Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο "τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”".Aναπαράσταση μιας συζήτησης που δεν έγινε
από την Αντιγόνη Λυμπεράκη
πηγή: Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου

1. Μια αναπαράσταση
Στη συζήτηση θεμάτων οικονομικής πολιτικής αρχίζουμε συνήθως από τη διάγνωση, εντοπίζουμε το πρόβλημα, εξετάζουμε τις εναλλακτικές και μετά προτείνουμε τις λύσεις. Στην περίπτωση του Νέου Μνημονίου δεν ίσχυσε αυτό: αρχίσαμε από μια μόνο προτεινόμενη λύση (τον περιορισμό του κόστους εργασίας) και προχωρήσαμε στον πυροβολισμό της μέσω σειράς αφορισμών, ρητορικών σχημάτων και υψηλόφωνων οιμωγών.
2. "Συζήτηση" (sic) για τους μισθούς
Το θέμα των μισθών εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά και ορμητικά στην τελευταία πράξη του δράματος της διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, αντί της αναμενόμενης «τεχνικής συζήτησης» περί ανταλλαγής ομολόγων. Εκεί που περιμέναμε να μιλήσουμε για CDS, CDOs, PSI και άλλα αρκτικόλεξα, εμφανίστηκαν οι παλιοί μας γνώριμοι: κατώτατος μισθός, ωρίμανση – και μερικές νέες παρέες τύπου μετενέργειας.
Στην τελευταία (5η) Έκθεση του ΔΝΤ (του Δεκεμβρίου 2011), μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα βασικότερα σημεία πάνω στα οποία θεμελιώνεται η αναγκαιότητα του περιορισμού των μισθών.[1] Αυτά είναι:

1. Μια αναπαράσταση
Στη συζήτηση θεμάτων οικονομικής πολιτικής αρχίζουμε συνήθως από τη διάγνωση, εντοπίζουμε το πρόβλημα, εξετάζουμε τις εναλλακτικές και μετά προτείνουμε τις λύσεις. Στην περίπτωση του Νέου Μνημονίου δεν ίσχυσε αυτό: αρχίσαμε από μια μόνο προτεινόμενη λύση (τον περιορισμό του κόστους εργασίας) και προχωρήσαμε στον πυροβολισμό της μέσω σειράς αφορισμών, ρητορικών σχημάτων και υψηλόφωνων οιμωγών.
Καθώς η διαπραγμάτευση γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες, η πλευρά που πυροβολούσε μάς πρόσφερε κάποια ελάχιστα ψήγματα πληροφόρησης. Η πλευρά της Τρόικας συντάσσει μεν Εκθέσεις, αλλά από τον Φεβρουάριο του 2011 «δεν δικαιούται διά να ομιλεί» ούτε να αναπτύσσει τις θέσεις της δημόσια.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε ένα πραγματικό οικονομικό επιχείρημα που κρύβεται πίσω από την κακοφωνία της επιλεκτικής πληροφόρησης, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ιατροδικαστικές μεθόδους. Πρέπει να αξιοποιήσουμε τα πειστήρια που είναι στα χέρια μας (τις σκόρπιες ψηφίδες πληροφόρησης) για να ανασυγκροτήσουμε το ουσιαστικό επιχείρημα πίσω από τις εκστρατείες δημοσίων σχέσεων.Το άρθρο αυτό προσπαθεί να φωτίσει την κατάσταση, αναζητώντας μια οικονομική λογική που να μπορεί να βγάλει τη χώρα από τον βάλτο: μια σχέση ανάμεσα στους μισθούς και στην ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης. Προσφέρει, δηλαδή, μια νέα οπτική που υπερβαίνει το διχαστικό τοπίο «τι λέει η Τρόικα – τι αντιτάσσουμε “εμείς”».
