Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σταμπουλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σταμπουλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Δεν υπάρχει πλέον άλλος τρόπος βιωσιμότητας του ασφαλιστικού και της ενδογενούς παραγωγής από την κατάργηση των εισφορών, κρατική σύνταξη για όλους και τριαντάωρο εργασίας


Μετά την προβληματική εμπειρία του ΕΦΚΑ - παρά την εφαρμογή της αναλογικότητας εισοδήματος-εισφορών - και τις συνεχείς πλην ατελέσφορες διορθώσεις του νέου ασφαλιστικού, που αποδεικνύουν ότι εμποδίζει την βιωσιμότητα και την ανάπτυξη της μικρομεσαίας οικονομίας ως πρακτικά δεύτερη ή διπλή φορολόγηση, αναδημοσιεύουμε την από 1/11/2015 δημοσίευση των  Ενθεμάτων της Αυγής που περιγράφει την εναλλακτική αριστερή ριζοσπαστική πρόταση που έχει κατατεθεί εγκαίρως για το τεράστιο αυτό ζήτημα:


Γιώργος Σταμπουλής: Η κατάργηση των εισφορών μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιαστικά θετικά αποτελέσματα στα κρατικά έσοδα, τα οποία θα μπορούν να καλύπτουν τις συντάξεις

"Όλο το μοντέλο αυτό που εισηγούμαι δημιουργεί μια αύξηση του ΑΕΠ σε ένα έτος μόνο, γύρω στο 10% . 
Οι συντάξεις θα πληρώνονται από την αύξηση του ΑΕΠ, και άρα και των εσόδων του κράτους και της φορολογίας. 
Αυξάνεις την φορολογητέα ύλη, απλοποιείς πολύ το φορολογικό σύστημα συνολικά, επομένως μπορείς να προσδοκάς (είναι μετρήσιμο, και μπορούμε να τρέξουμε διάφορα σενάρια σ’ αυτό) ότι θα καλύψεις πολύ σύντομα 100% αυτή τη δαπάνη της ενιαίας σύνταξης.
Μια ριζοσπαστική και ρεαλιστική πρόταση για το ασφαλιστικό: Κρατική σύνταξη για όλους και τριαντάωρο εργασίας 
Ο Γιώργος Σταμπουλής (με σπουδές μηχανικού παραγωγής και διοίκησης και διδακτορικό στην επιστημονική και τεχνολογική πολιτική) διδάσκει οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Πρόσφατα παρουσίασε μια ριζοσπαστική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση για το ασφαλιστικό, σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτές που έχουν πέσει στο τραπέζι (βλ. μια παρουσίαση στο criticalchallenger.wordpress.com) και ένα άρθρο του στην  Αυγή 13.9.2015 . Του ζητήσαμε(*) να μας την παρουσιάσει, σχολιάζοντας, πρώτα την πρόταση της «επιτροπής σοφών».  Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος.
συνέντευξη του Γιώργου Σταμπουλή: 

Θα ήθελα να ξεκινήσω με την πρόταση της λεγόμενης «επιτροπής των σοφών», η οποία έχει δεχτεί, ήδη, έντονη κριτική. Πώς την αξιολογείς συνολικά; 

Η πρόταση επιδιώκει να παρέμβει διαρθρωτικά στο σύστημα, αλλά παραμένει εντός αυτού και της λογικής του. Τα βασικά κριτικής μου είναι δύο: 

Πρώτον, αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα ως κλειστό, σαν ένα δοχείο με δύο τρύπες: από τη μια μπαίνουν οι εισφορές και η κρατική χρηματοδότηση, από την άλλη βγαίνουν οι συντάξεις. Όσον αφορά τις εξωτερικές αλληλεπιδράσεις του συστήματος εξετάζει μόνο το πώς επιδρά η οικονομία στο σύστημα, αλλά όχι το πώς επηρεάζει το σύστημα την οικονομία. 

Δεύτερον, δεν αμφισβητεί θεμελιώδη αξιακά χαρακτηριστικά του συστήματος. Δεν αμφισβητείται, λ.χ., το ότι η άμισθη εργασία (λ.χ. οι νοικοκυρές) ή οι άνεργοι δεν δικαιούνται σύνταξη. Ωστόσο, η σύνταξη αποτελεί δικαίωμα όλων όσων συμμετέχουν στην οικονομία, έστω και έμμεσα: ο άνεργος μετέχει μέσω της κατανάλωσης, αλλά και –όσο κι αν αυτό δεν μας αρέσει– επηρεάζοντας την τιμή του μισθού. 

Συνολικά, κινείται στη λογική ενός ανακεφαλαιοποιητικού συστήματος: το ύψος της σύνταξης του καθενός εξαρτάται από το πόσα χρόνια έχει δουλέψει και το τι μισθό έπαιρνε. Έτσι, οδηγούμαστε σε ένα εξατομικευμένο σύστημα, όπου το τελικό πόσο της σύνταξης είναι αβέβαιο (χαρακτηριστικά, η έκθεση λέει απλώς ότι η σύνταξη πρέπει να είναι ανώτερη από το επίπεδο διαβίωσης –τα 500 ευρώ περίπου– αλλά δεν δίνει καμιά εγγύηση γι’ αυτό), και όχι στην πολιτική για ένα συλλογικό αγαθό. 

Αν δούμε τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ, τα ανακεφαλαιοποιητικά συστήματα έχουν υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης στις υψηλές συντάξεις και χαμηλό στις χαμηλές. Ενώ άλλα συστήματα, τα οποία δεν αναφέρονται στην έκθεση (π.χ. της Νέας Ζηλανδίας ή της Ιρλανδίας) –και αυτό προξενεί εντύπωση, γιατί κάνει μια ανασκόπηση της διεθνούς εμπειρίας– έχουν υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης της χαμηλής σύνταξης και χαμηλό της υψηλής. 

Αυτό το θεωρώ σωστό σε πολλαπλά επίπεδα: και όσον αφορά την κοινωνική αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη (κάποιος με υψηλό εισόδημα έχει μπορεί να κάνει αποταμίευση για το μέλλον, αυτός που παίρνει μισθό 700 και 800 ευρώ, προφανώς όχι) και όσον αφορά την δημοσιονομική αποτελεσματικότητα, αλλά και όσον αφορά το ζήτημα του εμπορικού ισοζυγίου, αφού η κατανάλωση του χαμηλού εισοδήματος (μισθού ή σύνταξης) θα οδηγηθεί, κατά κύριο λόγο, σε έναν κύκλο προστιθέμενης αξίας εγχώριας, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου οι βασικές ανάγκες μπορούν σε μεγάλο βαθμό να καλυφθούν από το εγχώριο παραγωγικό σύστημα — με δομικές παρεμβάσεις, βέβαια. 

Μας έλεγες πριν ότι ένα μεγάλο πρόβλημα, συνολικότερα, της έκθεσης, είναι ότι δεν εξετάζει το μοντέλο εργασίας. 

Είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της έκθεσης: δεν εξετάζει το μοντέλο εργασίας στο μέλλον — ενώ το αναφέρει. Κινείται με βάση ένα φορντιστικό παραγωγικό μοντέλο, το οποίο όμως δεν υπάρχει πια∙ λείπει, δηλαδή, ένα στοιχείο ιστορικότητας. 

Σήμερα η φύση της εργασίας και οι εργασιακές σχέσεις έχουν αλλάξει δραστικά∙ αυτό το αναγνωρίζουν και οι συντάκτες στα συμπεράσματα, εκεί που μιλάνε για τις αδυναμίες της πρότασης, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη το ζήτημα της επισφάλειας, η αποσπασματικότητα στην εργασία, η μερική απασχόληση. 

Διαβάζουμε, χαρακτηριστικά: «Η σύνδεση των παροχών και εισφορών επιτείνει τις ανισότητες μεταξύ πλήρους και επισφαλούς απασχόλησης. Το μελλοντικό συνταξιοδοτικό σύστημα θα αποβεί κυρίως σε βάρος όσων απασχολούνται σε ατυπικές μορφές απασχόλησης και γενικά χαρακτηρίζονται από χαμηλή απασχολησιμότητα. Η ασυνέχεια στην απασχόληση λόγω μεσοδιαστημάτων ανεργίας θα οδηγήσει σε ελάχιστες κοινωνικού χαρακτήρα παροχές». 
Με λίγα λόγια, οι συντάκτες αναγνωρίζουν ότι είναι ένα σύστημα για τους λίγους, για τους προνομιούχους οι οποίοι δεν θα βρεθούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ανεργία και θα έχουν σχετικά καλούς μισθούς. Αλλά δεν προτείνουν τίποτα γι’ αυτό. 
Και, βέβαια, από τη στιγμή που πάμε σε ανακεφαλαιωτικό σύστημα, με την ανταποδοτική λογική του (ο καθένας εισπράττει, έπειτα από μια ηλικία, με βάση αυτά που κατέβαλε) τίθεται ένα καίριο ερώτημα: Γιατί να είναι δημόσιο το σύστημα; Υπάρχει η συνταγματική επιταγή, ότι πρέπει το δημόσιο να εγγυάται, ωστόσο μπορεί — με αυτή τη λογική– να εγγυάται και ένα ιδιωτικό σύστημα, μια ιδιωτική ασφαλιστική∙ το είδαμε, άλλωστε, να ισχύει στην κρίση (με την AIG). 

Το ερώτημα προκύπτει και το έχουμε ακούσει πολλές φορές, με μια ισχυρή δόση λαϊκισμού: Με τόσα (πολλά) που δίνω και τόσο (λίγα) που θα πάρω, γιατί υποχρεώνομαι να ασφαλιστώ στο δημόσιο σύστημα και δεν μπορώ να διαλέξω μια ιδιωτική ασφάλιση; 
Το επόμενο βήμα της επίθεσης, πιστεύω, θα είναι η μετατροπή του υποχρεωτικού χαρακτήρα: να είναι προαιρετική η ασφάλιση στο δημόσιο σύστημα: είναι υποχρέωση του κράτους να σε καλύψει εφόσον εσύ το επιθυμείς, θα πούνε. 

Η συζήτηση συνήθως, και οι αλλαγές –ή οι απόπειρες–, αρχής γενομένης από τις προτάσεις Γιαννίτση το 2001, εκκινούν από την αφετηρία ότι το παρόν σύστημα δεν είναι βιώσιμο, ότι το κράτος δεν μπορεί να αντέξει το βάρος του. Πώς πρέπει να σταθούμε σε αυτό; 

Το ζήτημα, ακριβώς, είναι με ποιον τρόπο διαχειριζόμαστε το ότι το κράτος δεν μπορεί να αντέξει αυτό το βάρος; Η πεπατημένη που ακολουθήθηκε είναι: κόβουμε τις συντάξεις και αυξάνουμε τις εισφορές. 
Είναι καταστροφικό. 
Η αύξηση των εισφορών, όποτε επιχειρήθηκε, οδήγησε σε μεγαλύτερη αδήλωτη εργασία, λιγότερες προσλήψεις και αύξηση του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων. Η μείωση των συντάξεων, με τη σειρά της, οδηγεί τελικά σε αύξηση της ανεργίας. 
Με βάση τα στοιχεία της ΗΔΙΚΑ, η συνταξιοδοτική δαπάνη μειώθηκε κατά 6 δισ. περίπου τα τελευταία 6‑7 χρόνια, κάτι που αντιστοιχεί στο 3% του ΑΕΠ. H αντανάκλαση στην κατανάλωση και, στη συνέχεια, στην απασχόληση, είναι ευθεία: αφού μειώνεται η απασχόληση, μειώνεται και η δυνατότητα είσπραξης εισφορών. 
Έχουμε ένα φαύλο κύκλο εδώ, όπως συνέβη και με το Μνημόνιο συνολικά και τους «πολλαπλασιαστές» του ΔΝΤ. 

Ένα σοβαρό ζήτημα είναι πώς συγχρονίζεται το σύστημα με την οικονομία. Οι «οικονομικοί σταθεροποιητές» όπως ονομάζονται, λένε ότι θα δίνουμε μικρότερες συντάξεις όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Υποστηρίζω το αντίθετο: όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, οι συντάξεις μπορεί να χρειαστεί να αυξάνονται, έστω λίγο, γιατί το δημόσιο πρέπει στις παρεμβάσεις του να λειτουργεί αντικυκλικά∙ αυτό λένε τα κεϋνσιανά οικονομικά του πρώτου έτους. 
Θυμάμαι το βιβλίο του Robin Blackburn, Banking on death. 
Ας πάμε και στα δικά μας λίγο πιο πίσω, στην εποχή Σημίτη, την εποχή του χρηματιστηρίου: τότε που λεγόταν ότι τα ταμεία πρέπει να επενδύσουν, να γίνουν ένα εργαλείο του δημοσίου για επενδύσεις και ανάπτυξη, να επενδύσουν στο χρηματιστήριο, σε ομολόγα και μετοχές κλπ. Αυτό ήταν διεθνές φαινόμενο. Είτε γινόταν από εταιρείες που χρηματοδοτούσαν την ανάπτυξή τους μέσω του συνταξιοδοτικού ταμείου των εργαζομένων τους (με αποκορύφωμα την Enron που μαζί μ’ αυτή χρεοκόπησαν και οι εργαζόμενοί της και το Ταμείο τους) είτε και με Ταμεία ιδιωτικά και δημόσια (π.χ. ταμεία δήμων στη Γερμανία) τα οποία επένδυαν στις διεθνείς αγορές. 

Το διάστημα 2008‑2012, με την κρίση, τα Ταμεία του G8 χάσανε πάρα πολύ: η αξία του ενεργητικού τους από 20 τρισ. δολάρια έπεσε στα 15 τρισ. Σήμερα έχουν φτάσει πάλι στα 25 τρισ. (εν μέσω ύφεσης!) και αποτελεί σχεδόν το ένα τρίτο όλων σχεδόν των διαθέσιμων επενδυτικών κεφαλαίων του κόσμου. Το πρόβλημα είναι ότι έτσι ενισχύεται ουσιαστικά μια φούσκα, ενισχύεται μια κρίση υπερσυσσώρευσης πλανητικά. Σ’ αυτή τη λογική, τα Ταμεία γίνονται μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και όχι μέρος του κοινωνικού συστήματος γιατί αυτή η ανταποδοτικότητα πάει να επενδυθεί κάπου. 

Το συμπέρασμα του Blackburn είναι ότι αυτοί που επωφεληθήκαν από αυτές τις επενδύσεις των Ταμείων διαχρονικά ήταν τα golden boys∙ οι συνταξιούχοι ποτέ δεν είδαν αύξηση είτε με ιδιωτικά είτε με δημόσια συστήματα. Ένα παράδειγμα. Στις ΗΠΑ ψηφίστηκε το 1978 ειδική ρύθμιση, γνωστή ως 401(k), που προέβλεπε ότι φοροαπαλλάσσονται οι προ‑φόρου αποταμιεύσεις σε προσωπικούς‑εταιρικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς. Ήταν ένας νόμος για τα στελέχη, τους yappies. 

Είμαι πλούσιος, έχω λεφτά, τα βάζω σε ένα συνταξιοδοτικό Ταμείο (θεωρούμενη μια μορφή επένδυσης) να τα πάρω ως σύνταξη αργότερα, και αυτό φοροαπαλλάσσεται. Θέλησε και η μεσαία τάξη να συμμετέχει και, αντί να διεκδικήσει να σταματήσει η φοροαπαλλαγή των πλουσίων, ζήτησε να πάρει και αυτή μερίδιο, να διευρυνθεί η φοροαπαλλαγή. Έτσι, στην περίοδο των reaganomics στις ΗΠΑ (που συνέχισε ο Μπους και Κλίντον) όλη αυτή η διαδικασία επιτάχυνε τη μείωση των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού στις Η.Π.Α, από τον φόρο εισοδήματος, ο οποίος, μεταπολεμικά, στη χρυσή εποχή της ανάπτυξης των ΗΠΑ, έφτανε ακόμα και το 70%, στα υψηλά κλιμάκια. 

Και εκεί είναι η ανάγκη να επανέλθουμε σήμερα∙ το λένε o Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτζ, δηλαδή όχι κάποιοι ακραίοι αριστεροί οικονομολόγοι, αλλά μετριοπαθείς φιλελεύθεροι με τους πολιτικούς όρους της Αμερικής. 

Προχωράω στη μελέτη σου για το συνταξιοδοτικό, που δημοσιοποίησες πρόσφατα (βλ. μια παρουσίαση στο criticalchallenger.wordpress.com). Προτείνεις κατάργηση των εισφορών, κρατική σύνταξη για όλους πάνω από 1.000 ευρώ και τριαντάωρο εργασίας. Νομίζω ότι ο αναγνώστης ξαφνιάζεται — ευχάριστα μάλλον, αλλά ξαφνιάζεται. Πώς ξεκίνησες και πώς τεκμηριώνεται η πρόταση; 

Η αρχική ιδέα (όπως τη δημοσίευσα το 2010, σε ένα άρθρο στην τότε Ελευθεροτυπία) είχε δύο άξονες. 
  • Πρώτον, ότι αν ισομερίσουμε τα λεφτά που δίνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό για συντάξεις, αυτό θα αρκούσε για να παίρνει ο καθένας περίπου 1.200 ευρώ σύνταξη. 
  • Δεύτερον, ότι πρέπει να καταργηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές και η δαπάνη να καλύπτεται εξολοκλήρου από το κράτος. 
Όσο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδoξο, η κατάργηση των εισφορών μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιαστικά θετικά αποτελέσματα στα κρατικά έσοδα, τα οποία θα μπορούν να καλύπτουν τις συντάξεις. Αυτή ήταν η ...αρχική ιδέα, που έχει εξελιχθεί έκτοτε.  

Η μεθοδολογία που εφαρμόζω προέρχεται από τον κριτικό ρεαλισμό, μια σχολή σκέψης στην οικονομική επιστήμη και στις φυσικές επιστήμες. Βασικοί εκπρόσωποί της είναι ο Τόνι Λώσον στα οικονομικά και ο Ρόι Μπάσκαρ, συνολικότερα στη φιλοσοφία της επιστήμης. Αυτή η σχολή, μια σχολή στρουκτουραλιστική, εξηγεί ότι αλλάζοντας τη δομή αλλάζεις τη συμπεριφορά του συστήματος. 

Ανέπτυξα ένα μοντέλο προσομοίωσης και βλέποντας τη συμπεριφορά του μοντέλου άρχισα να διερευνώ πώς μπορεί να αναπληρωθεί αυτή η απώλεια των εισφορών από τον προϋπολογισμό. Αυτή τη στιγμή, τα 4 στα 10 ευρώ προέρχονται από τις εισφορές. Σε ένα σύστημα πλήρους κρατικής σύνταξης θα καταβληθούν από το κράτος, καθώς η κυκλοφορία χρήματος που θα δημιουργηθεί από την κατάργηση των εισφορών θα φέρει στο κράτος πόρους. 
Πώς μπορεί να γίνει αυτό; 
Σήμερα, στα 1.000 ευρώ ονομαστικό μισθό ο εργαζόμενος του ΙΚΑ παίρνει 840 περίπου. 
Η επιχείρηση πληρώνει 1280. 
Οι ασφαλιστικές εισφορές είναι λοιπόν περίπου 440 ευρώ. 

Αν τις καταργήσεις, έχεις τρεις επιλογές για αυτά τα 440 ευρώ. 
Η πρώτη είναι να δώσει το κράτος αυτά τα χρήματα στις επιχειρήσεις και να περιμένει να τα πάρει πίσω από τη φορολογία των κερδών∙ αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, με βάση και τα λογιστικά εργαλεία που διαθέτουν οι επιχειρήσεις. 
Η δεύτερη είναι να τα δώσει στους εργαζόμενους: θα ήταν μια αύξηση 50‑52%. Αυτό θα δημιουργούσε μια απότομη αύξηση της κατανάλωσης, ευπρόσδεκτη βέβαια από την πλευρά των εργαζομένων, αλλά με επιβάρυνση στο εμπορικό ισοζύγιο, που δεν τη θέλουμε, ειδικά σήμερα. 
Και η μελέτη υποστηρίζει μια τρίτη επιλογή… 
Η τρίτη λύση, που υποστηρίζω, είναι να δοθούν αυτά τα χρήματα στην εργασία, μειώνοντας τον χρόνο απασχόλησης και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Έτσι, για λιγότερη εργασία ο εργαζόμενος παίρνει τα ίδια χρήματα. 

Προτείνω δηλαδή έναν συνδυασμό κατάργησης των Ασφαλιστικών Ταμείων και των εισφορών με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης από τις 40 στις 30 ώρες την εβδομάδα χωρίς μείωση μισθού. Έτσι, αν λόγω της μείωσης των ωρών εργασίας, ανά έξι εργαζόμενους (δηλαδή στις μισές σημερινές θέσεις εργασίας) προστεθεί ένας ακόμα, αυτό σημαίνει ότι θα δημιουργηθούν 500‑600.000 νέες θέσεις εργασίας, αμέσως. 

Τα πολλαπλασιαστικά οφέλη θα είναι πολλαπλά. Πρώτα από όλα, θα δημιουργηθεί έξτρα κατανάλωση, και σε έναν ενάρετο κύκλο, θα δημιουργούνται, σταδιακά, επιπλέον θέσεις εργασίας. Επίσης, τα οφέλη είναι  σημαντικά στην ποιότητα εργασίας και ζωής για τους εργαζόμενους και στην παραγωγικότητα. 

Όπως δείχνει το παράδειγμα της Σουηδίας, όπου το τριαντάωρο εφαρμόζεται πειραματικά και μελετάται, οι εργαζόμενοι είναι πιο ξεκούραστοι, απουσιάζουν λιγότερο, η παραγωγικότητα αυξάνεται. Αντίστροφα, θυμάμαι ένα πρόσφατο δημοσίευμα του left: οι μισθωτοί των 500 ευρώ έχουν πολύ λιγότερα κίνητρα να αποδώσουν, νιώθουν ότι δεν πληρώνονται για τις αξία της εργασίας τους∙ πολύ εύλογο. Είναι το αντίστοιχο παράδειγμα από την ανάποδη. 

Όλο το μοντέλο αυτό που εισηγούμαι δημιουργεί μια αύξηση του ΑΕΠ σε ένα έτος μόνο γύρω στο 10% . 
Οι συντάξεις θα πληρώνονται από την αύξηση του ΑΕΠ, και άρα και των εσόδων του κράτους και της φορολογίας. 
Αυξάνεις την φορολογητέα ύλη, απλοποιείς πολύ το φορολογικό σύστημα συνολικά, επομένως μπορείς να προσδοκάς (είναι μετρήσιμο, και μπορούμε να τρέξουμε διάφορα σενάρια σ’ αυτό) ότι θα καλύψεις πολύ σύντομα 100% αυτή τη δαπάνη της ενιαίας σύνταξης. 

Αυτό έχει σημασία και για άλλους τομείς της μη αμειβόμενης εργασίας του νοικοκυριού, του άνεργου που βοηθάει. Ας δούμε το παράδειγμα των αγροτών. Οι αγρότες πληρώνουν χαμηλές εισφορές και παίρνουν σύνταξη από τον ΟΓΑ που θεωρείται ουσιαστικά προνοιακός οργανισμός. Στο σύστημα που προτείνω δεν χρειάζεται ο ΟΓΑ: ο αγρότης θα πάρει την σύνταξη που παίρνουν όλοι. Και ο άνεργος, και ο υποαπασχολούμενος, όλοι. 
Ακούγεται λίγο έξω από τα όρια της οικονομικής ηθικής που σήμερα έχουμε στον λογισμό μας, το ότι μπορεί να μη δουλέψεις ποτέ στη ζωή σου και θα πάρεις σύνταξη. Αλλά και αυτός που δεν δουλεύει ποτέ συμμετέχει στην οικονομία, συμβάλλει στην οικονομία. 
Η σύνταξη είναι ένα δικαίωμα που πρέπει να έχει κάθε γενιά∙ και είναι δικαίωμα συλλογικό, όχι ατομικό. 

Το ένα από τα βασικά στοιχεία της πρότασης είναι η κατάργηση των εισφορών. Εξήγησέ μας γιατί. 

Σήμερα, σε κάθε νέα οικονομική δραστηριότητα (είτε πρόκειται για νέες επιχειρήσεις είτε κλασικές επιχειρήσεις είτε κάποιον που δουλεύει με μπλοκάκι είτε συνεταιρισμούς, ΚΟΙΝΣΕΠ) ένας από τους μεγαλύτερους και πιο άμεσους φραγμούς είναι οι ασφαλιστικές εισφορές. 

Με το που ανοίγει η επιχείρηση, οι νέοι άνθρωποι δημιουργούν ένα χρέος: στο ΙΚΑ, στον ΟΑΕΕ κλπ. Και, φυσικά, το παρόν σύστημα ενισχύει την εισφοροδιαφυγή και την αδήλωτη εργασία. 

Οι εισφορές είναι μια μορφή φορολογίας πάνω στην εργασία∙ η Eurostat, λ.χ., τις αντιμετωπίζει στατιστικά για όλες τις χώρες ως μέρος του συστήματος φορολογίας. Άμα υπολογίσουμε στην Ελλάδα τις εισφορές που πρέπει να θεωρήσουμε ως φορολογία στην εργασία –άσχετα αν λογίζονται ως εισφορές του εργοδότη συν την έμμεση φορολογία που επιβαρύνει γενικώς την εργασία (ΦΠΑ και έμμεσους φόρους), συν την φορολογία εισοδήματος– από την εργασία προέρχονται το 70‑80% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. 

Και, έτσι, φτάνουμε στον παραλογισμό να χρησιμοποιούμε το ΕΣΠΑ για να επιδοτούμε τις ασφαλιστικές εισφορές. 
Εκεί πλέον έχουμε ξεφύγει από τα όρια, καθώς θα έπρεπε με το ΕΣΠΑ να γίνονται μακροχρόνιες επενδύσεις, διαρθρωτικές κλπ. 

Και το δεύτερο είναι η μείωση του χρόνου εργασίας.  

Η μείωση του χρόνου εργασίας παίζει καθοριστικό ρόλο. Η μελέτη δείχνει ότι το 30ωρο θα δημιουργήσει 500.000 θέσεις εργασίας, απασχόληση, κυκλοφορία στην οικονομία, κάτι που καθιστά το νέο σύστημα άμεσα βιώσιμο. 
Και θέλω να προσθέσω και μερικά αξιακά στοιχεία. 

Το ένα έχει να κάνει με την ισορροπία της εργασίας με την υπόλοιπη ζωή μας: δεν δουλεύουμε σήμερα για να τα απολαύσουμε αργότερα, «στα γηρατειά». Το άλλο είναι ότι το παλιό «μοντέλο» (8 ώρες δουλεύουμε 8 ώρες «ψυχαγωγούμαστε» και 8 ώρες κοιμόμαστε) μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο σύστημα: 6 ώρες εργαζόμαστε, 6 ώρες ψυχαγωγούμαστε, 6 ώρες κοιμόμαστε και 6 ώρες συμμετέχουμε στα κοινά. 
Νομίζω ότι είναι ένα σημαντικό στοίχημα για μια κυβέρνηση της Αριστεράς. 

Θα σε ρωτήσω για ένα ειδικότερο ζήτημα, που έχει όμως την ιδιαιτερότητα και την ευαισθησία του: τα βαρέα και τα ανθυγιεινά. 

Στο σύστημα που προτείνω δεν υπάρχουν «βαρέα και ανθυγιεινά» με την έννοια των αυξημένων εισφορών ή της πρόωρης συνταξιοδότησης. 
Η λογική λέει ότι σε μια εργασία που είναι βαριά και ανθυγιεινή θα πρέπει να δουλεύεις λιγότερο. Το να λες ότι θα δουλέψω τώρα σκληρά και θα «απολαύσω» αρρώστιες στα γηρατειά, οπότε θα έχω ψηλότερη σύνταξη, ή θα βγω νωρίτερα στη σύνταξη δεν έχει νόημα. Πρέπει να δουλεύουν λιγότερο, ώστε η επιβάρυνση της εργασίας να εξισώνεται με το ισοδύναμο του εξάωρου. 

Αυτό, προοπτικά, θα δώσει και κίνητρα στις επιχειρήσεις να καινοτομήσουν στη τεχνολογία, ώστε να εξασφαλίσουν συνθήκες οι οποίες δεν θα είναι βαριές και ανθυγιεινές. Τώρα καταβάλλονται μεγαλύτερες εισφορές, θα βγουν νωρίτερα και θα πάρουν μεγαλύτερη σύνταξη. 

Έχει ένα παράλογο αυτό το σύστημα, δούλεψε τώρα για να απολαύσεις στα γηρατειά σου∙ δούλεψε πολύ, μην απολαύσεις τη ζωή σήμερα, να την απολαύσεις αν επιζήσεις. 

Σε μια Ευρώπη, και σε έναν πλανήτη, που κινείται στον αστερισμό της λιτότητας και των περικοπών των κοινωνικών δαπανών η πρόταση αυτή μοιάζει «παράταιρη». 

Έχουμε άλλα παραδείγματα διεθνώς; 

Υπάρχει κατεξοχήν το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας, το παλιότερο μάλλον συνταξιοδοτικό σύστημα στον κόσμο, από τις αρχές του 20ού αιώνα. 
Οι επιδόσεις είναι εντυπωσιακές: κάλυψη πληθυσμού ηλικιωμένων 93%, εξάλειψη της φτώχειας στην τρίτη ηλικία, υψηλή αναπλήρωση εισοδήματος (ιδίως των χαμηλών) και το μικρότερο ποσοστό δημοσιονομικής επιβάρυνσης στον κόσμο (μικρότερο του 5%∙ ας σκεφτούμε ότι στην Ελλάδα είναι διπλάσιο). 

Το σύστημα είναι εξαιρετικά απλό. Κάθε κάτοικος που πληροί κριτήρια διαμονής στη χώρα γα κάποια χρόνια δικαιούται σύνταξη από τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς εισφορές. 

H τελευταία απόπειρα εισαγωγής στοιχείων ανταποδοτικότητας (ανακεφαλαιοποιητικού συστήματος) απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα με συντριπτική πλειοψηφία 87%! 
Κι αυτό παρότι δινόταν η υπόσχεση ότι με την αλλαγή θα αυξάνονταν οι συντάξεις. 

Παράλληλα με την καθολική κρατική σύνταξη (ύψους περίπου 1.200 ευρώ), η Νέα Ζηλανδία έχει, σε εθελοντική βάση, ένα επικουρικό σύστημα κεφαλαιοποιητικής λογικής: με βάση αυτά που δίνεις παίρνεις μια επικουρική σύνταξη. Το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτό μετέχουν μόνο οι μισοί μισθωτοί, οι υπόλοιποι καλύπτονται μόνο από την κρατική σύνταξη. Ανάλογο είναι και το μοντέλο της Ιρλανδίας. 

Σ’ αυτές τις χώρες βλέπουμε, ότι  αντί να έχουμε 40% αναπλήρωση του εισοδήματος στα χαμηλά εισοδήματα έχουμε 80%. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί, με την κατεύθυνση του συστήματος στην Ευρώπη, σήμερα ο εργαζόμενος των 700 ευρώ θα προσδοκά μια σύνταξη των 300‑400 ευρώ. 

Ένα τέτοιο σύστημα έχει εντονότερο το στοιχείο της διαγενεακής αλληλεγγύης. 
Δεν πληρώνει μόνο η επόμενη γενιά τις συντάξεις της προηγούμενης. Το επίπεδο των συντάξεων συνδέεται και με το επίπεδο της οικονομίας που η προηγούμενη κληρονόμησε στην επόμενη. Διότι αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα επιλογών που έγιναν σε βάθος χρόνου (επενδύσεις σε υποδομές, στην παιδεία, την έρευνα, την υγεία, το περιβάλλον κ.ο.κ.). 

Αν υποθέσουμε ότι εφαρμόζεται η πρόταση που εισηγείσαι, με ποιον τρόπο θα γίνει η μετάβαση; 

Δεν μπορείς να πας αμέσως σε μια κρατική σύνταξη των 1000‑1200 ευρώ. Πρέπει να αρχίσεις να ανεβάζεις σταδιακά τη χαμηλή σύνταξη χωρίς να θίγεις τις υψηλότερες. 
Και όπως φεύγουν οι ψηλότερες συντάξεις από το σύστημα (λόγω της βιολογικής έκλειψης των δικαιούχων), οι νέες συντάξεις θα μπαίνουν στα κατώτερα κλιμάκια ώστε να συγκλίνουν σε μια σύνταξη που θα κυμαίνεται στα 1.000‑1.200 ευρώ σε ένα διάστημα 5 έως 8‑10 χρόνων. 

Μια (θετική) ιδιομορφία τουλάχιστον της μελέτης και των δεδομένων που έχω είναι ότι αυτό το σύστημα φαίνεται να αποδίδει και με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 1%. Γιατί, όπως έχει τονίσει και ο Σάββας Ρομπόλης, όλες οι λύσεις που προτείνονται αφορούν την παραμετροποίηση στο παρόν σύστημα, απαιτούν ρυθμούς ανάπτυξης 2,5‑3% σε ορίζοντα 30 ετών — κάτι που δεν είναι ρεαλιστικό. Επίσης, όπως επισημαίνει ο ίδιος, και είναι σημαντικό, δεν μπορείς να προσδοκάς ότι η οικονομική μεγέθυνση θα δημιουργήσει αντίστοιχη αύξηση στην απασχόληση, άρα δεν μπορείς να προσδοκάς από την οικονομική μεγέθυνση ότι θα λύσεις το πρόβλημα της ανεργίας. Πρέπει να πας σε άλλου είδους διαρθρωτικές αλλαγές, με βασική τη μείωση του χρόνου εργασίας – αξιοποιώντας την τεχνολογική πρόοδο. 

Προφανώς θα υπάρχει ένα κόστος μετάβασης γιατί θα εξακολουθήσει να πληρώνει υψηλές συντάξεις. Όμως, μπορείς να διαπραγματευτείς τη χρηματοδότηση της μετάβασης, καθώς έχεις σαφή και μετρήσιμα αποτελέσματα να δείξεις. Έχεις επίσης αρκετές παραμέτρους να θέσεις στο διάλογο τόσο με τους δανειστές όσο και με τις παραγωγικές δυνάμεις. 

Και η τελευταία ερώτηση: Είναι μια μελέτη που αφορά το απώτερο μέλλον ή μπορεί να εφαρμοστεί πολύ σύντομα; 

Η κοινωνική συμμαχία που μπορεί να στηρίξει αυτό το σύστημα υπάρχει. Είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικρές επιχειρήσεις, οι άνεργοι, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που θα δουλεύουν λιγότερο. 

Μπορεί να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2016. Και νομίζω ότι επειδή στην κοινωνία έχει ωριμάσει πάρα πολύ κάτι τέτοιο, θα είναι η πρόταση που θα έχει τις λιγότερες αντιδράσεις. 

Οι μόνοι που θίγονται είναι οι υψηλοσυνταξιούχοι, στον βαθμό που οι δανειστές θα πιέσουν προς αυτό, θα ζητήσουν να κοπούν οι ψηλές συντάξεις από τώρα, και όχι σταδιακά (εκεί μπορείς να θέσεις ζητήματα ανταποδοτικότητας, αν δηλαδή πραγματικά έχουν δοθεί οι αντίστοιχες εισφορές ή οι υψηλές συντάξεις είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών). 

 Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει, και το γράφει και το πόρισμα της επιτροπής, ότι δεν υπάρχει τίποτα στον νόμο που να εγγυάται τη σύνταξή σου. Σε όλα τα άλλα συστήματα δεν υπάρχει τρόπος να υπολογίσεις την σύνταξη που θα πάρεις γιατί εξαρτάται πάρα πολύ από την ανεργία, την απασχόληση, ενώ το προτεινόμενο σύστημα παράγει απασχόληση και μπορεί να λειτουργήσει και αντικυκλικά: το κράτος να αποφασίσει ότι όταν υπάρχει ύφεση θα αυξήσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη∙ και αυτό ας το σκεφτούμε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 



Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Το κενό πολιτικής ηγεμονίας σε ΕΕ και ΗΠΑ, η κρίση /σύγκρουση στο εσωτερικό των κυρίαρχων ελίτ κι εμείς

"ο διεθνής ενοποιητικός παράγοντας της νέας ακροδεξιάς είναι η ξενοφοβία και ο εθνικισμός 
και όχι μια εναρμόνιση οικονομικών συμφερόντων"

Το κενό πολιτικής ηγεμονίας σε ΕΕ και ΗΠΑ έχει μετατραπεί πια σε εσωτερική κρίση και σκληρή σύγκρουση των κυρίαρχων ελίτ. 
 
των Γιώργου Βεργόπουλου, Σταμάτη Θεοδωρόπουλου, Στέλλας (Νανής) Πολίτου, Γιώργου Σταμπουλή, Λευτέρη Στουκογεώργου

Οι αντιθέσεις που προκάλεσε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση οδήγησαν στη διαμόρφωση δυο ξεκάθαρα διακριτών και αντιτιθέμενων μεταξύ τους πόλων:
  • Από τη μια είναι εκείνο το τμήμα του κεφαλαίου που θέλει να βάλει φραγμούς στην παγκοσμιοποίηση και να προστατεύσει την παραγωγή στην ιστορική Δύση και βέβαια πρώτιστα στις ΗΠΑΘεωρώντας σαν μείζονα απειλή τα Κινεζικά και τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα. Ο προστατευτισμός των Trumponomics στη συνέχεια θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα αμερικάνικου τύπου μερκαντιλισμό. 
Πολιτικά εκφράζεται στον νέο ακροδεξιό λαϊκισμό που “πουλάει” στους άνεργους και φτωχοποιημένους την υπόσχεση προστασίας των θέσεων απασχόλησης τους με τον εμπορικό προστατευτισμό αλλά και τους ρατσιστικούς φραγμούς στα σύνορα.
  • Από την άλλη είναι τα κεφάλαια που επωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση είτε επειδή κυκλοφορούν και κερδοσκοπούν εκτός παραγωγής είτε επειδή είναι τοποθετημένα σε παραγωγικές δραστηριότητες που υπερτερούν σε παραγωγικότητα και κερδοφορία. 
Πολιτικά εκφράζεται στην παραδοσιακή κεντροδεξιά σε ΕΕ και ΗΠΑ αλλά και στο νεοφιλελεύθερο κέντρο (“Δημοκρατικοί της Γουωλ Στρητ”, Μπλερική σοσιαλδημοκρατία).
Η σύγκρουση στο πολιτικό επίπεδο αναπαράγεται σχεδόν σε κάθε μεγάλο δυτικό κράτος, λόγω και της αυτονομίας της πολιτικής. 

Η νέα ακροδεξιά ισχυροποιείται λοιπόν ακόμη και μέσα στη Γερμανία με όχημα την ξενοφοβία, αλλά ας έχουμε στο μυαλό μας ότι οι οικονομικές θέσεις του AfD κινούνται στις κατευθύνσεις της τρέχουσας γερμανικής πολιτικής (με ακόμη σκληρότερο νεοφιλελευθερισμό και εχθρότητα προς την Ευρωπαϊκή περιφέρεια) και όχι του προστατευτισμού του Τραμπ. 
Τονίζουμε δηλαδή ότι ο διεθνής ενοποιητικός παράγοντας της νέας ακροδεξιάς είναι η ξενοφοβία και ο εθνικισμός και όχι μια εναρμόνιση οικονομικών συμφερόντων. 
Μέχρι τώρα αυτή ακριβώς η παράμετρος δυσκόλευε την σύγκλιση γερμανικής και γαλλικής ακροδεξιάς, καθώς η Λε Πεν υπεραμύνεται της γαλλικής παραγωγικής βάσης και το εθνικό της ακροατήριο έχει μεγάλες ομοιότητες με αυτό του Τράμπ. 
Η όποια ενότητα πέτυχαν στην πρόσφατη σύσκεψη της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς είναι διακηρυκτική για προεκλογικούς επικοινωνιακούς λόγους. 
Αντίστοιχα, η Ιταλική Λέγκα του Βορρά είναι αυθεντικά προστατευτική ενώ η Ολλανδική ακροδεξιά δεν έχει κανένα συμφέρον για κάτι τέτοιο με δεδομένη την «παγκοσμιοποιημένη» λογική του Ολλανδικού κεφαλαίου.

Στις ΗΠΑ οι αντιλήψεις Τράμπ για την εξωτερική πολιτική φαίνεται σαν να αντηχούν τις θέσεις του ρεύματος σκέψης που ήταν αντίπαλο προς τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γνωστού ως «Πρώτα η Αμερική», φράση που χρησιμοποίησε ο Τράμπ στην ομιλία την ημέρα της ορκωμοσίας του. Το απομονωτιστικό αυτό κίνημα προσπαθούσε να εμποδίσει την ανάμιξη των ΗΠΑ στον Πόλεμο που πλησίαζε στην Ευρώπη και δεν απέκλειε μια παγκόσμια συνύπαρξη των ΗΠΑ με το Γ’ Ράιχ, με διαρθρωμένες σφαίρες επιρροής.

Η αφήγηση του Τραμπ και των συνεργατών του για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις υπονοεί ότι πρόκειται για ένα «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος». Για να κερδίσουν οι ΗΠΑ κάποιος άλλος θα χάσει. 
Πρόκειται (εφόσον παγιωθεί) για μια στρατηγική μετατόπιση από την αμερικανική πολιτική τόσων δεκαετιών που στηριζόταν στη θεωρία της αμερικανικής ηγεμονίας μέσα σε μια επεκτεινόμενη και συνολικά ευημερούσα Δύση. 
Με δεδομένη την υστέρηση σε όρους παραγωγικότητας-ανταγωνιστικότητας των ΗΠΑ το χαρτί που θα προσπαθήσει να παίξει είναι αυτό της στρατιωτικής ισχύος (παρά τις αντίθετες διακηρύξεις)
  • Στην περίπτωση της Γερμανίας, η Ευρωπαϊκή διάσταση περιπλέκει τα πράγματα (οι πρόσφατες εγκαταστάσεις Ευρωπαϊκών μονάδων σε Πολωνία, Βαλτικές χώρες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ). 
  • Στην περίπτωση της Ιαπωνίας η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ μπορεί να ανταλλαχτεί με ένα νέο πακέτο επενδύσεων, όπως αυτό που κομίζει ο Άμπε στην επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, αλλά τα διαπραγματευτικά όπλα του Τράμπ είναι περιορισμένα. Θα διακινδυνεύει την επάνοδο της Ιαπωνίας στο στρατιωτικό πεδίο;
Ο στενός συνεργάτης του Τράμπ υπερσυντηρητικός πολιτικός Gingrich εύστοχα επισήμανε ότι ο Τραμπ έχει σαν πρότυπο όχι τον Ρήγκαν αλλά τη Θάτσερ
Συνεπώς με τον σωβινισμό που επέδειξε η Θάτσερ στα Φώκλαντ, την ιδεολογική εμμονή της ενάντια στην αριστερά αλλά και ενάντια στους φτωχοποιημένους πληθυσμούς (μετανάστες και αυτόχθονες Βρετανούς) των inner cities.

Η επισήμανση αυτή ερμηνεύει τις φιλοδοξίες των Βρετανών Συντηρητικών (που κινούνται πλέον μεταξύ κεντροδεξιάς και ακροδεξιάς στον Ευρωπαϊκό πολιτικό χάρτη) να αναθερμάνουν την "ειδική σχέση" με τις ΗΠΑ του Τράμπ. Ωστόσο, μια και εδώ μιλάμε για κυβερνήσεις και όχι για αντιπολιτεύσεις όπως στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά, το αν η προσπάθεια αυτή (UK Global μέσω Commonwealth) έχει πραγματικό περιεχόμενο θα κριθεί στην πραγματική οικονομία.

Η συγκρουσιακή διάθεση του Τράμπ απέναντι στην Κίνα σε συνδυασμό με τον απομονωτισμό του μπορεί να αφήσει το πεδίο ελεύθερο για την Κινεζική οικονομία σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη.

Ήδη, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία οι εισαγωγές της Κίνας αυξήθηκαν με ρυθμό 7% το 2016. Οι οικονομίες της Ν.Α. Ασίας έχουν σημαντικούς λόγους να συμμετάσχουν σε έναν περιφερειακό σχηματισμό, ακόμη κι αν οι ΗΠΑ απέχουν.

Η πολιτική bullying μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μεγάλης έκτασης εμπορικό πόλεμο και αναστάτωση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου. 
Αν ο Τραμπ επιδιώκει μια χαμηλότερη ισοτιμία του δολαρίου με το Ευρώ και το Γουάν ως εργαλείο μείωσης του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, θα πληθωρίσει το δολάριο δανειζόμενος από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ πετυχαίνοντας ταυτόχρονα έτσι να χρηματοδοτήσει τις κρατικές επενδύσεις που υποσχέθηκε ενώ θα μειώνει τους φόρους των επιχειρήσεων. Αυτό όμως θα διακινδύνευε την υποβάθμιση του ρόλου του δολαρίου ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Ενώ να μην ξεχνάμε ότι οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν όταν το δολάριο πέφτει.
Οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας αποτελούν ένα από τα ερωτηματικά της νέας συγκυρίας. Πέραν της αντίληψης του "παίγνιου μηδενικού αθροίσματος" ο Τράμπ υιοθετεί και μια άλλη παμπάλαια αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις, αυτή του "ισοδύναμου ανταλλάγματος". Θέλω από τη Ρωσία να συνεργαστούμε ενάντια στο ISIS; Της δίνω κάτι που ζητάει στον Καύκασο ή την Ουκρανία. 

Το πρόβλημα με αυτή την αντίληψη που κατάγεται από την Εποχή των Αυτοκρατοριών, είναι ότι σχεδόν πάντα υπάρχουν τρίτες δυνάμεις που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται στα "ανταλλάγματα", το συνηθέστερο οι τοπικές δυνάμεις και λαοί. Οπότε η φαινομενικά απλή εξίσωση περιπλέκεται. 
Για παράδειγμα, ο Τράμπ δεν μπορεί να μοιράσει την Ουκρανία και την Ανατολική Ευρώπη με τον Πούτιν χωρίς να συμφωνούν τόσο οι διάφορες εθνικιστικές δυνάμεις στην περιοχή όσο και η γειτονική Γερμανία.

Πέραν αυτού, παραδοσιακοί Ρεπουμπλικανοί νεοσυντηρητικοί όπως ο Αντιπρόεδρος Πένς εξακολουθούν να θεωρούν την Ρωσία τον υπ’ αριθμό ένα αντίπαλο των ΗΠΑ και λογικά θα εναντιωθούν σε παραχωρήσεις στον Πούτιν που θεωρούν υπερβολικές.

Επανερχόμενοι στην Ευρώπη, κρίσιμη σημασία για τις πολιτικές ισορροπίες της σύγκρουσης στο εσωτερικό των κυρίαρχων κύκλων μπορεί να έχουν πολιτικές απόψεις όπως του Σόιμπλε και του Φιγιόν. Που αν και τυπικά ανήκουν στην παραδοσιακή κεντροδεξιά, στήνουν προγραμματικές γέφυρες με τη νέα ακροδεξιά

Ο Σόιμπλε δεν ταυτίζεται μεν με την εθνοκεντρική και οικονομικά προστατευτική πολιτική του Τράμπ, αλλά ξεκάθαρα βλέπει θετικά μια μικρότερη και πιο γερμανική ΕΕ. 

Έχει διατυπώσει τις απόψεις του αυτές από το 1994, στην κοινή με τον Karl Lammers πρόταση τους για την υιοθέτηση μιας "μεταβλητής γεωμετρίας" στην ΕΕ με πυρήνα Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο που θα προχωρούσαν σε νομισματική ένωση αλλά και κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική. 
Την ίδια αντίληψη εξέφρασε και το 2014. 

Οπότε θα διαπραγματευόταν με τον Τράμπ ακόμη και το μοντέλο διμερών οικονομικών σχέσεων αντί της παγκοσμιοποίησης, συμμετέχοντας όμως σε αυτό όχι σαν Γερμανία μόνη της αλλά σαν γερμανικός οικονομικός χώρος στην Ευρώπη. Με ερωτηματικό σήμερα τη συμμετοχή της Γαλλίας ή την συγκρότηση ενός ακόμη πιο γερμανικού πυρήνα (Ολλανδία, Αυστρία, Τσεχία).

Η ήττα της νέας ακροδεξιάς είναι προϋπόθεση για να αποφύγουμε την επιστροφή στους εμπορικούς πολέμους, στις ψυχροπολεμικές αναμετρήσεις ( με βασικό αντίπαλο πια την Κίνα) και στις επικίνδυνες εθνικιστικές περιχαρακώσεις.

Στρατηγικά η δύναμη που μπορεί να αντιπαρατεθεί στην νέα ακροδεξιά δεν είναι η κεντροδεξιά 
Στις ΗΠΑ οι παραδοσιακοί Ρεπουμπλικανοί δήλωσαν υποταγή στην Τραμπ, στην Βρετανία οι Συντηρητικοί σύρθηκαν πίσω από το Brexit του Φάρανζ και του Τζόνσον, στη Γαλλία ο Φιγιόν έχει σοβαρά προβλήματα, το γερμανικό CDU έχει στο εσωτερικό του τον δούρειο ίππο του Σόιμπλε. 
Η στροφή της δεξιάς προς την ακροδεξιά γίνεται με όρους ηγεμονικού ελλείμματος και ταυτόχρονα απωθεί μετριοπαθείς ψηφοφόρους προς την κεντροαριστερά. Η καινούργια αρχιτεκτονική της Ευρώπης θα είναι το νέο επίδικο με δεδομένη την πρόταση Μέρκελ των δύο ή περισσοτέρων ταχυτήτων.

Η συγκρότηση προοδευτικών πολιτικών πλειοψηφιών διεθνώς, από συμμαχίες της αριστεράς με εκείνη την σοσιαλδημοκρατία που θα ξεκολλήσει από το άρμα του νεοφιλελευθερισμού είναι ένα είδος ΤΙΝΑ μέσα στη συγκυρία, αποτελεί την μόνη αντίπαλη δύναμη με πραγματική προοπτική απέναντι στον νέο εθνικισμό. 
Στις ΗΠΑ περιμένουμε αναγκαστικά το 2020, με κρίσιμη προϋπόθεση η πτέρυγα Σάντερς – Γουώρεν να εδραιωθεί ως κυρίαρχη στο Δημοκρατικό Κόμμα. Μια νέα «κεντρώα» λύση αποκομμένη από τα λαϊκά στρώματα όπως ήταν η Κλίντον θα δώσει ακόμη περισσότερο χώρο στον Τραμπ. 

Στην Ευρώπη αναδεικνύονται ήδη προοπτικές, όπως η επιλογή Αμόν στη Γαλλία και οπωσδήποτε η δυνατότητα να σπάσει το υπερσυντηρητικό δίδυμο ΛεΠεν – Φιγιόν στον δεύτερο γύρο. 

Ομοίως η ισχυροποίηση του SPD και η πιθανότητα προοδευτικής κυβερνητικής λύσης μετά τις γερμανικές εκλογές. 

Ωστόσο θα υπάρξουν και αρνητικές εξελίξεις, το κλίμα επιστροφής στον εθνικιστικό απομονωτισμό και η λαϊκιστική του απήχηση δεν πρέπει να υποτιμηθούν και δεν θα υποχωρήσουν γρήγορα.

Μέχρι τότε η αριστερά πρέπει να αντέξει. Να εμποδίσει την κατολίσθηση στην Ευρώπη – φρούριο, να υπερασπιστεί τα κοινωνικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες, να οικοδομεί βήμα - βήμα εναλλακτικές προοδευτικές συμμαχίες

Και οπωσδήποτε να εμποδίσει την de jure ή de facto διάλυση της ΕΕ και τη διαδοχή της από εθνικιστικά κράτη που θα συνομιλούν με όρους υποτέλειας με τις ΗΠΑ του Τραμπ, με μια γερμανική ζώνη να παίζει ρόλο περιφερειακής ηγέτιδας δύναμης..


πηγή

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Σταμπουλής: Προτάσεις υπέρβασης του παραγωγικού κενού


Παραγωγικό Μοντέλο και Κοινωνικός Μετασχηματισμός

 "Η οικονομία (παραγωγή και κατανάλωση) δεν παίρνει ξανά μπρος απλά με δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικό κράτος και επιδότηση της απασχόλησης." 

του Γιώργου Σταμπουλή*
Η συζήτηση για την αναπτυξιακή πολιτική – και προφανώς η πράξη – συντελείται στη δίνη της κρίσης, με αποτέλεσμα να θολώνει ο ορίζοντας των ευρύτερων – πραγματικών – προκλήσεων. Η πίεση της καθημερινότητας – η μεθοδευμένη επιθετικότητα της αντίπαλης πλευράς – δεν επιτρέπει το στοχασμό και τη στοχοθέτηση στο ευρύτερο πλαίσιο. Ποιο είναι όμως το ευρύτερο πλαίσιο;
Οι πιο συχνές και προφανείς αναφορές αφορούν στην κρίση υπερσυσσώρευσης (που γίνεται πρόδηλη με την εντεινόμενη ανισότητα και την κρίση κερδοφορίας) και στην οικολογική (περιβαλλοντική, κλιματική κλπ) κρίση. Αυτά όμως αφορούν στα αποτελέσματα, στα συμπτώματα της κρίσης. 
Οι αιτίες έγκεινται στις αντιφάσεις που παράγει η ενδογενής δυναμική του συστήματος. 

Στην οικολογική η προσοδοθηρική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος στερεύει την πηγή του πλουτισμού. Τούτο μπορεί ίσως να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο της μετάβασης στην κυκλική οικονομία και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Στην οικονομική κρίση, όμως, πρέπει να ψάξουμε πιο βαθιά

Φαινομενικά, η κρίση βαθαίνει καθώς – μετά την κρίση του 1970, η νεοφιλελεύθερη επίθεση από τη μία απελευθέρωσε το χρηματοπιστωτικό σύστημα επιταχύνοντας τη χρηματικοποίηση του κεφαλαίου και από την άλλη επιτέθηκε στο κράτος μειώνοντας τόσο τον «κοινωνικό μισθό» όσο και τις δυνατότητες διαρθρωτική παρέμβασης στο πεδίο των συνθηκών αναπαραγωγής. 

Με την ιδιωτικοποίηση στα πεδία της υγείας, της παιδείας και της κατοικίας (μεταξύ άλλων καθώς ο κατάλογος μάλλον είναι μεγάλος: κοινωνική ασφάλιση, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ) επιτάχυνε την πιστωτική επέκταση τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις. Όμως η φούσκα σκάει (πρώτα στις ΗΠΑ, κατόπιν στο ΗΒ και έπεται συνέχεια) καθώς τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να υπηρετήσουν ταυτόχρονα τις δανειακές υποχρεώσεις και τις λειτουργικές ανάγκες επιβίωσης, με αποτέλεσμα να οδηγούνται οι οικονομίες σε καθοδικά σπιράλ. 

Οι απόπειρες πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα: οι τράπεζες συσσωρεύουν στοιχεία ενεργητικού τα οποία δεν ξέρουν τι να κάνουν, ενώ η απασχόληση συντηρείται με κινήσεις απελπισίας (μερική απασχόληση, επισφάλεια κλπ) που δεν αναπληρώνουν το μερίδιο της εργασίας και αντίθετα βαθαίνουν την κρίση στην πλευρά της ζήτησης-κατανάλωσης.

Κι ενώ οι αναλύσεις σε ότι αφορά το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αφθονούν, σε ότι αφορά στην άλλη πλευρά, των σχέσεων παραγωγής και της εργασίας, επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή

Εδώ όμως βρίσκεται η ρίζα της χειραφέτησης από την κρίση. 
Αν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποτελεί την έκφανση της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων στην πλευρά του κεφαλαίου, στην πλευρά της εργασίας η εξέλιξη αυτή έχει συντελεστεί ενδογενώς – στο πλαίσιο της καπιταλιστικής σχέσης παραγωγής – με δύο βασικά, αλληλένδετα χαρακτηριστικά:
  • Την ενίσχυση της νοητικής εργασίας σε σχέση με τη χειρωνακτική – οπότε η παραδοσιακή συζήτηση για την εξαγωγή υπεραξίας φτάνει στα όριά της – και 
  • την ανάπτυξη αυξανόμενων αποδόσεων, καθώς η νοητική εργασία συσσωρεύεται ως γνώση και καινοτομία που συμβάλει στην παραγωγή αξίας πέρα από τη σφαίρα της μεταποίησης – με το στενό όρο της έννοιας – στη σφαίρα της ανάπτυξης προϊόντος και του μάρκετινγκ. Εκεί παράγεται και νοηματοδοτείται η αξία (χρήσης και ανταλλαγής).
Την επισήμανση αυτή για τη σταδιακή εξέλιξη – και κατακερματισμό της εργασίας – επεσήμανε ο Robert Reich το 1991 στο έργο του The Work of Nations[1]
Η διαδικασία αυτή επιταχύνεται σήμερα από τη συνέργεια ραγδαίων εξελίξεων στην πληροφορική (τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτική, αλγόριθμοι επεξεργασίας «μεγάλων δεδομένων» – big data κοκ), την επιστήμη των υλικών και τη βιολογία-βιοτεχνολογία. 

Όμως, αυτή η εξέλιξη της εργασίας μέσω της διευρυμένης αναπαραγωγής της τίθεται σε κίνδυνο μέσα από την επίθεση στο κοινωνικό κράτος. Παιδεία, υγεία και κοινωνική ασφάλιση συρρικνώνονται μαζί με την απασχόληση και τους μσθούς, οδηγώντας τόσο το πρεκαριάτο όσο και τα μέχρι πρόσφατα ανερχόμενα μεσαία στρώματα σε κρίση επιβίωσης. Από την άλλη πλευρά, οι νέοι εταιρικοί γίγαντες (Apple, Google, φαρμακευτικές, βιοχημικές εταιρείες κλπ) συσσωρεύουν κέρδη σε φορολογικούς παραδείσους, ενώ δανείζονται στις χώρες παραγωγής. Μια ακόμη προκλητική ειρωνία είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν την ύπαρξή τους στην επιχειρηματική πρωτοβουλία του κράτους, που όμως χάρισε την περιουσία του και δεν κράτησε κανένα μερίδιο στην επένδυση που πραγματοποίησε στην τεχνολογία[2]

Πώς λοιπόν θα βγούμε από την δίνη της κρίσης, ειδικά εμείς που είμαστε το πιο δέσμιο πειραματόζωο των θεσμικών Φρανκενστάιν;

Πολιτική για και με τα υποκείμενα της ανάπτυξης

Είναι προφανές – ελπίζω από τα παραπάνω ότι οι πολιτικές υπεράσπισης και ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους (όπως περίπου εξειδικεύονται και στο παράλληλο πρόγραμμα) είναι στη σωστή κατεύθυνση και μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά γόνιμες. 
Παρόμοια, πολιτικές που αφορούν στις επενδύσεις και την εξασφάλιση του δημοσίου χαρακτήρα των αγαθών της ενέργειας, του νερού των μεταφορών κοκ. συντελούν στην προοπτική παραγωγικού μετασχηματισμού[3]
Όμως το ζήτημα για το παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος παραμένει. 

Η οικονομία (παραγωγή και κατανάλωση) δεν παίρνει ξανά μπρος απλά με δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικό κράτος και επιδότηση της απασχόλησης

Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του και ποια τα υποκείμενά του; 
Το τελευταίο στοιχείο απουσιάζει από όλες σχεδόν τις αφηγήσεις και προτάσεις, που μιλούν για ανάπτυξη δίχως υποκείμενα (νέα υποκείμενα, γιατί αλλιώς υπονοείται συμμαχία με τα παλιά κουρασμένα και χρεοκοπημένα "άλογα της ανάπτυξης").

Το νέο παραγωγικό μοντέλο αφορά τόσο στις σχέσεις παραγωγής όσο και στο μείγμα του προϊόντος. Αρχίζοντας από το τελευταίο, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε υπερμεγέθη κατασκευαστικό κλάδο που υστερεί τεχνολογικά και παράγει στεγαστικές φούσκες και κρίσεις, ούτε στη μονοκαλλιέργεια του μαζικού τουρισμού

Η νέα παραγωγική δομή πρέπει να είναι αντίστοιχη της εποχής μας και να εξασφαλίζει τη δίκαιη ανάπτυξη που επιδιώκουμε. 
Οι λίγες μικρομεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις δεν επαρκούν. 
Οι μεγάλες είναι δυστυχώς, στην πλειοψηφία τους παθητικοί μιμητές των εξελίξεων. 

Η επένδυση σε τομείς έντασης γνώσης μπορεί να βασισθεί και να αξιοποιήσει εκείνο το τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού που η ελληνική κοινωνία με κόπο και θυσίες ανέπτυξε. Χρειάζεται οι πολιτικές να είναι συνεκτικές και υπομονετικές, ώστε νέα παραγωγικά υποκείμενα να γεμίσουν το παραγωγικό κενό (νεοφυείς επιχειρήσεις, τεχνοβλαστοί κοκ). 
Ένα πλέγμα δομών και υποδομών υποστήριξης, χρηματοδότησης, δικτύωσης και συντονισμού σε όλο το μήκος της «κοιλάδας του θανάτου» μπορεί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού οικοσυστήματος σε στενή αλληλένδεση με το ερευνητικό και εκπαιδευτικό δυναμικό (τεχνική, επαγγελματική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση). 
Η συστηματική αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ και των Ευρωπαϊκών μηχανισμών μπορεί να αποδώσει 200-300.000 θέσεις εργασίας σε 3-4 έτη.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πρόκληση τα νέα παραγωγικά υποκείμενα να υιοθετήσουν νέες παραγωγικές σχέσεις στο πλαίσιο της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας

Ο στόχος της πολιτικής για την κοινωνική οικονομία πρέπει να αφορά το προσκήνιο της παραγωγής και όχι το περιθώριο. 
Η ιδεολογική μάχη για την ηγεμονία θα πρέπει να δοθεί ώστε οι νέες επιχειρήσεις να είναι συνεταιρισμοί εργαζομένων, μαζί με διασώσεις στην κατεύθυνση του ιταλικού νόμου Μαρκορά
Από κοντά οι ομάδες παραγωγών και οι νέοι αγρο-βιομηχανικοί συνεταιρισμοί, οι καταναλωτικοί και ενεργειακοί συνεταιρισμοί μπορούν να αποτελέσουν ισχυρούς θύλακες του νέου που θα γεννιέται μέσα στο παλιό. 

Όμως, η πιο κρίσιμη μάχη θα είναι αυτό το οικοσύστημα με την ποικιλότητα των μορφών αλληλέγγυας οικονομίας να δημιουργήσει τις δικές του υπερδομές και θεσμούς αναπαραγωγής (χρηματοπιστωτικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς-παιδαγωγικούς). Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η Κ.ΑΛ.Ο είναι πιο αποτελεσματική (παραγωγική) από την καπιταλιστική οικονομία, αλλά η βιωσιμότητά της έγκειται στην ανάπτυξη αυτού του εποικοδομήματος που θα εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της.

Και πάλι, όμως, αυτά δεν επαρκούν για να βγούμε από την κοινωνική κρίση, ούτε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της τεχνολογικής εξέλιξης αποτελεσματικά. 

Δύο ακόμη αλλαγές είναι απαραίτητες

Πρώτα η μείωση του χρόνου εργασίας, αρχικά στις 30 ώρες την εβδομάδα και εν συνεχεία ακόμη περισσότερο[4]. Η ανεργία και η επισφάλεια θα αντιμετωπισθούν μόνο εφόσον η εργασία λάβει το μέρισμα της συνεχούς τεχνολογικής εξέλιξης. Αυτή η μείωση συνεπάγεται άμεση αύξηση της παραγωγικότητας και ευρύτερες εξελίξεις στο μείγμα προϊόντος, στην οικονομία του ελεύθερου χρόνου και προκλήσεις στη σφαίρα της αναψυχής, του δημόσιου χώρου και της σχέσης κοινωνίας-φύσης, που υπερβαίνουν την οικονομία του κειμένου.

Η άλλη συναφής και θεμελιώδης αλλαγή αφορά στο μέρισμα του δημοσίου στο προϊόν. Καθώς μεταβαίνουμε σε οικονομία της γνώσης και της δημιουργικότητας, η δημόσια συλλογική επένδυση στην προ-παραγωγική έρευνα και ανάπτυξη (και συχνά καινοτομία) δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο εκμετάλλευσης από μεμονωμένες παραγωγικές μονάδες (ακόμη και αν αυτές είναι φορείς ΚΑΛΟ). 
Η ιστορική εμπειρία του ύστερου καπιταλισμού μας έδειξε ότι η άσκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα αποτελέσματα της έρευνας και της δημόσιας χρηματοδότησης, όπως αυτά που προτείνουν οι Lazonick & Mazzucato[5], μπορεί να χρηματοδοτήσει σημαντικό μέρος της δαπάνης για έρευνα, παιδεία και υγεία. 
Η συζήτηση αυτή ανοίγει ευρύτερα ζητήματα για τη θέσμιση και διαχείριση των αγαθών (κοινών, δημόσιων, ιδιωτικών και λέσχης). Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται το άλλο διακύβευμα της αριστερής διακυβέρνησης, η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, με αλληλεγγύη και άμεση συμμετοχή και έλεγχο.

Συνοψίζοντας, το νέο μοντέλο ανάπτυξης στηρίζεται στον αναβαθμισμένο ρόλο της εργασίας στις ΜμΕ με ενίσχυση της καινοτόμου δραστηριότητας, στις νεοφυείς επιχειρήσεις και τους τεχνοβλαστούς και στην ιδεολογική μάχη όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας να συντελείται μέσα από φορείς και δομές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. 
Σε αυτή την πορεία, το κράτος και το δημόσιο διαδραματίζουν επιτελικό και στρατηγικό ρόλο τόσο για τη μετάβαση στο νέο παράδειγμα, όσο και για την εξασφάλιση των πόρων και του κοινωνικού μερίσματος. Το μέρισμα αυτό θα αποκτήσει πρακτικό αντίκρυσμα και μέσα από τη μείωση του χρόνου εργασίας και την ανάπτυξη κοινωνικής ευημερίας με δικαιοσύνη και βιωσιμότητα.

[1] Reich B.R. (1991) The Work of Nations: Preparing Ourselves for 21st Century Capitalism, New York: Alfred A. Knopf

[2] Mazzucato, M. (2015), Το επιχειρηματικό κράτος : Ανατρέποντας μύθους, Αθήνα : Κριτική

[3] Ο όρος «ανασυγκρότηση» μάλλον είναι ανεπαρκής καθώς όχι μόνο αναπεμπει σε αμυντική λογική μετάβασης σε ένα ένδοξο-φαντασιακό «βιομηχανικό» παρελθόν, αλλά και αποφεύγει τη μετασχηματιστική δυναμική της τεχνολογικής εξέλιξης

[4] Stamboulis, Y (2016) Dynamics of transition to universal tax-funded pension system, 34th International Conference of the System Dynamics Society, Delft, Netherlands, July 17-21 (http://www.systemdynamics.org/conferences/2016/proceed/papers/P1385.pdf)

[5] Lazonick & Mazzucato (2013) The risk-reward nexus in the innovation-inequality relationship: who takes the risks? Who gets the rewards?, Industrial and Corporate Change (2013) 22 (4): 1093-1128

*πηγή enter4news

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget