Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα arguments. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα arguments. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Ραντεβού στο Γουδή

του Θανάση Πολλάτου*


Τους τελευταίους μήνες έχει αναπτυχθεί από τους θιασώτες του εθνολαϊκισμού που κυβερνούν τις πλατείες, τα καφενεία και τις τηλεοράσεις της χώρας μια συγκεκριμένη αφήγηση αυτού που μας συμβαίνει. 
Όπως είναι αυτονόητο πρόκειται για ένα συμπίλημα από συντηρητικά στερεότυπα, παρανοϊκά σενάρια και ομιχλώδεις αναμνήσεις. Η διατύπωσή του δεν είναι σαφής και ξεκάθαρη, αλλά συνιστά μια φαιοκόκκινη αύρα του πλανιέται σαν φάντασμα πάνω από τη νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπης. 
Μια αντίστοιχη ασάφεια χαρακτηρίζει κάθε ρητορική μίσους. Η στοχοποίηση και οι προγραφές των εχθρών γίνονται με έναν αφηρημένο τρόπο και με «επιχειρήματα» που μπορεί να μην αντέχουν τη βάσανο της λογικής εξέτασης, αλλά είναι αρκετά για να υποδαυλίζουν τα πάθη του εξεγειρόμενου όχλου ή «λαού». 
Η θεωρία αυτή αρέσκεται να μιλά για «κατοχή της χώρας», για «προτεκτοράτα», για «αποικίες», για «χούντες», για «δωσίλογους», για «προδότες του Έθνους», για «ανθέλληνες», για «συνεργάτες των Γερμανών», για «διορισμένες κυβερνήσεις», για κρεμάλες κ.λπ. Στην ουσία πρόκειται για μια ακόμα ρητορική μίσους που έχει ως μοναδικό σκοπό να κατασκευάσει αποπροσωποποιημένους εχθρούς για να συσπειρώσει το ακροατήριό της.
Η ρητορική αυτή του μίσους έχει ως συνέπεια να υφίστανται λεκτική ή και σωματική βία όσοι πολίτες της χώρας και όσοι πολιτικοί δεν συντονίζονται επαρκώς με την κυριαρχούσα ιδεολογία του αντιμνημονιασμού. 
Η διατύπωση θετικών σχολίων για το περιεχόμενο των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων οδηγεί στην προσπάθεια τρομοκράτησής τους με κάθε –σχεδόν- μέσο. 

Δανείστε τον!! 
Τη θέση της παράθεσης επιχειρημάτων έχουν πάρει οι αυτόματες ιαχές μίσους. 
Για την ακρίβεια, η παράθεση επιχειρημάτων είναι αδύνατη, τόσο λόγω της ψυχολογίας της μάζας που επικρατεί μετατρέποντας τους ανθρώπους σε ζώα όσο και λόγω της παντελούς άγνοιας για το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων που κατά τ’ άλλα καταγγέλλονται.
Η ρητορική μίσους γίνεται τόσο έντονα πιστευτή από τους θιασώτες της τρομοκρατίας αυτού του τύπου ένεκα πολλών παραγόντων. 
Η άγνοια του περιεχομένου του Μνημονίου πρέπει να θεωρείται ολική λόγω της προπαγανδιστικής συσκοτιστικής συμβολής των ΜΜΕ και της ανεπάρκειας του πολιτικού συστήματος να το υποστηρίξει ρητά αφού αυτό υποσκάπτει τα συμφέροντα των πελατών του. Έπειτα, η άγνοια συνδυάζεται με την επίσης παντελή έλλειψη ορθολογικής σκέψης και ψυχραιμίας. 