2. "Συζήτηση" (sic) για τους μισθούς
Το θέμα των μισθών εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά και ορμητικά στην τελευταία πράξη του δράματος της διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, αντί της αναμενόμενης «τεχνικής συζήτησης» περί ανταλλαγής ομολόγων. Εκεί που περιμέναμε να μιλήσουμε για CDS, CDOs, PSI και άλλα αρκτικόλεξα, εμφανίστηκαν οι παλιοί μας γνώριμοι: κατώτατος μισθός, ωρίμανση – και μερικές νέες παρέες τύπου μετενέργειας.
Συζήτηση, «που λέει ο λόγος», καθώς στο θέμα αυτό έχουμε αντικαταστήσει τους συνηθισμένους παράλληλους μονολόγους με αφηρημένο εικαστικό μοντερνισμό, χαράζοντας «κόκκινες γραμμές» από και προς πάσα κατεύθυνση...Οι γραμμές πολλαπλασιάστηκαν τόσο ώστε οδηγούν σε μια καταθλιπτική μονοχρωμία απέραντου κόκκινου. Παρά ταύτα, οι εκπρόσωποι της Τρόικας συνέχισαν να επιμένουν ότι είναι αναγκαίο να περιοριστεί το μισθολογικό κόστος προκειμένου να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα.
Ο εγχώριος αντίλογος (σε συνθήκες σπάνιας ομοψυχίας) επανέλαβε το εμπεδωμένο «Σύμβολο της Πίστεως» της ελληνικής ορθοδοξίας γύρω από την αγορά εργασίας:
- Ότι η εμμονή των «ξένων» με τους μισθούς είναι τιμωρητική.
- Ότι αποτελεί προϊόν δογματικών αγκυλώσεων... (ως γνωστόν, οι κοινωνικοί εταίροι, τα ερευνητικά τους ινστιτούτα και οι δημοσιογραφικοί σχολιασμοί δεν έχουν ποτέ δογματικές και ιδεολογικές δεσμεύσεις στη χώρα μας).
- Ότι η θέση τους μαρτυρά άγνοια των συνθηκών που επικρατούν στην ελληνική αγορά εργασίας (η ελληνική ιδιαιτερότητα για άλλη μια φορά στο προσκήνιο) και άλλα πολλά.
Στη συνέχεια θα επιχειρήσω να αναπαραστήσω αυτή τη συζήτηση, σαν να γινόταν πραγματικά.
- Αρχίζουμε από τα πειστήρια: τα γραπτά της Τρόικας.
- Μετά έρχονται τα εννέα σημεία του εγχώριου αντίλογου. Σε κάθε σημείο του αντιλόγου διατυπώνονται παρατηρήσεις που θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος γνώστης της αγοράς εργασίας.
Αυτή η αναπαράσταση ίσως να αποτυπώνει διαλόγους που έγιναν, όμως δεν προσεγγίζει τον πυρήνα του αρχικού επιχειρήματος, δηλαδή τη θετική οικονομική λογική για τον τρόπο με τον οποίο μια μείωση του εργατικού κόστους μπορεί να οδηγήσει σε ξεπέρασμα της κρίσης.
- Το τελευταίο τμήμα του κειμένου σκιαγραφεί ένα τέτοιο επιχείρημα, καταλήγοντας εκεί από όπου θα έπρεπε να είχαμε αρχίσει: μια οικονομική αλληλουχία σκέψεων που συνδέει την ευελιξία στην αγορά εργασίας τόσο με την οικονομική αποτελεσματικότητα, όσο και με την κοινωνική δικαιοσύνη. Και έτσι εξηγεί πως ο περιορισμός του μισθολογικού κόστους μπορεί να είναι εργαλείο εξόδου από την κρίση.
Στην τελευταία (5η) Έκθεση του ΔΝΤ (του Δεκεμβρίου 2011), μπορεί κάποιος να εντοπίσει τα βασικότερα σημεία πάνω στα οποία θεμελιώνεται η αναγκαιότητα του περιορισμού των μισθών.[1] Αυτά είναι: