών συναλλαγών.
Το ευρώ ευνόησε τους διεθνοποιημένους κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού (τράπεζες, εφοπλισμός, τρόφιμα, χημικά-φάρμακα κλπ.) στην οικονομική τους επέκταση.
2. Όσα αναπτύξαμε στην προηγούμενη ενότητα καθιστούν σαφές ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν επιδιώκει την έξοδο από το ευρώ. Μιλώντας γενικά, το κεφάλαιο είναι «αμφίσημο» απέναντι στην προοπτική υποτίμησης του εσωτερικού νομίσματος: η υποτίμηση από τη μια μεριά αυξάνει τη διεθνή του ανταγωνιστικότητα, από την άλλη όμως μειώνει τη διεθνή «αγοραστική ισχύ», απαξιώνει τα περιουσιακά στοιχεία και την επενδυτική του δυνατότητα.
3. Βέβαια, η εξέλιξη της ιστορίας είναι αστάθμητη. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει απολύτως το ενδεχόμενο διάλυσης της ΖτΕ, εάν η παγκόσμια οικονομική κρίση βαθύνει. Σε μια τέτοια περίπτωση και με σημερινούς κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης, ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης έχει την ισχύ να μεταθέσει και πάλι το κόστος της κρίσης στις δυνάμεις της εργασίας και δευτερευόντως στις πιο αδύναμες κεφαλαιακές μερίδες (καπιταλιστική αναδιάρθρωση). Οι δυναμικές και διεθνοποιημένες μερίδες του κεφαλαίου θα θιγούν λιγότερο από την απαξίωση της διεθνούς αξίας των παγίων εγκαταστάσεων, στην περίπτωση που υποτιμηθεί η νέα δραχμή, καθώς διατηρούν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία σε διεθνές νόμισμα. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι θα δουν την αγοραστική τους δύναμη να εξανεμίζεται, καθώς η αυξημένη τιμή των εισαγόμενων μέσων παραγωγής θα μετακυλίεται στην τελική τιμή του προϊόντος, οι τιμές των εισαγομένων θα εκτινάσσονται, ο χρηματοπιστωτικός πανικός θα αποτελεί εφαλτήριο για περαιτέρω μειώσεις μισθών, στέρηση δικαιωμάτων, κατάργηση και των τελευταίων δομών κοινωνικής προστασίας.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι με τους σημερινούς ταξικούς συσχετισμούς δύναμης, δεν είναι προς το συμφέρον των δυνάμεων της εργασίας η έξοδος από το ευρώ (και την Ε.Ε.), καίτοι η προοπτική αυτή δεν αποτελεί επίσης επιδίωξη του κεφαλαίου.
Η άποψη ότι το σύνθημα «έξω από το ευρώ» θα αποτελέσει καταλύτη για να αλλάξει ο ταξικός και πολιτικός συσχετισμός δύναμης, αποτελεί μια ακόμα φαντασίωση του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, εφάμιλλη ίσως σε οικονομιστικό και μηχανιστικό περιεχόμενο με εκείνη την αρχαία πεποίθηση ότι η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» οδηγεί στο σοσιαλισμό.
4. Φτάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις η υιοθέτηση του ευρώ; Η απάντηση προκύπτει εύκολα από τα προηγούμενα: Η εργατική τάξη δεν ζημιώθηκε από το ευρώ καθαυτό, αλλά από τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού που κατάφερε να επιβάλει ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης, στοιχείο των οποίων είναι η μεταβίβαση των πιέσεων του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού στις δυνάμεις της εργασίας.
Για μια συνολική "αναδιαπραγμάτευση" του ταξικού συσχετισμού
Η απάντηση που δώσαμε στο τελευταίο ερώτημα μας επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε μια διαφορετική στρατηγική από αυτές που προκρίνουν οι διάφορες εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, που αναζητούν ένα «καθολικό σύνθημα για το συμφέρον της χώρας».
Στη συγκυρία της κρίσης, πρώτο μέλημα είναι η οργάνωση της άμυνας των δυνάμεων της εργασίας. Απαραίτητο βήμα γι’ αυτό είναι η αποδόμηση της κυρίαρχης προπαγάνδας σχετικά με την κρίση και την αναγκαιότητα των κυβερνητικών μέτρων.
Είναι σημαντικό να δειχθεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία καθολικά αποδεχτή μεθοδολογία για την έξοδο από την κρίση («για το καλό της χώρας»). Με άλλα λόγια, υπάρχουν δύο δρόμοι εξόδου από την κρίση: η έξοδος σε βάρος των προνομίων του κεφαλαίου και η έξοδος σε βάρος των δικαιωμάτων του κόσμου της δουλειάς. Αυτό σημαίνει ότι έχει τεράστια πολιτική σημασία η σειρά των στόχων:
Ξεκινάμε από τα ζητήματα προστασίας της εργασίας και αναδιανομής του εισοδήματος και τα επεκτείνουμε σε μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης που μετατοπίζουν υπέρ της εργασίας το συσχετισμό των δυνάμεων (αύξηση των φορολογικών συντελεστών των κερδών στο 40%, κατάργηση φοροαπαλλαγών, φορολόγηση εκκλησιαστικής περιουσίας, περικοπή στρατιωτικών δαπανών κατά 50%, κλπ.). Στη συνέχεια και μόνο στη βάση των προηγούμενων θέτουμε ζητήματα που αφορούν την κρίση χρέους καθαυτή, όπως η αναδιαπραγμάτευσή του με όρους που να μη θίγουν τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων.
1. Στο ερώτημα επομένως τι παράγει η «ελληνική οικονομία» (ο ελληνικός καπιταλισμός) μπορεί να δοθεί μια εξαιρετικά σύντομη αλλά εξίσου ακριβής απάντηση: Παράγει ένα ακαθάριστο προϊόν 343 δισ. δολαρίων (2008), κατατασσόμενη στην 22η θέση από πλευράς επιπέδου ανάπτυξης (ΑΕΠ ανά κάτοικο) στον πλανήτη.
* Η ΑΥΓΗ, Ο Γιάννης Μηλιός διδάσκει πολιτική οικονομία στο ΕΜΠ
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Η χρεωκοπία της οικονομίας επιβάλλει αναδιαπραγμάτευση χρέους
ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ να αρνείται την αναδιάρθρωση του χρέους, η ελληνική κυβέρνηση βάζει πλάτες ώστε να κερδίσει χρόνο και να διασωθεί η Ευρώπη από μία ανεξέλεγκτη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.
Θα ήταν κατανοητή αυτή η στάση εάν η Ευρώπη όντως έτσι διασωζόταν και δεχόταν κατόπιν την ουσιαστική περιστολή του ελληνικού κρατικού χρέους.
Τίποτα δεν είναι περισσότερο αβέβαιο από τις δύο αυτές υποθέσεις. Πολύ περισσότερο που η ελληνική κυβέρνηση προδιαθέτει για απλή αναδιάρθρωση μελλοντικά του χρέους και όχι για μία δυναμική αναδιαπραγμάτευση και μαζική διαγραφή του 65% αυτού. Για να ορθοποδήσει η Ελλάδα χρειάζεται μία άλλη οικονομική πολιτική. Και η παρούσα κυβέρνηση απέχει παρασάγγας από αυτήν...
του Κώστα Καλλωνιάτη*
Όταν ο υπουργός Οικονομίας κ. Παπακωνσταντίνου δηλώνει πως δεν τίθεται ζήτημα αναδιάρθρωσης χρέους λέγει στην πραγματικότητα τη μισή αλήθεια. Ζήτημα αναδιάρθρωσης χρέους δεν θέτει βεβαίως σήμερα η κυβέρνηση. Τίθεται, όμως, εκ των πραγμάτων. Από τον ίδιο τον χαρακτήρα της κρίσης και της αδυναμίας εναλλακτικής αντιμετώπισής της. Αρκετοί αριστεροί αναλυτές θεωρούν αντιμετωπίσιμη την ελληνική δημοσιονομική κρίση καταλογίζοντάς την στους κακούς κυβερνητικούς χειρισμούς και την ενδοτικότητα στις επιλογές της τρόικας. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται έτσι συγκλίνουν μεθοδολογικά με την επίσημη ερμηνεία πως το κλειδί για την επίλυση της κρίσης βρίσκεται στο να πεισθούν οι αγορές πως η Ελλάδα επιτέλους προσαρμόζεται και όλα τελούν υπό έλεγχο. Δυστυχώς, όμως, ο κοινός στις δύο αυτές προσεγγίσεις, υποκειμενικός χαρακτήρας της κρίσης επισκιάζεται από το πραγματικό αντικειμενικό βάρος της.
Η ελληνική κρίση είναι τριπλή και γι’ αυτό εξαιρετικά σύνθετη. Είναι προϊόν της διεθνούς υπερχρέωσης που έχει οδηγήσει στις σημερινές συνθήκες αυξανόμενης πιστωτικής ασφυξίας και ένδειας ρευστότητας των αγορών. Είναι αποτέλεσμα ενός εγχώριου δημοσιονομικού εκτροχιασμού δεκαετιών. Και είναι, επίσης, κατάληξη της χρόνιας έλλειψης ανταγωνιστικότητας ενός αναχρονιστικού μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας.
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ο λόγος που η ελληνική κρίση εξαρτάται πρωτίστως από τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία και δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με εθνικά ματογυάλια, ενώ δεν αντιμετωπίζεται με συμβατικά δημοσιονομικά μέσα μόνον. Με τη σημερινή της μορφή, η ελληνική οικονομία είναι ήδη χρεωκοπημένη καθώς αδυνατεί να επιπλεύσει στη φουρτουνιασμένη -από τη δική της κρίση- ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία. Αν αυτό δεν έχει επισήμως αναγνωρισθεί, είναι γιατί βρίσκεται διασωληνωμένη στην εντατική του ευρωπαϊκού μηχανισμού "στήριξης", της τρόικας και του Μνημονίου, ακολουθώντας τη γνωστή συνταγή της μονόπλευρης λιτότητας σε βάρος των εργαζομένων με αποκλειστικό υποτίθεται στόχο τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος και την τόνωση της ανταγωνιστικότητας.
Λέμε "υποτίθεται", γιατί έχει επιστημονικά αποδειχθεί ότι το μεν έλλειμμα ανταγωνιστικότητας δεν οφείλεται στους υψηλούς μισθούς και δη συντάξεις, αλλά στις παρασιτικές στρεβλώσεις της οικονομίας των μεσαζόντων, στα μονοπωλιακά κυκλώματα που διαμορφώνουν ανεξέλεγκτα και κερδοσκοπικά τις τιμές, και στη μεγάλη διαφθορά και σπατάλη του κομματικού και πελατειακού κράτους που έχει σφυρηλατήσει μία κρατικοδίαιτη και μη βιώσιμη επιχειρηματική τάξη "της αρπαχτής".
ΒΕΒΑΙΩΣ, ο τριετής σχεδιασμός της τρόικας για την Ελλάδα, ο οποίος βασίζεται στην ενδιάμεση εξασφάλιση εξωτερικής χρηματοδότησης 110 δισ. μέσω του μηχανισμού στήριξης, προβλέπει την αύξηση του δημοσίου χρέους έως το 150% του ΑΕΠ μέχρι το 2012 και μετά τη σταδιακή υποχώρησή του, καθώς στο μεταξύ η δημοσιονομική λιτότητα θα έχει υποτίθεται αποδώσει πρωτογενές πλεόνασμα (προβλέπεται 1% του ΑΕΠ το 2012) και η ανάπτυξη θα έχει επιστρέψει στην οικονομία.
Πρόκειται, όμως, για απλό ευχολόγιο αφού εμφανώς αγνοεί τον δομικό χαρακτήρα της διεθνούς οικονομικής κρίσης και τη σοβαρότατη πιθανότητα επιστροφής σε νέα ύφεση φέτος ή το 2011, ενώ παραλείπει την τάση αύξησης των επιτοκίων διεθνώς λόγω της εξελισσόμενης κρίσης χρεών (δημόσιων και ιδιωτικών) ανά την υφήλιο που καθιστά απρόθυμους τους επενδυτές στην ανάληψη ρίσκου χωρίς υψηλότερες αποδόσεις. Κυρίως, όμως, υποτιμά τις οικονομικές επιπλοκές από τις έντονες κοινωνικές αντιδράσεις στο σκληρότατο και προκλητικά ταξικό μείγμα δημοσιονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής που έχει επιλέξει και επιβάλλει στη χώρα.
ΣΤΟ ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΟ αδιέξοδο της δημοσιονομικής πολιτικής η λύση βρίσκεται εκτός αυτής, στην ανάπτυξη. Η οποία για να λάβει χώρα προϋποθέτει
(α) τη δραστική μείωση του τεράστιου βάρους του χρέους μέσω της πολιτικής αναδιαπραγμάτευσής του μέσα στην Ευρωζώνη και
(β) την αλλαγή του πακέτου των αναγκαίων για την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της μείωσης του κόστους διαβίωσης (βλ έλεγχο ολιγοποπωλιακών κυκλωμάτων και συμπίεση υπερβολικών περιθωρίων κέρδους, μείωση κόστους διατροφής μέσα από την απευθείας σύνδεση του συνεταιριστικού κινήματος των αγροτών-παραγωγών με αυτό των λιανεμπόρων ώστε να συμπιεσθούν τα τεράστια περιθώρια κέρδους των χοντρεμπόρων, μείωση του κόστους υγείας και ειδικότερα των φαρμάκων τα οποία επιβαρύνουν σοβαρά τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ελαχιστοποίηση της κερδοσκοπίας στην αγορά καυσίμων με την αύξηση των ελέγχων και την επιβολή κυρώσεων στους λαθρέμπορους, πάγωμα ενοικίων κ.λπ.) παράλληλα με το δημοσιονομικό νοικοκύρεμα της χώρας.
ΕΙΤΕ ΜΙΛΑΜΕ για αναδιάρθρωση είτε για αναδιαπραγμάτευση του χρέους, ουσιαστικά αναγνωρίζουμε την αδυναμία πληρωμών της χώρας και την τυπική ή άτυπη χρεωκοπία της. Όμως, μία απλή αναδιάρθρωση χρέους σημαίνει συνήθως επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του ή/και μείωση των επιτοκίων με τα οποία επιβαρύνεται. Πρόκειται, δηλαδή, για μία διευκόλυνση που παρέχουν οι πιστωτές στους όρους εξυπηρέτησης των χορηγηθέντων δανείων χωρίς την αμφισβήτηση και ακύρωση μέρους αυτών.
Αντίθετα, μία αναδιαπραγμάτευση του κρατικού χρέους οδηγεί κατά κανόνα στη μερική διαγραφή αυτού με την έκδοση νέων ομολογιακών τίτλων χαμηλότερης ονομαστικής αξίας των αρχικών και ενδεχομένως μεγαλύτερης διάρκειας και μικρότερης απόδοσης. Στη δεύτερη περίπτωση η ελάφρυνση από το βάρος του χρέους είναι ουσιαστική και εξαρτάται πλέον από το ποσοστό της διαγραφής του το οποίο "ζημιώνονται" οι πιστωτές.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ για να εξυγιανθεί δημοσιονομικά με βιώσιμο τρόπο και να ανακάμψει παραγωγικά χρειάζεται μία δραστική αναδιαπραγμάτευση και μαζική διαγραφή χρέους κατά 60-70%. Αυτό δεν αποτελεί μία αυθαίρετη εκτίμηση αλλά κατάληξη πολλών ξεχωριστών επιστημονικών εκτιμήσεων έγκυρων αναλυτών και οργανισμών με βάση και την ιστορική εμπειρία.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν θέτει καν σήμερα ζήτημα αναδιάρθρωσης χρέους όπως λέγει, τόσο γιατί ευελπιστεί να αποδώσει το "σχέδιο" της τρόικας όσο κυρίως γιατί θέλει να δώσει χρόνο στις ευρωπαϊκές και ελληνικές τράπεζες και τις άλλες ευάλωτες δημοσιονομικά χώρες-μέλη (Πορτογαλία, Ισπανία κ.λπ.) να ανασυνταχθούν κεφαλαιακά και δημοσιονομικά αντίστοιχα ώστε να αποφύγουν τη "μόλυνση" και τον συστημικό κίνδυνο από την επέκταση της ελληνικής κρίσης. Είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο συγκροτήθηκε αρχικά ο ευρωπαϊκός μηχανισμός διάσωσης και συνεχίζεται η εξωτερική δανειοδότηση της Ελλάδας.
ΟΜΩΣ, το ζήτημα δεν είναι να πετύχει η εγχείρηση και να πεθάνει ο ασθενής.
Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι να μην χρεωκοπήσει σήμερα και να χρεωκοπήσει αύριο υπό δυσμενέστερους όρους, αλλά να ξεφύγει οριστικά από την παγίδα του χρέους και να ανακάμψει μία ώρα αρχύτερα ακόμη και εάν αυτό σημαίνει την παραδοχή της χρεωκοπίας. Κάθε μήνας που περνά με το χρέος να αυξάνει λόγω της εξασφαλισμένης "βοήθειας" και την οικονομία να αποδυναμώνεται λόγω των σκληρών αλλά αναποτελεσματικών μέτρων λιτότητας, σημαίνει χειρότερους όρους χρεωκοπίας μεθαύριο και ανάγκη μεγαλύτερης έκτασης διαγραφής χρέους για να ανακάμψει η οικονομία.
ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ να αρνείται την αναδιάρθρωση του χρέους, η ελληνική κυβέρνηση βάζει πλάτες ώστε να κερδίσει χρόνο και να διασωθεί η Ευρώπη από μία ανεξέλεγκτη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.
Θα ήταν κατανοητή αυτή η στάση εάν η Ευρώπη όντως έτσι διασωζόταν και δεχόταν κατόπιν την ουσιαστική περιστολή του ελληνικού κρατικού χρέους. Τίποτα δεν είναι περισσότερο αβέβαιο από τις δύο αυτές υποθέσεις. Πολύ περισσότερο που η ελληνική κυβέρνηση προδιαθέτει για απλή αναδιάρθρωση μελλοντικά του χρέους και όχι για μία δυναμική αναδιαπραγμάτευση και μαζική διαγραφή του 65% αυτού.
Για να ορθοποδήσει η Ελλάδα χρειάζεται μία άλλη οικονομική πολιτική. Και η παρούσα κυβέρνηση απέχει παρασάγγας από αυτήν...
Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010
Χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις

Υπάρχουν και ποια είναι τα μέτρα που θεωρούμε μεν άδικα, αλλά υποχρεούμαστε να δεχτούμε, είτε επειδή δεν υπάρχουν εφικτές εναλλακτικές λύσεις είτε γιατί η άρνησή μας θα επέφερε τη χρεοκοπία;
Αν και παρακολουθώ όσο μπορώ τα όσα λέγονται και γράφονται, καθαρές απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν βρίσκω. Κι αν εξαιρέσουμε τους οικονομολόγους που δεν είναι πάντα εύκολο για μας τους άσχετους να τους παρακολουθήσουμε, εκείνο που δίνει τον τόνο είναι οι αναμενόμενες ιδεολογικές κονταρομαχίες.
Η εκ δεξιών εκδοχή συνοψίζεται στη φράση «βρήκαμε παπά και θάβουμε».
Η εξ αριστερών αντίδραση αποδεικνύεται κοντόφθαλμη επειδή «οι προοδευτικές δυνάμεις» αρνούνται το προφανές: ότι ο λεγόμενος δημόσιος τομέας στην Ελλάδα δεν είναι ο χώρος του κοινωνικού, αλλά ένας απαρχαιωμένος τρόπος να ικανοποιούνται ατομικά συμφέροντα (πελατειακοί διορισμοί, συντεχνίες, διαφθορά, φοροδιαφυγή κ.ο.κ.).
Νομίζω ότι η σωστή στάση της Αριστεράς δεν είναι η μάχη οπισθοφυλακών, όπου η κάθε αντίσταση στο Μνημόνιο υιοθετείται ως άρνηση του νεοφιλελευθερισμού, αλλά η δημιουργία, για πρώτη φορά, στην Ελλάδα της έννοιας του δημόσιου αγαθού που αξίζει να υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια και το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τα προνόμια της κάθε συντεχνίας.
Κυριακή 4 Ιουλίου 2010
Εξυπνάδες... αντί πολιτικής και θέσεων
Στο τέλος Ιουλίου η τρόικα θα είναι πάλι εδώ για να αξιολογήσει την πορεία όλου του πρώτου φετινού εξαμήνου και να συντάξει την πρώτη έκθεσή της. Εφόσον η έκθεση θα είναι, όπως ελπίζεται, θετική, θα αποδεσμευθεί η δεύτερη δόση του δανείου από το «μηχανισμό», που είναι αναγκαία για να εξοφληθούν τα επόμενα χρεολύσια του φθινοπώρου. Και αν έτσι συνεχίζουμε από εξάμηνο σε εξάμηνο, θα φτάσουμε στο καλοκαίρι του 2012 έχοντας απορροφήσει τα 110 δις ευρώ του «μηχανισμού» για να εξοφλούμε στο ακέραιο τους πιστωτές μας και για να καλύπτουμε το, δραστικά μειούμενο χάρη στις αιματηρές μας οικονομίες εν τω μεταξύ, νέο έλλειμμά μας. Αλλά τότε θα χρειαστούμε και πάλι να δανειστούμε από τις αγορές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: θα μπορέσουμε;
Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας όπως και από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, κατά πόσον θα δυναμώνει η ενοποίηση, που δεν μπορούμε να προβλέψουμε και ελάχιστα επηρεάζουμε. Σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί ωστόσο από το τι θα έχουμε κάνει εμείς εν τω μεταξύ στη χώρα μας, πέρα από το να προσπαθούμε είτε να εφαρμόζουμε είτε να αλλάζουμε προβλέψεις του μνημονίου. Κατά πόσον θα καταφέρουμε να στηρίξουμε παραγωγικές πρωτοβουλίες που να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη της οικονομίας, και συνάμα αλληλέγγυες δράσεις υπέρ των ασθενέστερων και την καταπολέμηση της διαφθοράς, της κατάχρησης δημοσίων πόρων, της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής που διαρκώς συναντάμε γύρω μας. (...)
Αλλά αυτά, που προϋποθέτουν μεγάλη συλλογική προσπάθεια - και η ελπίδα είναι ότι έχουμε κάποιους μήνες μπροστά μας να την αναπτύξουμε - δεν τα περιλαμβάνουν στα σενάριά τους οικονομικοί αναλυτές και τεχνοκράτες. (της Ελίζας Παπαδάκη, από το άρθρο της Πέρα από το Μνημόνιο υπάρχει και η κοινωνία)
Σχόλιο: ούτε κάποιοι εξυπνάκηδες...
Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010
Κρίση της Ευρώπης, τέλος της Ευρώπης;
I. Αυτή είναι μόνο η αρχή της κρίσης
Μέσα σε ένα μόνο μήνα, είδαμε τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Γ. Παπανδρέου να δηλώνει την αδυναμία του δημόσιου ταμείου να αντιμετωπίσει τα δάνεια και τα τοκοχρεολύσια της χώρας του· την επιβολή ενός σχεδίου άγριας δημοσιονομικής λιτότητας, ως τίμημα για ένα ευρωπαϊκό δάνειο διάσωσης· τις «υποβαθμίσεις» της πιστοληπτικής ικανότητας της Πορτογαλίας και της Ισπανίας· να απειλείται η αξία, αλλά και η ίδια η ύπαρξη του ευρώ· τη δημιουργία (υπό την έντονη πίεση των ΗΠΑ) ενός ευρωπαϊκού ταμείου στήριξης αξίας 750 δισ. ευρώ· την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ενάντια στους κανονισμούς της) να εξαγοράσει τα χρέη των κυβερνήσεων· και, τέλος, την ανακοίνωση μέτρων λιτότητας σε αρκετά κράτη-μέλη της Ευρώπης.
Είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται μόνο για την αρχή, καθώς αυτά τα τελευταία επεισόδια της κρίσης, που ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια με την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ, θα έχουν συνέχεια. Δείχνουν ότι ο κίνδυνος μιας οικονομικής κατάρρευσης είναι υπαρκτός περισσότερο από ποτέ και εντείνεται, καθώς προκαλείται από την τεράστια ποσότητα τοξικών ομολόγων, τα οποία συσσωρεύονταν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών μέσω του συνδυασμού μη εγγυημένων δανείων και της μετατροπής των Credit Default Swaps σε επενδυτικά προϊόντα από τις τράπεζες. Ο «Black Peter», το συνολικό ποσό των μη καλύψιμων χρεών, καλπάζει με ρυθμούς που τα κράτη δεν μπορούν να παρακολουθήσουν. Η κερδοσκοπία, τώρα πια, θέτει στο στόχαστρό της τις ισοτιμίες και τα δημόσια χρέη. Αλλά το ευρώ είναι ο αδύναμος κρίκος, και μαζί του η ίδια η Ευρώπη. Δεν θα έπρεπε να έχουμε καμιά αμφιβολία για την καταστροφή που επέρχεται.
II. Οι Έλληνες διαμαρτύρονται: Καλά κάνουν!
Μια πρώτη άμεση συνέπεια της «θεραπείας» που εφαρμόστηκε στην ελληνική κρίση ήταν η οργή του ελληνικού πληθυσμού. Υπάρχει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση επ’ αυτού: Έχουν άδικο οι Έλληνες που αρνούνται τις «ευθύνες» τους; Έχουν δίκιο που καταγγέλλουν τη «συλλογική τιμωρία»TΑφήνοντας κατά μέρος τα εγκληματικά επεισόδια που τις στιγμάτισαν, θεωρώ πως οι διαμαρτυρίες των Ελλήνων ήταν εντελώς δικαιολογημένες, για τρεις τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γίναμε μάρτυρες ενός ολοκληρωτικού στιγματισμού του ελληνικού λαού: η διαφθορά και τα ψεύδη των πολιτικών (οι ωφελούμενοι από τα οποία, όπως και παντού, είναι κυρίως οι πλουσιότεροι οι οποίοι επιδίδονται σε μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή), αποδόθηκαν συλλήβδην στον λαό. Δεύτερον, για ακόμα μία φορά (κι αυτή τη φορά μάλλον πολύ παραπάνω), η κυβέρνηση αθέτησε τις προεκλογικές της υποσχέσεις, χωρίς να παρεμβληθεί κανενός είδους δημοκρατική συζήτηση. Τέλος, η Ευρώπη δεν επέδειξε ουσιαστική αλληλεγγύη απέναντι σε ένα κράτος-μέλος της, αλλά του επέβαλε τους λεόντειους κανόνες του ΔΝΤ, οι οποίοι προστατεύουν όχι τα κράτη, αλλά τις τράπεζες και προαναγγέλλουν μια βαθιά ύφεση χωρίς ορατό τέλος. Οι περισσότεροι σοβαροί οικονομολόγοι συμφωνούν ότι αυτό θα οδηγήσει, με ακόμα πιο αναπόφευκτο τρόπο, στην «πτώχευση» της ελληνικής οικονομίας και θα εξαπλώσει την κρίση, αυξάνοντας τα ήδη υψηλά ποσοστά ανεργίας, ειδικά αν οι ίδιοι κανόνες επιβληθούν και σε άλλες χώρες των οποίων η «αξιολόγηση» στη χρηματοπιστωτική αγορά θα μπορούσε να υποβαθμιστεί ανά πάσα στιγμή: αυτό ακριβώς δηλαδή που αποζητά η «ορθόδοξη» πλευρά.
III. Η πολιτική που κρύβει το όνομά της
Οι Έλληνες υπήρξαν τα πρώτα θύματα --αλλά με δυσκολία θα είναι και τα τελευταία-- μιας πολιτικής «διάσωσης του κοινού νομίσματος», οι στρατηγικοί διακανονισμοί της οποίας (επιβεβλημένοι κυρίως από τη Γερμανία) είναι, πρωτίστως, η γενίκευση της δημοσιονομικής «ακαμψίας» (ομολογουμένως, η Συνταγματική Συνθήκη συμπεριελάμβανε ένα όριο μέγιστου δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο ποτέ δεν εφαρμόστηκε…), και, δευτερευόντως, η --κάπως ηπιότερη-- «ρύθμιση» της κερδοσκοπίας και της ελεύθερης κίνησης των hedge funds και των παικτών του χρηματιστηρίου, που είχε ήδη ανακοινωθεί μετά την κρίση των subprimes και την πραγματική ή εικονική κατάρρευση των αμερικανικών τραπεζών το 2008. Σε αυτό το πλαίσιο, οι νεοκεϋνσιανοί οικονομολόγοι προσθέτουν ένα ακόμα ζήτημα: την προώθηση μιας ευρωπαϊκής «οικονομικής διακυβέρνησης» (ειδικά μέσω της ενοποίησης των φορολογικών πολιτικών), πιθανότατα ενσωματώνοντας και αυξάνοντας τις βιομηχανικές επενδύσεις. Χωρίς τέτοια μέτρα, υποστηρίζουν, ένα ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα θα αποδειχτεί μη βιώσιμο.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα: πρόκειται για καθαρά πολιτικά μέτρα, καθώς αποτελούν εναλλακτικές για τις οποίες όλοι οι πολίτες θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν τη γνώμη τους, αφού όλοι τους θα επηρεαστούν από τα αποτελέσματά τους. Ωστόσο, στο βαθμό που υφίσταται αυτή τη στιγμή, η συζήτηση είναι βαθιά προκατειλημμένη, επειδή ουσιαστικές πτυχές του ζητήματος αποκρύπτονται ή απωθούνται:
* Κάθε πολιτική υπεράσπισης ή υποτίμησης ενός νομίσματος στο πλαίσιο μιας κρίσης οδηγεί σε μια ριζική εναλλακτική: είτε υποτάσσει τις οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις στην εξουσία των χρηματοπιστωτικών αγορών (συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων «αξιολόγησης», που λειτουργούν ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες, και των υποκριτικών απόλυτων «κρίσεων», είτε ενισχύει, όσον αφορά τις αρμοδιότητες του κράτους (και γενικότερα των δημόσιων θεσμών), τον περιορισμό των ανισορροπιών της αγοράς και την παραχώρηση προτεραιότητας στις μακροχρόνιες οικονομικές επενδύσεις έναντι των μεσοπρόθεσμων κερδοσκοπικών κινήσεων. Δεν μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα!
* Στη σημερινή του μορφή, υπό την επιρροή των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει πετύχει κάποιο βαθμό θεσμικής εναρμόνισης και έχει γενικεύσει κάποια θεμελιώδη δικαιώματα, κάτι το οποίο δεν πρέπει να αγνοούμε· ωστόσο, σε αντίθεση με τους διακηρυγμένους του στόχους, δεν έχει δημιουργήσει μια συγκλίνουσα εξέλιξη των εθνικών οικονομιών, απέχοντας πόρρω από μια ζώνη κοινής ευημερίας. Ορισμένες χώρες είναι κυρίαρχες, ενώ άλλες είναι κυριαρχούμενες, όσον αφορά το μερίδιό τους στην αγορά, τη συγκέντρωση κεφαλαίου, και τη βιομηχανική εξάρτηση/υποτέλεια. Οι λαοί μπορεί να μην έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα, όμως τα έθνη φαίνεται, όλο και περισσότερο, να έχουν.
* Κάθε «κεϋνσιανή» στρατηγική για τη δημιουργία δημόσιας «εμπιστοσύνης» στην οικονομία βασίζεται σε τρεις αλληλοεξαρτώμενους πυλώνες: μια σταθερή ισοτιμία, ένα ορθολογικό φορολογικό σύστημα, καθώς και μια κοινωνική πολιτική, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την ενίσχυση της λαϊκής κατανάλωσης για τη συντήρηση της ζήτησης. Αυτή η τρίτη πτυχή αγνοείται συστηματικά στα περισσότερα επίκαιρα σχόλια, ακόμη και από τους ίδιους τους μεταρρυθμιστές, προφανώς όχι τυχαία.
IV. Προς τα πού τείνει η παγκοσμιοποίηση;
Όλη αυτή η συζήτηση αναφορικά με το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα (στο οποίο, ας μην ξεχνάμε, μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, συμπεριλαμβανομένης της Μεγάλης Βρετανίας, της Σουηδίας και της Πολωνίας) και το μέλλον της Ευρώπης θα παραμείνει εντελώς αφηρημένη, εκτός αν συναρθρωθεί με τις πραγματικές ροπές της παγκοσμιοποίησης -- και ειδικά εκείνες που η οικονομική κρίση θα επιταχύνει εκπληκτικά, εκτός αν υπάρξει πολιτική απάντηση από τους λαούς και τις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις. Πώς θα μπορούσαμε να τις συνοψίσουμε; Πρώτον, γινόμαστε μάρτυρες μιας μετάβασης από έναν τύπο διεθνούς ανταγωνισμού σε έναν άλλο: δεν έχουμε να κάνουμε πλέον με έναν ανταγωνισμό (κυρίως) παραγωγικών κεφαλαίων, έναν καπιταλισμό της παραγωγής, αλλά με έναν ανταγωνισμό ανάμεσα σε εθνικές επικράτειες, οι οποίες χρησιμοποιούν φορολογικά προνόμια και τη μείωση του κόστους της εργασίας, για να προσελκύσουν περισσότερα κεφάλαια από τους γείτονές τους. Σήμερα, είναι ξεκάθαρο πως είτε η Ευρώπη θα λειτουργήσει ως μηχανισμός αλληλεγγύης και συλλογικής στήριξης ανάμεσα στα μέλη της για να τα προστατέψει από «συστημικά ρίσκα» είτε (πιεσμένη από κράτη που είναι προς στιγμήν πιο ισχυρά, και την κοινή τους γνώμη) απλώς θα θέσει ένα νομικό πλαίσιο για να εντείνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα μέλη της και ανάμεσα στους πολίτες τους -- και αυτό θα καθορίσει το μέλλον της Ευρώπης, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Όμως υπάρχει και μια δεύτερη τάση: ένας μετασχηματισμός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, ο οποίος αποσταθεροποιεί ριζικά την κατανομή της εργασίας στον κόσμο. Έχουμε να κάνουμε με μια νέα παγκόσμια δομή, όπου Βορράς και Νότος, Ανατολή και Δύση αλληλοανταλλάσσουν τώρα θέσεις. Για την Ευρώπη, ή έστω το μεγαλύτερο κομμάτι της, αυτό συνεπάγεται αυτομάτως μια βάναυση ένταση των ανισοτήτων: κατάρρευση των μεσαίων τάξεων, συρρίκνωση των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, μετατόπιση των «μη προστατευόμενων» παραγωγικών δραστηριοτήτων, υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και των κοινωνικών δικαιωμάτων, καταστροφή της πολιτιστικής βιομηχανίας και γενικότερα των δημόσιων υπηρεσιών. Γι’ αυτό και οι αντιστάσεις ενάντια στην υπερεθνική πολιτική ολοκλήρωση με τη λογική της προστασίας της εθνικής κυριαρχίας των κρατών θα έχουν, εν τέλει, ως αποτέλεσμα τη φθορά της άμυνας κάθε κράτους. Θα επισπεύσουν επίσης μια επιστροφή στις εθνικές διαμάχες, τις οποίες το ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήθελε να ξεπεράσει διά παντός. Ωστόσο, είναι επίσης ξεκάθαρο ότι ακόμα μεγαλύτερη πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης δεν μπορεί να προέλθει «από τα πάνω», με μια γραφειοκρατική απόφαση. Απαιτεί δημοκρατική συμμετοχή και προάγεται σε κάθε χώρα και σε όλη την ήπειρο συνολικά.
V. Λαϊκισμός: κίνδυνος ή διέξοδος;
Δεν μπορούμε επομένως παρά να θέσουμε την ερώτηση: Όλα όσα ζούμε είναι η αρχή του τέλους για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα οικοδόμημα που ξεκίνησε πριν από πενήντα χρόνια στη βάση μιας παλιάς ουτοπίας, αλλά τώρα αποδεικνύεται ανίκανη να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι καταφατική: αργά ή γρήγορα, αυτό θα είναι αναπόφευκτο, και πιθανότατα όχι χωρίς βίαιες αναταραχές. Αν δεν βρει τον δυναμισμό να επαναθεμελιωθεί σε ριζικά νέες βάσεις, η Ευρώπη θα καταστεί ένα εγχείρημα νεκρό πολιτικά. Όμως η διάλυση της Ε.Ε. αναπόφευκτα θα εξέθετε τους λαούς της στους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Δεν θα διαφέρουν πολύ από πτώματα που τα παρασύρει το ρεύμα στο ποτάμι… Αντιστρόφως, αν και μια επανίδρυση της Ευρώπης δεν εγγυάται σίγουρη επιτυχία, τουλάχιστον της δίνει τη δυνατότητα να κερδίσει κάποια γεωπολιτική ισχύ, προς το συμφέρον της και προς το συμφέρον άλλων. Με μια προϋπόθεση, βεβαίως: ότι η Ε.Ε. θα αντεπεξέλθει με θάρρος σε όλες τις προκλήσεις που εμπεριέχονται στην ιδέα μιας πρωτότυπης μορφής μεταεθνικής ομοσπονδίας, ενός νέου τύπου φεντεραλισμού. Και οι προκλήσεις αυτές θα είναι, βέβαια, τεράστιες: η δημιουργία μιας κοινής δημόσιας αρχής, που δεν θα αποτελεί ούτε κράτος ούτε απλώς «διακυβέρνηση» πολιτικών και ειδικών· η διασφάλιση γνήσιας ισότητας μεταξύ των εθνών, με την ταυτόχρονη πάλη ενάντια στον αντιδραστικό εθνικισμό, είτε αυτός βρίσκεται με τη μεριά των «ισχυρών» είτε με τη μεριά των «αδυνάτων»· και, πάνω απ’ όλα, η αναζωογόνηση της δημοκρατίας στον ευρωπαϊκό χώρο, ενάντια στην τρέχουσα διαδικασία «απο-δημοκρατικοποίησης» ή «κρατισμού χωρίς κράτος», που παράγει ο νεοφιλελευθερισμός και η αποικιοποίηση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων από μια γραφειοκρατική κάστα, που αποτελεί επίσης, σε μεγάλο βαθμό, την πηγή της διαφθοράς στον δημόσιο χώρο.
Υπάρχει κάτι προφανές, που θα έπρεπε να έχει γίνει αντιληπτό εδώ και καιρό: δεν πρόκειται να υπάρξει πορεία προς τον φεντεραλισμό στην Ευρώπη (όπως τον υπερασπίζονται ορισμένοι, και ορθώς) αν η ίδια η δημοκρατία δεν υπερβεί τις υπάρχουσες δομές, ενισχύοντας την επιρροή του λαού στους υπερεθνικούς θεσμούς. Μήπως αυτό σημαίνει πως, για να αντιστρέψουμε την πορεία της τρέχουσας Ιστορίας, για να ταρακουνηθούμε από τον λήθαργο μιας αποσυντιθέμενης πολιτικής κατασκευής, θα χρειαζόμασταν ένα είδος ευρωπαϊκού λαϊκισμού, ένα συγκλίνον κίνημα ή μια ειρηνική εξέγερση των λαϊκών μαζών που θα εκφράζουν τον θυμό τους ως θύματα της κρίσης ενάντια στους δημιουργούς της και τους επωφελημένους, απαιτώντας έναν έλεγχο «από τα κάτω» ενάντια στα μυστικά πάρε-δώσε και τις κρυφές συμφωνίες που κάνουν οι αγορές, οι τράπεζες και τα κράτη; Βέβαια! Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα άλλος τρόπος για να ονομάσουμε την πολιτική δημιουργία του λαού. Συμφωνώ πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλες καταστροφές, και γι’ αυτό χρειαζόμαστε ισχυρούς θεσμικούς κανόνες και, πάνω απ’ όλα, την ανάδυση πολιτικών δυνάμεων στον ευρωπαϊκό στίβο, που θα εισαγάγουν μια κουλτούρα, ένα φαντασιακό, καθώς και ασυμβίβαστα δημοκρατικά ιδανικά σε αυτό τον «μετα-εθνικό» λαϊκισμό. Υπάρχει ένα ρίσκο, μικρότερο ωστόσο από ό,τι εάν επικρατήσει ο εθνικισμός σε οποιαδήποτε μορφή του.
VI. Πού είναι η ευρωπαϊκή Αριστερά;
Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, τέτοιες πολιτικές δυνάμεις συνιστούσαν τον πολιτικό χώρο που παραδοσιακά αποκαλούσαμε «Αριστερά». Όμως η ευρωπαϊκή Αριστερά βρίσκεται κι αυτή σε κατάσταση πολιτικής χρεοκοπίας, σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Στον ευρύτερο πολιτικό χώρο στον οποίο αναφερόμαστε και ο οποίος εκτείνεται πέρα από σύνορα, έχει χάσει κάθε δυνατότητα να εκπροσωπήσει κοινωνικούς αγώνες ή να οργανώσει χειραφετητικά κινήματα. Έχει παραδοθεί στα δόγματα και τη λογική του νεοφιλελευθερισμού. Συνεπώς, έχει αποσυντεθεί ιδεολογικά. Αποστερημένα από κάθε ισχυρή λαϊκή υποστήριξη, τα κόμματα που κατ’ όνομα την ενσαρκώνουν αποτελούν τώρα ανίσχυρους θεατές και σχολιαστές της κρίσης, για την οποία δεν προσφέρουν κάποια συγκεκριμένη συλλογική απάντηση. Έχουν τηρήσειεντελώς παθητική στάση μετά το οικονομικό σοκ του 2008, και παρέμειναν παθητικά όταν οι συνταγές του ΔΝΤ (τις οποίες σε άλλους καιρούς και σε άλλες χώρες καταδίκαζαν με σθένος) επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, ενώ το ίδιο παθητικά αντέδρασαν όταν προτάθηκε η «διάσωση του ευρώ» με έξοδα των μισθωτών εργαζομένων και των απλών καταναλωτών. Και αποδείχτηκαν ανίκανα να προκαλέσουν έναν δημόσιο διάλογο σχετικά με τη δυνατότητα και τα μέσα μιας Ευρώπης της αλληλεγγύης…
Θα μπορούσαμε κάλλιστα να αναρωτηθούμε: Υπό τέτοιες συνθήκες, τι πρόκειται να συμβεί όταν η κρίση περάσει στην επόμενη φάση; Όταν οι εθνικές πολιτικές, όλο και περισσότερο καταπιεστικές, απολέσουν το κοινωνικό τους περιεχόμενο ή τα εναπομείναντα κοινωνικά τους άλλοθι; Είναι σχεδόν βέβαια ότι θα έχουμε κινήματα διαμαρτυρίας, αλλά θα βρεθούν απομονωμένα, πιθανόν να εκτραπούν προς τη βία ή να περάσουν στον ρατσισμό και την ξενοφοβία (που ήδη καλπάζουν). Στο τέλος θα παραγάγουν περισσότερη ανημπόρια, περισσότερη απελπισία. Αυτό είναι τραγικό, εφόσον η καπιταλιστική και η ίδια η εθνικιστική Δεξιά, όντας σε θέση άμυνας, είναι στρατηγικά διχασμένη: ήταν ξεκάθαρο όταν η συγκράτηση των δημοσίων ελλειμμάτων αντιπαρατέθηκε στις επενδυτικές πολιτικές και θα γίνει ακόμα πιο εμφανές όταν θα κινδυνεύει η ίδια η ύπαρξη των κοινών ευρωπαϊκών θεσμών (οι εξελίξεις στη Βρετανία προοιωνίζονται τι έπεται). Υπήρχε λοιπόν μια μεγάλη ευκαιρία που δεν έπρεπε να χαθεί, μια ευκαιρία για ξεκάθαρες κουβέντες. Το ερώτημα όμως αφορά και τους διανοούμενους: Τι θα έπρεπε και τι θα μπορούσε να αποτελέσει μια δημοκρατικά επεξεργασμένη πολιτική δράση ενάντια στην κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα συνδυάζει και τα δύο πεδία (οικονομική και κοινωνική πολιτική), αντιμετωπίζοντας τη διαφθορά και μειώνοντας τις ανισότητες που τη συντηρούν, αναδιαρθρώνοντας τα χρέη και ορίζοντας κοινούς στόχους, ούτως ώστε να καταστούν νόμιμες οι μεταφορές φορολογικών πόρων ανάμεσα σε αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενα κράτη; Η αποστολή των προοδευτικών διανοούμενων, είτε θεωρούν τους εαυτούς τους ρεφορμιστές είτε επαναστάτες, είναι να συζητήσουν αυτό το θέμα και να πάρουν ρίσκα. Εάν αποτύχουν σε αυτό, τότε είναι αδικαιολόγητοι.
Μετάφραση: Γιώργος Κατσαμπέκης
*Από τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της ΑΥΓΗΣ, 13/6/10Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010
Πως επιβιώνει ο καπιταλισμός (2)
"Η μόνη Αριστερή απάντηση είναι , να καταφέρει να κερδίσει το στοίχημα της εποχής μας. Να μπορέσει δηλαδή η αριστερά, να παράξει πολιτική που θα μπορεί να διευθύνει την παγκοσμιοποίηση.Η απάντηση στην πρόκληση αυτή, είναι μονόδρομος. Δεν φτάνουν καταγγελίες και ξόρκια, αλλά χρειάζεται να καταφέρει να φτιάξει πολιτικές δομές , ικανές να διαχειριστούν στο εσωτερικό τους , επαρκείς ροές των «Δικτύων παραγωγής», ώστε να της δίνουν μία στοιχειώδη επάρκεια και αυτοτέλεια σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση.
Ένα τέτοιο μέγεθος είναι η ΕΕ."
Εθνικισμός και Αριστερά
του Κώστα Ανδρέου
Ο πρώτος και σημαντικότερος λόγος απορρέει από το ότι ο εθνικιστικός λόγος, κατάφερε να γίνει κεντρικός ιδεολογικός λόγος τα τελευταία 15 χρόνια, με πρακτικές συνέπειες την μεταφορά του κέντρου της πολιτικής συζήτησης, στην περιοχή της ΝΔ και του ΛΑΟΣ.
Ο δεύτερος λόγος αφορά την ίδια την αριστερά, που απέναντι στις στοιχίσεις του εθνικιστικού λόγου, πολυδιασπάστηκε, όπως είδαμε στα 3 σημαντικά θέματα , όπου κλήθηκε να πάρει θέση. Στο Μακεδονικό, στο ζήτημα των ταυτοτήτων αλλά και στο ζήτημα του Σχεδίου Ανάν.
Όμως εκεί που οι διαφορετικές στοιχίσεις σχηματοποιήθηκαν, ήταν στο ζήτημα του βιβλίου της ΣΤ’Δημοτικού.
Είναι φανερό πλέον ότι οι ερμηνείες για το έθνος, δεν είναι ίδιες για όλους τους αριστερούς.
Ο εθνικιστικός χώρος, που είχε καταδικαστεί και εξοβελιστεί από την πολιτική σκηνή μετά την χούντα, κατάφερε να επιστρέψει ιδιαίτερα δυναμικά, ακόμη από την 10ετία του 80, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ «της Ελλάδας που ανήκει στους Ελληνες» στην κυβέρνηση που διαβάζει τον κόσμο με την τριτοκοσμική αντιιμπεριαλιστική οπτική του «Κέντρου και της περιφέρειας» , που οφείλει να τα βρεί με την εκκλησία, αλλά και με το ρεύμα των Νεορθοδόξων (Ζουράρις, Μοσκώφ, Σαβόπουλος κλπ) , πού έκανε συζητητές, νομιμοποιημένους στην αριστερά, «διανοούμενους» παρακοιμώμενους των σκοταδιστών της εκκλησίας , όπως ο Ράμφος και ο Γιανναράς.
Ιδιαίτερη στιγμή για το εθνικιστικό ρεύμα απετέλεσε ασφαλώς η εκλογή του Χριστόδουλου Παρασκευαίδη, στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.
Η είσοδος του ΛΑΟΣ στην βουλή , είναι ασφαλώς ιδιαίτερης σημασίας γεγονός και δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους. Δεν μπορούμε να μιλάμε απλώς για ένα φαινόμενο «γραφικών» αμετανόητων νοσταλγών, όπως λέγαμε την δεκαετία του 80.
Η παρουσία του ΛΑΟΣ στα ΜΜΕ και η άνεση με την οποία τα χρησιμοποιεί, δεν είναι τυχαία. Ο λόγος του έχει μια Νέου Τύπου λαϊκίστικη δυναμική. Δεν απολογείται, αλλά συναρθρώνει ιδεολογικά μέτωπα, εναντίον του πολιτικού συστήματος, εναντίον των μεταναστών, εναντίον των «εσωτερικών εχθρών του έθνους». Επίθετα όπως Νενέκοι, νεοταξίτες, ευρωλιγούρηδες, αμερικανοτσολιάδες , ενεργούμενα των Εβραίων και της Παγκόσμιας Ελίτ, τα συναντάμε κάθε μέρα μπροστά μας.
Όλα αυτά είναι νομίζω κοινός τόπος και ασφαλώς απετέλεσαν και θα αποτελέσουν στο μέλλον αντικείμενο συζήτησης.
Θα περιοριστώ όμως σε κάποιες πρώτες σκέψεις γύρω από το πρόβλημα εθνικισμός και Αριστερά.
Ποιες είναι οι απόψεις της Αριστεράς για το έθνος. Τι είναι το έθνος. Υπάρχει σαφής τοποθέτηση, είναι ξεκαθαρισμένη στο μυαλό των αριστερών, με τον ίδιο τρόπο η απάντηση;Προσωπικά έχω υπόψη μου δύο διαφορετικές «νόμιμες» απαντήσεις σ’αυτό το ερώτημα.
Η μία μας δίνεται από τον Μάρξ και τον Εγκελς, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όπου θέτει ως καθήκον για το επαναστατικό κίνημα, την συγκρότηση του «έθνους των εργατών» σε αντίθεση και διάκριση με τα «έθνη των αστών». Η τέτοια διατύπωση έχει και μια έλλη σημασία που θέλω να την επισημάνω. Ο Μάρξ και ο Εγκελς είναι σχετικά κοντά στην γέννηση των εθνών των αστών, με «υλικά» γνωστά σ’ αυτούς, που δεν έχουν καμία σχέση με κάποιο «ιστορικό έθνος» που παλιγεννάται.
Ο Μάρξ είδε την αστική τάξη στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία κλπ να φτιάχνουν το κράτος-έθνος με τη δύναμη των επαναστάσεων και των όπλων που διέλυαν τις αυτοκρατορίες της Ευρώπης , αλλά και τη δύναμη της καπιταλιστικής οικονομίας και των ιδεών του διαφωτισμού.
Η δεύτερη άποψη για το έθνος μας έρχεται από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ουίλσον , με την περιβόητη αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών.
Η άποψη αυτή έγινε κεντρική άποψη για το Λένιν, αφού εξειδικευτεί ακόμη περισσότερο η έννοια «λαών» , ως εθνών, εθνοτήτων, εθνοτικών ομάδων, λαοτήτων κλπ.
Η γενικευμένη εφαρμογή αυτής της αρχής , γέννησε περίπου 200 κράτη σε όλο τον κόσμο, από τα οποία τα μισά περίπου μπόρεσαν να επιτελέσουν τον ρόλο τους ικανοποιητικά. Στην Αφρική εκτός από δύο τρείς χώρες, όλες οι άλλες έχουν χρεωκοπήσει. Στην Ασία και στα Βαλκάνια έχουμε αντίστοιχα θέματα που θα σήκωναν συζήτηση, για την γενική αξία της αρχής της αυτοδιάθεσης, από την πλευρά της ικανότητας της να δημιουργεί ασφαλή περιβάλλοντα για την ζωή των ανθρώπων, από μόνη της.
Είναι φανερό εδώ ότι η άποψή του, έχει άλλο υποκείμενο στην συγκρότηση των εθνών, από τα υποκείμενα του Μάρξ και του Εγκελς.
Τα έθνη προϋπάρχουν της αστικής τάξης και η εργατική τάξη εκτός από το να δημιουργήσει το «έθνος των εργατών» , συντάσσεται με το δικαίωμα των εθνών που υπάρχουν σε προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς.
Τα έθνη αυτά ο Μάρξ δεν τα συναντάει στις αναφορές του στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, με εξαίρεση, το εβραϊκό έθνος, στο εβραϊκό ζήτημα και κατά κάποιον τρόπο τα υπαινίσσεται στις κοινωνίες με ασιατικό τρόπο παραγωγής, όπου δεν βλέπει τον «εξατομικευμένο-απομονωμένο» δουλοπάροικο, αλλά βλέπει τις κοινότητες που συλλέγουν μόνες τους και αποδίδουν τους φόρους στο Δεσπότη και αντιμετωπίζονται απ’ αυτόν ως υποτελείς κοινότητες.
Όμως, ούτε αναφέρεται σ’ αυτές τις κοινότητες, ως έθνη, ούτε φαίνεται να τις βλέπει σαν φορείς εξέγερσης και οργάνωσης των «κρατών-εθνών» του καλπάζοντος καπιταλισμού. Υποκείμενα γέννησης των καπιταλιστικών σχηματισμών, παραμένουν για το Μαρξ οι αστικές τάξεις που γεννώνται ως έμποροι και τεχνίτες στις μεσαιωνικές πόλεις.
Οι δύο αυτές θέσεις για το έθνος, παρά το διαφορετικό εννοιολογικό φορτίο, δεν φαίνεται να απασχόλησαν ιδιαίτερα την αριστερά και τις σπάνιες φορές που βρέθηκε αντιμέτωπη με την σημασία τους, έλυσε το πρόβλημα με τον πιο εύκολο κάθε φορά τρόπο. Χρησιμοποίησε την ερμηνεία που της έδινε καλύτερη δυνατότητα για παρέμβαση κάθε φορά. Μετέτρεψε δηλαδή τη θεωρητική ασάφεια και αδυναμία σε τακτικό πλεονέκτημα. Θα το δούμε αυτό στην συνέχεια.
Όμως πριν προχωρήσω πάρα κάτω και για να κερδίσω χρόνο θα κάνω μια συνοπτική περιγραφή σ’ αυτό που εγώ θεωρώ «μήτρα» από την οποία γεννήθηκε η Αριστερά, οι μεταμορφώσεις της οποίας , απετέλεσαν την αιτία των αλλαγών της Αριστεράς στην ιστορική διαδρομή της και κατά τη γνώμη μου αποτελούν σήμερα το λόγο που η Αριστερά παράγει ή έστω φιλοξενεί στις γραμμές της, δυνάμεις του εθνικισμού.
Η Αριστερά γεννήθηκε ως κίνημα από τη μήτρα της ερμηνείας των κοινωνικών ανισοτήτων. Η Μαρξιστική Αριστερά ηγεμόνευσε τις δύο τελευταίες εκατονταετίες στην Αριστερά, ακριβώς επειδή έδωσε την πειστικότερη ερμηνεία στο ζήτημα.
Η Μαρξιστική Αριστερά με τη θεωρητική δουλειά πρώτα απ’όλα του ίδιου του Μαρξ, κατάφερε να πείσει το εργατικό κίνημα, ότι η κοινωνική αδικία δεν είναι αποτέλεσμα κλοπής, δεν είναι δηλαδή ζήτημα ηθικής, αλλά αποτέλεσμα της ταξικής φύσης του καπιταλισμού.
Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο περιγράφει τον καπιταλισμό, ως το κοινωνικό σύστημα που συναρθρώνεται γύρω από τους ρόλους που επιφυλάσσει στους ανθρώπους ως παραγωγούς, το στρατηγείο του, που δεν είναι άλλο από το γνωστό εργοστάσιο.
Η καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι τίποτε άλλο, από το μηχανισμό παραγωγής εμπορευμάτων, που αποτελείται από την συνάντηση τριών παραγόντων:
Α) Του σταθερού κεφαλαίου, που είναι ο χώρος όπου τοποθετούνται οι μηχανές , το εργοστάσιο
Β) Των πρώτων υλών που θα επεξεργαστεί και
Γ) Των εργατών που θα λειτουργήσουν τις μηχανές και θα μετατρέψουν τις πρώτες ύλες σε εμπορεύματα.
Η μη πληρωμή μέρους του χρόνου της εργατικής δύναμης, παράγει την υπεραξία που πραγματώνεται στην αγορά και από την οποία προκύπτει το κέρδος για τον καπιταλιστή, που η ζωή του δίνει στους εργάτες το μέτρο της κοινωνικής αδικίας.
Για το Μαρξ ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα τριών παραγόντων: δύο σταθερών , το Α εργοστάσιο και το Β οι πρώτες ύλες και μιας μεταβλητής που είναι η αξία της εργατικής δύναμης, ή το μέγεθος της υπεραξίας, η διεύρυνση ή ο περιορισμός με άλλα λόγια του κέρδους.
Αυτή η μεταβλητή, απετέλεσε το λόγο συγκρότησης των εργατικών συνδικάτων, όπως ξέρουμε και ασφαλώς τον κεντρικό πυλώνα του αριστερού κινήματος, την ιδρυτική αιτία της Αριστεράς, το πρώτο στοιχείο της ταυτότητάς της. Αριστερά σημαίνει πάντα κίνημα μεγιστοποίησης της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων, ως μέτρο και αποτέλεσμα της ταξικής πάλης.
Ο Λένιν όμως έχει μπροστά του 50 χρόνια περίπου δράσης της Αριστεράς του Μαρξ και έχει συνειδητοποιήσει, όπως το δηλώνει σαφώς στην εισαγωγή του έργου του «Ιμπεριαλισμός το ανώτατο σημείο ανάπτυξης του Καπιταλισμού», ότι εκτός από το μεταβλητό του εργατικού μισθού στο εργοστάσιο, μεταβλητή είναι και η αξία των πρώτων υλών, μέσα από τον Ιμπεριαλισμό των μεγάλων κρατών-εθνών της εποχής του για χάρη των «εθνικών μονοπωλίων». Τα Βρετανικά ή τα Γερμανικά μονοπώλια μπορούν να έχουν μεγαλύτερα κέρδη , ελέγχοντας την παραγωγή πρώτων υλών και αγορών , με τη δύναμη των κανονιοφόρων.
Στο σχήμα του λοιπόν ο εργαζόμενος δεν είναι πάντα αδικούμενος με το μηχανισμό της απόσπασης της υπεραξίας. Ειδικά στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η εργατική τάξη μπορεί να καρπούται όχι μόνο την αξία των κόπων της, αλλά να καρπούται και μέρος από τη ληστεία των ελεγχόμενων χωρών.
Στις εξαρτημένες ιμπεριαλιστικά χώρες από την άλλη μεριά, η εκμετάλλευση προκύπτει από τη διπλή μεταβλητότητα στην αξία και της εργατικής δύναμης και την στέρηση των πρώτων υλών με εξεφτελιστικές τιμές.
Εδώ λοιπόν εκτός από το κλασσικό εργατικό κίνημα τίθεται και ζήτημα εθνικοαπελευθερωτικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Εδώ το έθνος του Λένιν γίνεται υποκείμενο που έχει ρόλο απελευθερωτικό και ταυτόχρονα γίνεται υποκείμενο του αιτήματος δημιουργίας των νέων κρατών-εθνών.
Εδώ το έθνος προϋπάρχει όχι ως απελευθερωτικό αποτέλεσμα της αστικής επανάστασης, αλλά ως υποκείμενο της αστικής εκμετάλλευσης.
Η αυτοδιάθεση των εθνών γίνεται μέρος της νέας αριστερής ταυτότητας.
Ο Καπιταλισμός του Λένιν είναι ένα σύστημα τριών ξανά παραγόντων, εκ των οποίων όμως μόνο ένας είναι σταθερός, το εργαστάσιο και οι δύο άλλοι παράγοντες, είναι μεταβλητές. Ένα σύστημα τριών παραγόντων , ενός σταθερού και δύο μεταβλητών.
Δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα βέβαια, αν δεν βρισκόμασταν σήμερα μπροστά στο φαινόμενο της μετατροπής σε μεταβλητή του συστήματος και του σταθερού παράγοντα του συστήματος, αλλά και στην ποιοτική μεταβολή της μεταβλητικότητας των άλλων δύο προηγηθεισών μεταβλητών.
Έτσι με λίγα λόγια.
Η μεταβλητότητα της μεταβλητής εργατικής δύναμη, απέκτησε συνταρακτικές διαστάσεις. Πέρασε από το φαινόμενο της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης και έφτασε μέχρι την μεταβολή της, στη σύζευξη με τη σύγχρονη τεχνολογία στο φαινόμενο του υβριδίου ανθρώπου και της πληροφορικής.
Σήμερα στις 20 πιο προηγμένες χώρες το 55% των νέων προχωρούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μας λέει ο Ερικ Χομπσμπάουμ.
Το 50% των ανθρώπων από φέτος κατοικούν σε μεγαλουπόλεις και σε 50 χρόνια το ποσοστό αυτό θα αγγίξει το 100%.
Το αγροτικό τοπίο στις προηγμένες χώρες, είναι άδειο από ανθρώπους. Ακόμη και οι αγρότες δεν ζούν πλέον στους αγρούς αλλά σε κοντινές πόλεις και μετακινούνται σ’ αυτούς με αυτοκίνητα το πρωί και επιστρέφουν στην πόλη το βράδυ.
Από τη Νεολιθική εποχή μέχρι τη δεκαετία του 50-για 10.000 χρόνια δηλαδή-, ο άνθρωπος επέζησε κατά βάση στηριζόμενος στη γνώση να ξέρει να δουλεύει τους αγρούς, τα ζώα και τα δένδρα.
Από την δεκαετία του 50 ήδη όμως , περισσότερο από το 50% των παραγόμενων προιόντων είναι αποτέλεσμα της εμπορευματικής παραγωγής στην βιομηχανία και όχι στο χωράφι.
Τις τελευταίες δεκαετίες παράγονται βιομηχανικά, ως προϊόντα, σημαντικά κομμάτια της ζωής όπως η επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους, η διαχείριση του «ελεύθερου χρόνου», οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις εν τέλει, δεύτερες και τρίτες ζωές σε κόσμους του διαδικτύου, με εξίσου σημαντική αξία , αν όχι και σημαντικότερη με την «πραγματική ζωή τους», με αποτελέσματα ικανοποίησης, αυτοπραγμάτωσης, δευτέρων ευκαιριών, για μια καλύτερη επαφή με την ευτυχία, εν τέλει.
Αν την εποχή του Ιμπεριαλισμού του Λένιν οι πρώτες ύλες ήταν προϊόντα αγροτικών κοινωνιών, με προκαπιταλιστικά χαρακτηριστικά κατά βάση, σήμερα οι πρώτες ύλες είναι προϊόντα της βιομηχανικής παραγωγής στις πρώην αγροτικές εξαρτημένες χώρες ή προϊόντα της επιστήμης και της επινοητικότητας, όπως τα πλαστικά για παράδειγμα.
Η μεταβλητή αξία των πρώτων υλών, είναι υπόθεση που λίγη σχέση έχει πλέον με προνομιακές αγορές για κάποιο εθνικό μονοπώλιο, με εξαίρεση ίσως κάποια προνομιακή σχέση με την ενέργεια, λόγω της εξάρτησής της από την εξόρυξη του πετρελαίου σε κάποιες χώρες , όπως αυτές της Αραβικής Χερσονήσου, ό,που για πολλά χρόνια η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ λειτούργησε ως κλασσικός Ιμπεριαλισμός.
Η σημαντικότερη όμως μεταβολή είναι αυτή της φύσης της μονάδας παραγωγής. Του εργοστασίου.
Το εργοστάσιο δεν είναι πλέον η σταθερή βάση του καπιταλιστή, ο ναός από τον οποίο ρέουν τα κέρδη του. Ο σύγχρονος καπιταλιστής είναι χρηματιστικό κεφάλαιο, είναι επενδυτής, που κάνει έξυπνες κινήσεις αγοράς και πώλησης, ολοκληρωμένων προϊόντων, είτε τμημάτων των προϊόντων, είτε υπηρεσιών για την παραγωγή προϊόντων, στο πεδίο της αγοράς, ανάλογα με τη στιγμή και τη ζήτηση.
Ο σύγχρονος εργοστασιάρχης έχει μπροστά του τα «παγκόσμια δίκτυα» παραγωγής και κάνει κάθε στιγμή την καλύτερη είσοδο στη ροή τους.
Για την παραγωγή ας πούμε ενός αυτοκινήτου, άλλοτε κατασκευάζουν κάποιο τμήμα και άλλοτε το αγοράζουν από κάποιο εργοστάσιο στη Βραζιλία που έχει προσφορά μερικών κομματιών και την επόμενη από κάποιο φασονατζίδικο στην Κίνα ή την Ινδία.
Άλλοτε αγοράζουν τον κινητήρα και άλλοτε τον παράγουν οι ίδιοι, ανάλογα με τις εξελίξεις στα τμήματα σχεδιασμού τους.
Το εργοστάσιο σήμερα είναι ένα από τα πολλά «δίκτυα» που μπορεί να διαλέξει ανάλογα με το αποτέλεσμα που δίνει ο επιλεγόμενος συνδυασμός.
Ο σύγχρονος καπιταλιστής παύει πλέον να ασχολείται με το εργοστάσιό του και απλά αγοράζει μέσα από το χρηματιστήριο, μετοχές σε διάφορα εργοστάσια ανά τον κόσμο, από τις οποίες προαγοράζει κέρδη, χωρίς τις περισσότερες φορές να ενδιαφέρεται να μάθει ή να ξέρει τι ακριβώς παράγει και αν τελικά πωλήθηκε το προϊόν. Τον ενδιαφέρει μόνο να παράγει ΚΕΡΔΗ.
Αυτός λοιπόν ο χαρακτήρας του καπιταλιστή, ο χρηματιστικός, προσδιορίζει ως συμφέρον του, κάθε μέρα να αλλάζει πολλές φορές «εθνικότητα».
Η ανάπτυξη μονοπωλιακών πρακτικών εκ μέρους του, είναι προδήλως ενάντια στο επιχειρηματικό συμφέρον του. Μόνο σε περιπτώσεις που η «εθνικότητα» του δίνει πλεονεκτήματα έναντι τρίτων, τη θυμάται.
Τέτοιες περιπτώσεις στην εποχή μας είναι η διαχείριση στοιχείων του κοινωνικού κράτους, μέσα από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Τα μόνα προϊόντα που δεν αλλάζουν πατρίδα είναι τα προϊόντα του έθνους, όπως για παράδειγμα η παιδεία, η υγεία, οι μεταφορές στις άγονες γραμμές, οι τηλεπικοινωνίες μέχρι πρόσφατα, η εθνική άμυνα αύριο (βλέπε επαγγελματικός στρατός και παραχώρηση δε ιδιωτικούς στρατούς δύσκολων ρόλων, όπως στο ΙΡΑΚ η Blackwater).
Η αντιιμπεριαλιστική εθνική ρητορική, μετατρέπεται σε σπόνσορα συγκρότησης των «εθνικών συμφερόντων» που θα εμπορευτούν οι ποικίλοι «εθνικοί επιχειρηματίες».
Αυτά είναι μονοπώλια, που δεν θα είχε να τους δώσει τίποτε ένας ιμπεριαλιστικός μηχανισμός, αντίθετα οι καπιταλιστές ενδιαφέρονται για την οριοθέτηση του «εθνικού» μέσα στην ίδια τη χώρα τους.
Ο Νεοφιλελευθερισμός και το σύνθημα για λιγότερο κράτος είναι κατά βάθος η πολιτική που ανακαλύπτει δρόμους, για την παγκοσμιοποίηση στοιχείων του κράτους – έθνους. Το λιγώτερο κράτος σημαίνει ότι λειτουργίες που επιτελούσε θα αναληφθούν από τον ιδιωτικό τομέα. Θα φτάσει η στιγμή που η προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών, θα πάψει να είναι υπόθεση της πολιτικής ως του υποκειμένου που παράγει κρατική πολιτική και θα γίνουν υποθέσεις της ίδιας της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας (ασφάλεια , υγεία, παιδεία, τουρισμός κλπ).
Ο εθνικισμός της εποχής μας δεν είναι κατά συνέπεια, παρά η έκφραση της διάθεσης για προνομιακή σχέση των «εθνικών καπιταλιστών» που ασχολούνται με το κράτος-έθνος, είτε είναι αυτοί ΜΜΕ, είτε εθνικοί προμηθευτές του συστήματος υγείας, είτε εθνικοί προμηθευτές του στρατού κλπ.
Η Αριστερά με εξαίρεση μικρό κομμάτι της, αυτό που κεντράρει στην αντινεοφιλελεύθερη πολιτική μέσα από την ανασυγκρότηση και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, εύκολα υιοθέτησε τη λογική του εθνικού συμφέροντος και της συστράτευσης με τον εθνικισμό, κάτω από την επιρροή μιας στρεβλής ερμηνείας του αντιιμπεριαλισμού, με παραδείγματα από τις αποτυχημένες περιπέτειες του ελέγχου της ενέργειας, από τον αμερικάνικο εθνικισμό, ειδικά στο ΙΡΑΚ.
Όπως όμως μας έδειξε η επίθεση του νεοφιλευθερισμού στο ανάξιο κράτος των συντεχνιών, εύκολα μέσα από τους ικανούς μάνατζερ, έγινε κατορθωτό τα φιλέτα του κοινωνικού κράτους να περάσουν στον έλεγχο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, με φαινόμενα που η πλέον σκοτεινή πλευρά τους, ήταν η καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων. Η Αριστερά ως εγγυητής του κοινωνικού κράτους, πρέπει να καταλάβει, ότι ακόμη και η αποποίηση ευθυνών, αποτελεί ομολογία της χρεοκοπίας, της, ως εγγυητή των κοινωνικών κατακτήσεων.
Εδώ θα ήθελα να επισημάνω ειδικά για την Ελληνική Αριστερά και έναν άλλο παράγοντα , βιωματικό αυτή την φορά, που έπαιξε σημαντικό ρόλο, στην ιδιαίτερη σχέση της με το έθνος. Αυτή ήταν η εμπειρία του ΕΑΜ, που παρά το όνομά του, ούτε μπόρεσε να γίνει στην κυριολεξία εθνικό μέτωπο, αφού εκτός από το ΚΚΕ καμία σοβαρή αστική δύναμη δεν προσέτρεξε στην συγκρότησή του, ώστε να δικαιολογεί το επίθετο εθνική, ούτε στη συνέχεια απετέλεσε τον κορμό της εθνικής ανασυγκρότησης του έθνους-κράτους, αλλά αντίθετα η διάλυσή του με τον εμφύλιο, απετέλεσε κύριο στοιχείο της ανασυγκρότησης.
Η επιλογή της συγκρότησης του ΕΑΜ και όχι κάποιου αντιφασιστικού-αντικατοχικού μετώπου έγινε εξ αιτίας των ιδεολογικών προτεραιοτήτων της ΕΣΣΔ στην άμυνά της στη Γερμανική προέλαση και επειδή μετά τη γραμμή του σοσιαλφασισμού ήταν δύσκολο να φτιαχτεί ένα αντιφασιστικό -αντικατοχικό μέτωπο με τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις.
Την ώρα της κρίσης πηγαίνεις με όποια υλικά έχεις πρόχειρα, δεν προλαβαίνεις να φτιάξεις αυτά που θα ήθελες και η μεταξική Ελλάδα, εθνικισμό παρήγαγε και το ΚΚΕ δεν είχε περιθώρια να διαλέξει κάτι διαφορετικό.
Επανερχόμενος λοιπόν στο γιατί η Ελληνική Αριστερά εγκλωβίστηκε στον εθνικιστικό λόγο, δεν πρέπει να παραβλέψουμε αυτή την κομβική εμπειρία της.
Η μεταβλητότητα των τριών παραγόντων της καπιταλιστικής παραγωγής και ιδιαίτερα η μεταβλητότητα της σταθερής βάσης που αποτελούσε το «εργοστάσιο», η αβεβαιότητα που παράγει η παγκοσμιοποίηση της, η αδυναμία του κράτους να παράσχει επαρκείς απαντήσεις στους εργαζόμενους, οδηγεί στην αναζήτηση λύσεων με δύο δρόμους.
Αφ’ ενός παρατηρείται μια ένταση στον τομέα της εκπαίδευσης των νέων, που όπως είπαμε και στην αρχή, στις 20 πλέον αναπτυγμένες χώρες, το 55% συνεχίζει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η συντριπτική πλειοψηφία μαθαίνει αγγλικά και υπολογιστές, σε βαθμό που όποιος δεν τα ξέρει να θεωρείται πρακτικά αναλφάβητος πλέον. Ίσως ζούμε την πρώτη εποχή που ο γραπτός λόγος, ειδικά αυτός του διαδικτύου, παίζει σημαντικότερο ρόλο από τον προφορικό λόγο στην εργασία αλλά και στην ζωή των ανθρώπων. Αυτή είναι η προετοιμασία της γενιάς της παγκοσμιοποίησης, που λίγη σημασία έχει αν έχει κοσμοπολίτικα ή διεθνιστικά χαρακτηριστικά.
Αφ’ ετέρου οι μεγαλύτερες γενιές αλλά και τα τμήματα της κοινωνίας που αδυνατούν να γίνουν πολίτες της παγκοσμιοποίησης, αντιδρούν προσφεύγοντας σε θεωρίες , μύθους και πρακτικές ξενοφοβικές, εθνικιστικές, με αιχμή και προφανές εφικτό πεδίο άσκησης το ρατσισμό ενάντια στους ξένους εργάτες και τις μειονότητες.
Αυτά τα κομμάτια, είναι πολύ δύσκολο η Αριστερά να τα εκπροσωπήσει και είναι πολύ φυσικό ότι θα βρίσκουν στο ΚΚΕ και στους ποικίλους λενινιστές τον οικείο χώρο, όπου οι συνωμοσιολογίες τους θα μπορούν ευκολότερα να γίνονται ανεκτές ή και να βρίσκουν ερμηνείες.
Ο Λενινισμός έχει μετατραπεί πλέον σε ιδεολογικό άλλοθι , σε μήτρα του ιδιότυπου εθνικισμού της αριστεράς, όπως τον είδαμε να εκφράζεται στο Σχέδιο Ανάν, στο Μακεδονικό, αλλά και στα δημοψηφίσματα για το Ευρωσύνταγμα.
Ο λαϊκισμός είναι ο κοινός τόπος με τα πιο καθυστερημένα πολιτικά μορφώματα, όπως το ΛΑΟΣ και η ΝΔ, που όπως είπαμε και στην αρχική παρατήρηση έχουν γίνει πλέον η περιοχή ό,που βρίσκεται το κέντρο των πολιτικών και ιδεολογικών συζητήσεων τα τελευταία χρόνια.
Η μόνη Αριστερή απάντηση είναι , να καταφέρει να κερδίσει το στοίχημα της εποχής μας. Να μπορέσει δηλαδή η αριστερά, να παράξει πολιτική που θα μπορεί να διευθύνει την παγκοσμιοποίηση.
Η απάντηση στην πρόκληση αυτή, είναι μονόδρομος. Δεν φτάνουν καταγγελίες και ξόρκια, αλλά χρειάζεται να καταφέρει να φτιάξει πολιτικές δομές , ικανές να διαχειριστούν στο εσωτερικό τους , επαρκείς ροές των «Δικτύων παραγωγής», ώστε να της δίνουν μία στοιχειώδη επάρκεια και αυτοτέλεια σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση.
Ένα τέτοιο μέγεθος είναι η ΕΕ.
Προσωπικά είμαι αισιόδοξος για την επίτευξή της.
Η επερχόμενη οικονομική κρίση –στεγαστική πίστη, ακρίβεια του πετρελαίου, αμερικάνικα ομόλογα κλπ- θα την κάνει κοινωνική απαίτηση.
Οι εθνικές περιχαρακώσεις στις οποίες καλεί ο Αριστερός εθνικισμός, είναι φανερό ότι θα χρεοκοπήσουν.
Η Αριστερά πρέπει με συνέπεια να τον απομυθοποιήσει , να αποκαλύψει τον καμουφλαρισμένο σε αντιιμπεριαλισμό εθνικισμό και να οριοθετηθεί σαφώς απ’ αυτόν.
Δεν πιστεύω ότι η συζήτηση εξαντλείται εδώ, αλλά προσπάθησα να την ανοίξω. Ελπίζω να το κατάφερα.
Αθήνα ,17/11/07
Κώστας Ανδρέου