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Η (ελληνική) πάλη των τάξεων




του Θανάση Πολλάτου
Έχω πάψει από καιρό να πιστεύω στη μαρξική θεωρία της πάλης των τάξεων· ίσως μάλιστα να μην την πίστεψα ποτέ. Δεν βλέπω γύρω μου εργάτες να αντιμάχονται τα αφεντικά τους, βλέπω μια κοινωνία να καταφάσκει σύσσωμη τη θεαματική και καταναλωτική της αναπαράσταση. Είναι επειδή, έχοντας διαβάσει τον Καστοριάδη και τον Λεφόρ, αναζητώ την τάξη όχι με βάση τα αντικειμενικά της χαρακτηριστικά, τη θέση των υποτιθέμενων μελών της στην παραγωγή, αλλά με βάση το βαθμό που η συνομάδωση αυτή συμμετέχει σε έναν ανταγωνισμό πολιτικό, φαντασιακό, πολιτισμικό της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης. 
Η τάξη, έλεγε ο μεγάλος θεωρητικός του εργατικού κινήματος, ο Ε.Π. Τόμσον, δεν είναι ένα πράγμα, αλλά μια σχέση. Οι τάξεις για να είναι τάξεις πρέπει να συμπεριφέρονται σαν τάξεις, να ορίζουν τον εαυτό τους ως τέτοιες μέσα στην πράξη τους, στην διεκδίκησή τους και κυρίως στην τοποθέτησή τους απέναντι στο υπάρχον καθεστώς και στις άλλες τάξεις. 
Η εργατική τάξη υπήρξε, την περίοδο της ακμής του εργατικού κινήματος, μια πραγματική τάξη που αντιπροσώπευε μια νέα κοινωνική θέσμιση, μια άλλη κουλτούρα που βρισκόταν σε αντιπαράθεση με την κυρίαρχη (;) κουλτούρα της αστικής τάξης. 
Αυτό ίσχυε εκείνη την εποχή ως γενική αρχή, πράγμα που έκανε τον Μαρξ να προβάλλει αυτό το σχήμα σε ολόκληρη την ιστορία, γενικευτικά και λανθασμένα νομίζω στο βαθμό που αυτό έτεινε να αποτελέσει απόλυτο δόγμα. Και έγινε πράγματι απόλυτο δόγμα, ιδεολογία, ψευδής συνείδηση, ιδεοληπτική αναπαράσταση που υποκαθιστά την πραγματικότητα στα μυαλά των μαρξιστών που πασχίζουν μέχρι σήμερα να κρατηθούν με νύχια και με δόντια από ένα σχήμα που θέλουν να το βαφτίσουν υπεριστορικό ενώ δεν είναι. 
Συνεπώς, η περίφημη αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας που κινεί τη σκέψη πολλών επιγόνων του Μαρξ, ακόμα και των πιο φιλελεύθερων, δεν πρέπει να υποστηρίζεται άκριτα, αλλά να υφίσταται τη βάσανο της αμφισβήτησης για να μπορούμε σε κάθε περίπτωση να ανακαλύπτουμε την αλήθεια της, την πρόσδεσή της στην πραγματικότητα.Δε θέλω όμως να συνεχίσω αυτή τη σκέψη, η οποία έχει αναμφισβήτητα πολλές πτυχές και μπορεί να εγείρει πολλές αντιρρήσεις. Θέλω να σταθώ κάπου αλλού, για να συνδέσω τη θεωρία της τάξης με τη σημερινή κατάσταση. 
Ο Καστοριάδης και ο Λεφόρ, λοιπόν, προσπαθώντας να παραμείνουν μαρξιστές και να αποσυνδεθούν από το υπόδειγμα του κομουνιστικού ολοκληρωτισμού, εισηγήθηκαν πριν από 60 περίπου χρόνια μια νέα θεωρία. Για την ακρίβεια επρόκειτο για την αναθεώρηση μιας παλιάς θεωρίας, της θεωρίας του Μαρξ. Είπαν, λοιπόν, πως πρέπει να εγκαταλείψουμε την αυταπάτη πως η ρωσική κοινωνία ήταν μια αταξική κοινωνία ή μια κοινωνία που βαδίζει έστω προς τον σοσιαλισμό. Η ρωσική κοινωνία είναι μια ταξική κοινωνία όπου το ρόλο της κυρίαρχης τάξης δεν τον έχει η βδελυρή μπουρζουαζία, αλλά η γραφειοκρατική τάξη, η τάξη του Κόμματος. Η ταξικότητα της κοινωνίας και η εκμετάλλευση παραμένει, μόνο που την υπεραξία που παράγεται από την δραστηριότητα της κοινωνίας την καρπώνεται η γραφειοκρατική τάξη
Αυτή η ανάλυση μας επιτρέπει να ανοίξουμε λίγο τους ορίζοντές μας και να δούμε την τάξη εκτός του μαρξικού ιστορικιστικού πλαισίου.

Γιατί τα λέω όλα αυτά τώρα. Μου φαίνεται πως στην ελληνική περίπτωση, εμφανίζεται μερικούς αιώνες καθυστερημένο το φάντασμα μιας τάξης. Και δεν μιλάω για μια τάξη επαναστατική, μια τάξη που θέλει να αλλάξει τα πράγματα. Μιλάω για μια τάξη που είναι κυρίαρχη όπως η ρωσική γραφειοκρατία του Κόμματος. Συλλαμβάνω διαισθητικά, όλους όσους ο φίλος μας ο Λεό έχει ονομάσει παραστατικότατα insiders του συστήματος, ως μέλη μιας τάξης ή "τάξης" αν θέλετε. 
Όλο αυτό το συνονθύλευμα των συνδικαλιστών, των λαϊκιστών πολιτικών, των κομματικών γραφειοκρατιών, των ανθρώπων των μίντια, των ανθρώπων των πανεπιστημίων, των επιχειρηματιών, των αγανακτισμένων, ενοποιείται στα μάτια μου με βάση τη φαντασιακή ένταξή του σε ένα σύστημα και σε μία κουλτούρα. 
Προσοχή: φαντασιακή ένταξη δεν σημαίνει φανταστική ένταξη, όπως συχνά πιστεύεται. Η φαντασιακή ένταξη είναι απολύτως πραγματική, μόνο που αφορά σε μια κοινότητα νόων, τη συνέχει μια πολιτισμική διάσταση. Το φαινόμενο αυτής εδώ της τάξης είναι απόλυτα διακομματικό. Αφορά στην υπεράσπιση του παλιού κόσμου, του κόσμου που δημιουργήθηκε από το ’81 και έπειτα, ενώ οι ρίζες του μπορούν να αναζητηθούν σε παλιότερες εποχές. 

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Για τους Οικολόγους Πράσινους: Ίσως έφτασε η ώρα για τα μεγάλα ναι και κυρίως για τα μεγάλα όχι



του Θανάση Πολλάτου*

Στο διεστραμμένο μυαλό μου, το συνέδριο που διοργανώνουν τις επόμενες ημέρες στο Βερολίνο οι Γερμανοί Πράσινοι είναι ένα τράβηγμα του αυτιού στους Έλληνες Πρασίνους. 

Το Γερμανικό Πράσινο Κόμμα αναλαμβάνει να κάνει ό,τι οι Έλληνες Πράσινοι δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να κάνουν: να συνδέσουν το αίτημα για τον οικολογικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, με το σχέδιο της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης και με τον εκσυγχρονισμό του κράτους. 
Η επιλογή τριών τουλάχιστον εκ των ομιλητών του συνεδρίου είναι χαρακτηριστική. Πρώτα και κύρια ο Κώστας Σημίτης, έπειτα ο Γιάννης Βούλγαρης και τέλος ο Γιώργος Παγουλάτος. Και οι τρεις αποτελούν θερμούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, του εκσυγχρονισμού και του εξορθολογισμού της κοινωνίας. Ο τελευταίος, μάλιστα, διατελεί σύμβουλος του πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου.

Δεν ξέρω αν οι Έλληνες Πράσινοι συνετέλεσαν και σε ποιο βαθμό στη συμβολική επιλογή των ομιλητών. 
Ξέρω όμως ότι στο ελληνικό πολιτικό σύστημα παίζουν ως τώρα το ρόλο ενός πράσινου ΣΥΡΙΖΑ, αρνούνται να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους ως συστημικό κόμμα -όπως έχει παρατηρήσει πολύ σωστά η Βασιλική Γεωργιάδου-, αρνούνται να πάρουν θέση στα επώδυνα ζητήματα, πετάνε τη μπάλα στην εξέδρα, αρέσκονται σε κοινοτοπικές δηλώσεις, θαλασσοδέρνονται για τα μάτια του "κινήματος", αριστερίζουν ακατάπαυστα, καρκινοβατούν, αποφεύγουν τη ρήξη με τα ανορθολογικά κομμάτια στο εσωτερικό τους που θεωρούν την πολιτική οικολογία ένα new age lifestyle ή αμφιταλαντεύονται μεταξύ της μιας ή της άλλης θεωρίας συνωμοσίας. 

Δεν ξέρω αν οι Έλληνες Πράσινοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να ενηλικιωθούν, αν φοβούνται τη λαϊκιστική λαίλαπα ή αν δεν ξέρουν και οι ίδιοι ποιοι είναι. 
Ξέρω όμως ότι ένα διογκούμενο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αναζητά εκλογική διέξοδο προς μία υγιή και ειλικρινή μεταρρυθμιστική δύναμη που ασπάζεται τα αιτήματα για τον οικολογικό μετασχηματισμό, τον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό και την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. 

Μου φαίνεται δηλαδή πως τα νταραβέρια με την κοινωνία των πολιτών, με τις ΜΚΟ, με τις ομάδες του οικολογικού φονταμενταλισμού και της οικοχονδρίας, με τον λάιτ εξαρχειωτισμό κ.λπ. δεν είναι πλέον αρκετά. 
Ίσως έφτασε η ώρα για τα μεγάλα ναι και κυρίως για τα μεγάλα όχι. 

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Απέναντι στην κρίση


από την ομάδα των arguments

Η κρίση χρέους που ξέσπασε εδώ και δύο χρόνια στη χώρα, και σύντομα εξελίχθηκε σε βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση απειλώντας να διαλύσει το κοινωνικό συμβόλαιο, αποκάλυψε την παθολογία του ελληνικού πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου. 
Έφερε στο φως την πραγματική μας κατάσταση, σε αντίθεση με την πλαστή εικόνα που κατασκευάζαμε για τον εαυτό μας εδώ και δεκαετίες –αν όχι και παραπάνω: το στρεβλό και αντιπαραγωγικό οικονομικό μας μοντέλο που στηριζόταν στον κρατισμό και τον εξωτερικό δανεισμό, την ανεπάρκεια του πολιτικού μας συστήματος που λειτουργούσε στη βάση των πελατειακών σχέσεων, και κυρίως το λαϊκιστικό πνεύμα και τη λαϊκιστική νοοτροπία που κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο. 
Η έκταση που καταλαμβάνουν ο λαϊκισμός και η δημαγωγία ακόμα και σε καιρό που η χώρα κινδυνεύει με πλήρη κατάρρευση, συνιστούν τις τρανές αποδείξεις πως σε αυτόν τον τόπο το ατομικό-ιδιωτικό και κομματικό-συντεχνιακό συμφέρον υπέρκεινται του δημόσιου συμφέροντος και της προστασίας των αδυνάμων, πως ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός, και όχι η ευθύνη, είναι ο κανόνας, πως η απαίτηση για διάσωση των προνομίων μπορεί να επικρατήσει της κοινής λογικής μέσα από έναν ανορθολογισμό που αρνείται τη σκληρή πραγματικότητα.

Μπορούμε να εντοπίσουμε, grosso modo, δύο λόγους για τους οποίους αυτή η κοινωνία επιθέτει το ατομικό στο δημόσιο συμφέρον, κόντρα στις αδήριτες επιταγές της κοινής λογικής και του ρεαλισμού. 
Οι λόγοι που προτάσσουμε παραπέμπουν σε νοοτροπίες βαθιά ριζωμένες στην νεοελληνική κοινωνία, γι’ αυτό και συνιστούν το ύψιστο διακύβευμα της κρίσης. 
Ο πρώτος είναι ότι η νεοελληνική κοινωνία δε συγκροτήθηκε ποτέ, σε φαντασιακό επίπεδο, ως πολιτική κοινωνία, ως κοινωνία δηλαδή πολιτών που φέρουν ατομικά την πολιτική και ιστορική ευθύνη των πράξεων τους και διεκδικούν συλλογικά τα δημοκρατικά τους δικαιώματα. 
Το αίσθημα της ένταξης σε μια πολιτική κοινότητα, κάτι που συνέβη, κατά το μάλλον ή ήττον, στον κεντροευρωπαϊκό χώρο από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, είναι προϋπόθεση ώστε μια κοινωνία να αποκτήσει δημοκρατικό πολίτευμα και κράτος δικαίου. 
Είναι γι’ αυτό που ο εκσυγχρονισμός των δομών του κράτους παρέμεινε πάντοτε ατελής, σκοντάφτοντας στην ιδιομορφία της «ελληνικής ιδιαιτερότητας»· που ανάμεσα στους κρατικούς θεσμούς και την κοινωνία υπήρχε πάντοτε μια σχέση εχθρότητας –ενώ την ίδια στιγμή το κράτος παρέμενε ο βασικός εργοδότης· που στην ελληνική κοινωνία καλλιεργούνταν πάντα μια ενδόμυχη καχυποψία και αντίθεση απέναντι στο νόμο. 
Αντιθέτως, η νεοελληνική κοινωνία παρέμεινε προσδεμένη σε παραδοσιακές αξίες και θεσμούς της καθ’ ημάς ανατολής όπως ο τοπικισμός, η οικογενειοκρατία και η Εκκλησία. 
Και αυτό δεν επέτρεψε τη δημιουργία ενός πραγματικά νεωτερικού κράτους, όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά, παρά την πρόωρη υιοθέτηση συνταγμάτων και την πρόωρη ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 
Αυτό λοιπόν που ο Παναγιώτης Κονδύλης αποκαλούσε η καχεξία του αστικού στοιχείου εν Ελλάδι οδήγησε στη δημιουργία ενός κράτους που μόνο κατ’ εικόνα μοιάζει ευρωπαϊκό, αφού οι θεσμοί του δεν ενσαρκώνονται στους πολίτες, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν είναι φορείς της πολιτικής κουλτούρας που απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω θεσμών. 
Από αυτήν την άποψη το ουσιαστικό πρόβλημα της χώρας, πέραν της τρέχουσας κρίσης, ήταν και είναι η κυρίαρχη νοοτροπία.

Ο δεύτερος λόγος είναι περισσότερο κοινωνιολογικής υφής, άμεσα όμως συνδεδεμένος με τον πρώτο και εξίσου ανασταλτικός για την αντιμετώπιση της σημερινής κρίσης. 
Αφορά στην ύπαρξη μιας «προνομιούχας τάξης» εντός της ελληνικής κοινωνίας προσδιορισμένης με κριτήριο τόσο την επωφελή γι’ αυτήν οικονομική συνδιαλλαγή της με το κράτος, όσο και τον εξουσιαστικό χαρακτήρα της απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία είτε μέσω της κομματοκρατίας και του συνδικαλισμού είτε μέσω των πελατειακών σχέσεων που διαπερνούν όλα τα επίπεδα επαφής με το κράτος. 
Η τάξη αυτή είναι ετερόκλητη και αποτελείται από τους κομματικούς, συνδικαλιστικούς, εκκλησιαστικούς φορείς έως τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, τις διάφορες συντεχνίες κι ένα μεγάλο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων. 

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget