Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άκης Γαβριηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άκης Γαβριηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Με αφορμή την συγγνώμη του Άδωνι Γεωργιάδη από την εβραϊκή κοινότητα

Ας κάνουμε και άλλους αντισημίτες να ντρέπονται για τον αντισημιτισμό τους


του Άκη Γαβριηλίδη

Η δημόσια δήλωση συγνώμης του Αδώνιδος Γεωργιάδη προς την εβραϊκή κοινότητα για την αντισημιτική ρητορεία που χρησιμοποίησε στο παρελθόν, είναι το ισχυρότερο πλήγμα που έχει δεχθεί ο διάχυτος ρατσισμός της νεοελληνικής κοινωνίας μετά την ανάδυση του «πατριωτισμού της αλληλεγγύης» (υιοθετώ εδώ τον όρο του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη) σε σχέση με την υποδοχή των Σύρων προσφύγων. Και εξίσου όσο και εκείνη, προσφέρεται για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον νεολληνικό ρατσισμό, αλλά και αντιρατσισμό.

Για το πρώτο: η δήλωση αυτή αποτελεί πλήγμα διότι, πρώτα απ’ όλα, είναι μία αρκετά σπάνια ενέργεια στο πολιτικό τοπίο της Ελλάδας. Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας Έλληνας πολιτικός –ή και μη πολιτικός, εδώ που τα λέμε- βγήκε δημόσια και αναθεώρησε μία στάση που είχε ακολουθήσει με ιδιαίτερη επιμονή επί πολλά χρόνια και η οποία ουσιαστικά είχε διαμορφώσει τη φυσιογνωμία του. Ακόμα και το αρκετά μακρινό πλέον mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου, αφορούσε μία στιγμιαία ήσσονος σημασίας απόφαση. Ένας Ανδρέας χωρίς Νταβός, είναι πάντα ο Ανδρέας. Ένας Άδωνις μη αντισημίτης όμως είναι ένας άλλος Άδωνις.

Αυτή η μεταστροφή αποκτά επιπλέον μεγαλύτερη αξία σε μια χώρα όπου η δήλωση μετανοίας, σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υπήρξε συνώνυμο του εξευτελισμού και της παραίτησης· ένα «τρόπαιο» που αποτέλεσε επί δεκαετίες επίδικο αντικείμενο της πιο λυσσώδους πολιτικής (αλλά και στρατιωτικής) αντιπαράθεσης και έδωσε αφορμή για τη δημιουργία τερατωδών και μαζικότατων μηχανισμών διοικητικής καταστολής. Η δε πραγματοποίηση τέτοιας δήλωσης βιώθηκε συχνά ως κάτι τρομερά επαίσχυντο και ταπεινωτικό, ένας οιονεί πολιτικός θάνατος.

Σε ένα τέτοιο φόντο, η αυτόβουλη και χωρίς καμία πίεση δημόσια δήλωση αναθεώρησης της προηγούμενης κοσμοθεωρίας αποκτά μεγαλύτερη αξία, το δε ρήγμα και η σύγχυση που προκαλεί στο μέχρι τώρα συμπαγές αντισημιτικό στρατόπεδο είναι αξιοσημείωτη.

Αυτό τώρα το οποίο προσφέρεται για συμπεράσματα, είναι η τρομερή δυσπιστία και απόρριψη η οποία εκφράστηκε από πολλούς στα κοινωνικά μέσα για τη δήλωση αυτή, και ειδικότερα για την «ειλικρίνειά» της.

Η δυσπιστία αυτή αποτελεί φυσικά έκφραση μίας γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Οι άνθρωποι –ασφαλώς για υπαρκτούς και κατανοητούς λόγους- έχουν πλέον πολύ λίγα αποθέματα υπομονής και κατανόησης, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ο ένας στον άλλο, αλλά με την πρώτη ευκαιρία εκρήγνυνται, ή απλώς παραμένουν κουμπωμένοι και αρνούνται να αφεθούν και να πιστέψουν σε κάτι.

Αυτή είναι η συγκυριακή και «διαθετική» περιγραφή της δυσκολίας. Η πιο μόνιμη και μεθοδολογική της διατύπωση όμως είναι η επίμονα εδραιωμένη, και πριν την κρίση, ουσιοκρατία, και ο ιδεαλισμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν όλοι τις πολιτικές αποφάνσεις, παραγνωρίζοντας σκανδαλωδώς τον επιτελεστικό χαρακτήρα τους και εμμένοντας σε έναν δυισμό λόγων και έργων.

Ο ιδεαλισμός αυτός εκδηλώνεται ως μανιώδης διερώτηση περί του «αληθούς περιεχομένου» κάθε δήλωσης, και εν προκειμένω ως διερώτηση περί του αν ο δηλών «έχει πραγματικά μεταμεληθεί» ή το κάνει μόνο «για να κερδίσει ψήφους». Εάν συμβαίνει το δεύτερο, η αυτονόητη συνεπαγωγή είναι ότι πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στη δήλωση αυτή, ως άλλοι Οδυσσείς απέναντι στο τραγούδι των Σειρήνων, και να συνεχίσουμε την μοναχική μας πορεία απαράλλαχτη όπως και πριν.

Η προσέγγιση αυτή είναι μία πολιτικά αυτοκτονική ένδειξη αναλφαβητισμού. Τα λόγια –ιδίως οι πολιτικές δηλώσεις- δεν είναι ποτέ χωρίς συνέπειες, όπως έχω γράψει και στο παρελθόν με άλλη αφορμή. Η αποτελεσματικότητα των πολιτικών –και των μη πολιτικών εξάλλου- λεκτικών πράξεων δεν εξαρτάται από την ειλικρίνειά τους. Αυτήν άλλωστε είναι αδύνατο να τη γνωρίσουμε με βεβαιότητα, παρεκτός εάν είμαστε ο ψυχαναλυτής ή ο εξομολογητής του ενδιαφερομένου (μερικές φορές ούτε και τότε). Ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται, ακριβώς, για μία συγνώμη, η οποία είναι ένα από τα πιο τυπικά παραδείγματα επιτελεστικότητας.

Δεν αποκλείεται, πράγματι, τα εσώτερα κίνητρα αυτής της συγκεκριμένης συγνώμης του Γεωργιάδη να είναι η επιθυμία του να κερδίσει ψήφους. Και λοιπόν; Εάν είναι έτσι, τόσο το καλύτερο: νικήσαμε! Αυτό δείχνει ότι ο αντισημιτισμός έχει υποχωρήσει στην κοινωνία· φέρνει πλέον λιγότερες ψήφους απ’ όσες φέρνει η απάρνησή του.
Το αντίθετο θα σήμαινε αριστερή μελαγχολία και συντηρητισμό: όποιος υπήρξε μέχρι τώρα ρατσιστής, θα παραμείνει –και πρέπει να παραμείνει- για πάντα ρατσιστής· δεν θέλουμε να μετασχηματιστεί, γιατί τότε δεν θα μπορούμε να τον καταγγέλλουμε και να αναδεικνυόμαστε εμείς ως οι μόνοι συνεπείς αντιρατσιστές.

Βέβαια, ο χαρακτηρισμός της μελαγχολίας αυτής ως «αριστερής» είναι συζητήσιμος. Διότι υπάρχουν διάφορα άτομα και χώροι τής (εξωκοινοβουλευτικής ιδίως) αριστεράς, οι οποίοι βαρύνονται με αρκετές –για να το πούμε κομψά- ατυχείς διατυπώσεις σχετικές με τους Εβραίους, και οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έκαναν κάποια χειρονομία ανάλογη με του Γεωργιάδη, έστω και ανειλικρινή.

Από την άποψη της αντιρατσιστικής πολιτικής, λοιπόν, η συγνώμη αυτή είναι μία σημαντική επιτυχία, και ένα εξαιρετικό εργαλείο για τη συνέχιση της προσπάθειας. Ακόμη και αν ευσταθεί το σενάριο ότι ο συγκεκριμένος «από μέσα του» παραμένει αντισημίτης, είναι θαυμάσιο νέο ότι παραμένει, ακριβώς, από μέσα του και ντρέπεται να το δηλώσει και απ’ έξω. Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να απορρίπτουμε και να λογοκρίνουμε τη δήλωσή του στη βάση της «ασυνέπειάς» της με προηγούμενες δηλώσεις. Αντιθέτως, έχουμε κάθε λόγο να αξιοποιήσουμε αυτή την ένταση και την ασυνέπεια ως εργαλείο για να ξηλώσουμε το πλεκτό· για να κάνουμε και τους υπόλοιπους ρατσιστές να ντρέπονται για το ρατσισμό τους.


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Πώς ο ΣΥΡΙΖΑ ανέτρεψε το καθεστώς (των συνόρων) στην ΕΕ

Και με τα πόδια πλέον από Ουγγαρία Αυστρία!    Photo: Laszlo Balogh/Reuters

του Άκη Γαβριηλίδη*
Προχθές, σε ημιεπίσημο σάιτ του ΣΥΡΙΖΑ, αναρτήθηκε τοποθέτηση "πηγών" του κόμματος με τον τίτλο "Αυτά κάναμε για το προσφυγικό, τώρα αποδίδουν καρπούς".
Όπως φαίνεται και από τον τίτλο, το κείμενο είναι συνταγμένο στην άχαρη γλώσσα της εκλογικής λογιστικής: αξιοποιήσαμε τόσα κονδύλια, κάναμε αυτά, οι άλλοι δεν τα κάνανε ή δεν θα τα κάνουνε, είμαστε καλύτεροι, ψηφίστε μας.
Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα, ούτε έκπληξη. Η δουλειά των κομμάτων, και των «πηγών» τους, αυτή είναι, ιδίως σε περιόδους εκλογών. Και συνήθως είναι όντως άχαρη και πεζή. Ας κάνουν αυτοί τη δουλειά τους, και εμείς τη δική μας.
Κάτι λοιπόν που αντιθέτως αποτελεί πρόβλημα είναι ότι αυτή η αυτοεπαινετική εκλογική απαρίθμηση, ενώ προορίζεται να αναδείξει τα διάφορα καλά που έφερε η πολιτεία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, παραλείπει το κυριότερο.
Το παραλείπει βέβαια διότι, προφανώς, για τις «πηγές» αυτές (ή για το ακροατήριο που επιδιώκουν να πείσουν –πράγμα που είναι ουσιαστικά το ίδιο), αυτό το κυριότερο είναι πιθανότερο μάλλον να τρομάξει και να απωθήσει, παρά να φέρει ψήφους.
Γι’ αυτό ακριβώς είναι δική μας δουλειά να το αναδείξουμε.
Και αυτό είναι ότι η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, (όχι φυσικά από μόνη της, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες), συντέλεσε στην ανατροπή του καθεστώτος των συνόρων στην ΕΕ, ενός καθεστώτος που ίσχυε ακλόνητο τα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια, και αυτές τις μέρες καταρρέει μπροστά στα μάτια μας. Δηλαδή στην ανατροπή του καθεστώτος στην ΕΕ tout court, εφόσον ένα καθεστώς κυριαρχίας δεν είναι τίποτα χωρίς τα σύνορά του.
Πώς συντέλεσε;
Για να το εξηγήσω αυτό, θα χρειαστεί να προσφύγω σε μια αναλογία από το χώρο του ποδοσφαίρου –έναν χώρο στον οποίο επίσης έχουν κρίσιμη σημασία οι έννοιες του συνδυασμού και της κίνησης.
Στο ποδόσφαιρο, ως γνωστόν, νικάει όποιος βάλει πιο πολλά γκολ. Στον καταμερισμό εργασίας μεταξύ των παικτών, αυτός που είναι κατεξοχήν επιφορτισμένος με αυτό το καθήκον είναι ο σέντερ φορ.
Εκτός από το να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, όμως, ο σέντερ φορ μπορεί να βοηθήσει την ομάδα του και κατά έναν άλλο τρόπο –στην τυποποιημένη γλώσσα της αθλητικογραφίας, αυτός ο άλλος τρόπος περιγράφεται με την έκφραση «να ανοίγει διαδρόμους για τους συμπαίκτες του».
Αυτό ακριβώς έκανε η κυβέρνηση Τσίπρα όλο το προηγούμενο εξάμηνο.
Αρκετοί σχολιαστές το διάστημα αυτό δικαιολογούσαν τη διαπραγματευτική της τακτική με την ερμηνεία ότι «προσπαθεί να κερδίσει χρόνο». Άλλοι, αυστηρότεροι, παρατηρούσαν ότι αυτό δεν είναι καλή ιδέα διότι «ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ του Τσίπρα». Στο φως των τωρινών εξελίξεων, μπορούμε να καταλάβουμε ότι, με την παρέλκυση αυτή, ο Τσίπρας δεν κέρδισε τόσο χρόνο, όσο χώρο. Με αυτή την κίνηση χωρίς τη μπάλα, παρέσυρε τους αμυντικούς της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης-φρούριο μακριά απ’ την περιοχή τους και εξάντλησε τις δυνάμεις τους. Έτσι, όταν ήρθαν επιτέλους οι «βάρβαροι», οι θεματο(/τερματο)φύλακες της λιτότητας και του ευρωκεντρισμού δεν είχαν άλλα όπλα για να τους αποτρέψουν∙ τα βέλη κατά των «τεμπέληδων και διεφθαρμένων μεσογειακών που θέλουν να κλέψουν την απόλαυση και να επωφεληθούν από τη σκληρή δουλειά των πειθαρχημένων βορείων» είχαν φθαρεί από την πολλή χρήση εναντίον της Ελλάδας, και ήταν φανερό ότι δεν μπορούν να πείσουν για δεύτερη φορά μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Έτσι, η ηγεσία της χώρας που κατεξοχήν βάσιζε όλον αυτόν τον καιρό την αδιαλλαξία της στη μονότονη υπόμνηση ότι «στην Ένωσή μας υπάρχουν κανόνες», αναγκάστηκε να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και να ανακοινώσει η ίδια δημόσια την αναστολή ενός συνόλου κανόνων του ενωσιακού δικαίου –και μάλιστα από τους πιο βασικούς στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική: του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ[1].
Στο παρελθόν, κατά την αρχή των διαπραγματεύσεων, είχα παραλληλίσει την τακτική των Τσίπρα/ Βαρουφάκη με εκείνη του Θεμιστοκλή απέναντι στους Πέρσες (ή/ και των Σκυθών, τους οποίους ο πρώτος αντέγραψε). Η κατάληξη των ίδιων των διαπραγματεύσεων ήταν ως γνωστόν καταστροφική: ήταν το κάψιμο και η λεηλασία της Αθήνας. Η άοπλη όμως εισβολή των Σύρων προσφύγων και η διέλευσή τους μέσα από την Ελλάδα, τη Μακεδονία, τη Σερβία και (μέχρι στιγμής) την Αυστρία, καθώς και η αναγγελία της άρσης του Δουβλίνου από τη Γερμανία, αυτό είναι η δική μας ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τα σενάρια και τα «πλάνα Β (Γ, Δ …)» φίλων και εχθρών είχαν οργανωθεί γύρω από την ενδεχόμενη εμφάνιση του Podemos στην Ισπανία ως συνέχιση της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ. Το Podemos μέχρι στιγμής δεν ήρθε, ήρθε όμως μία αντεπίθεση, μία νίκη της αυτονομίας της μετακίνησης, από εκεί που δεν το περιμέναμε (-νε).
Η εξάμηνη λοιπόν διαπραγμάτευση εξάντλησε τα πυρομαχικά και τα αποθέματα «σκληρότητας» της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία διαρκώς «κυνηγούσε» τον Τσίπρα και αυτός διαρκώς ξέφευγε. Στο τέλος τον έπιασε και τον φυλάκισε σε μια γραπτή συμφωνία, αλλά όταν ήρθαν οι Σύροι μετανάστες δεν την έπαιρνε να τους κυνηγήσει και να τους φυλακίσει κι αυτούς∙ έτσι μπόρεσαν να διαβούν.
Η νίκη αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την παραπάνω έννοια, δεν ήταν η εφαρμογή ενός σχεδίου ή η τήρηση μιας υπόσχεσης. Ήταν ένα αποτέλεσμα πολλαπλά επικαθορισμένο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, είναι σχεδόν ταυτολογία. Όπως λέγαμε και πρόσφατα, πάντοτε έτσι γίνεται: η πολιτική δεν είναι δουλειά μηχανικών, ούτε συμβολαιογράφων. Οι σημαντικότερες, και οι πιο ενδιαφέρουσες, πολιτικές εξελίξεις έρχονται χωρίς να τις έχουν σχεδιάσει ή, ίσως, χωρίς να τις συνειδητοποιούν οι φορείς τους.
Άλλωστε, εάν αποβλέψουμε στις υλικές πράξεις διαχείρισης της προηγούμενης κυβέρνησης, και στη λογική που προκύπτει από αυτές, διαπιστώνουμε ότι ο «σχεδιασμός» αυτός πράγματι συντονιζόταν με την κίνηση των προσφύγων και την ευνοούσε. Είναι προφανές ότι η πολιτική της Τασίας Χριστοδουλοπούλου ήταν –πιθανόν σιωπηρά, αλλά πάντως συνειδητά- να αφήνει τους Σύρους να περνάνε προς τη Μακεδονία. Η μέχρι τώρα υπουργός δεν εξέδωσε κάποιο σχετικό νόμο, ούτε το διακήρυξε δημόσια στις δηλώσεις της για τις οποίες μάλιστα δέχθηκε χλευασμό και ειρωνείες, αλλά στην πολιτική μερικά πράγματα γίνονται χωρίς να λέγονται. Η πρακτική τής μέχρι τώρα κυβέρνησης ήταν εκείνη που ανέστειλε πρώτη αυτή το Δουβλίνο, εφόσον το αχρήστευσε de facto αν και όχι de jure. Η Μέρκελ απλώς συνήγαγε το λογικό συμπέρασμα.
Το βασικό όμως είναι ότι, όποια και αν είναι η συμβολή τού ενός ή του άλλου, το 2015 ο τοίχος του Δουβλίνου έπεσε. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ούτε μπορούσαμε να τη φανταστούμε όσοι, στις αρχές της χιλιετίας, προσπαθούσαμε να σκεφτούμε και να δράσουμε, στο πλαίσιο ή στα περιθώρια των τότε Κοινωνικών Φόρουμ (ξεκινώντας από το «δίκτυο frassanito» και μετά με άλλες μορφές), με βάση τηναυτονομία της μετακίνησης. Σε όσους θυμόμαστε πόσο σκάνδαλο είχε προκαλέσει, στους κόλπους τής καθώς πρέπει αριστεράς, ανανεωτικής ή άλλης, η πρωτοφανής τότε ιδέα ότι η μετανάστευση είναι κίνημα, (η ίδια η μετανάστευση, όχι οι γηγενείς που συμπαρίστανται), και τι βρισίδια είχαμε φάει γι’ αυτήν, ας επιτραπεί να κοντοσταθούμε λίγο νιώθοντας μια στιγμή δικαίωσης.
Ούτε και σ’ αυτό όμως έχουμε την πολυτέλεια να χρονοτριβούμε. Ξέρουμε ότι ο ευρωπαϊκός ρατσισμός έχει βαθιές ρίζες, και δεν πρόκειται να χωνέψει τόσο εύκολα την ήττα του. Πριν προλάβουν να ανασυγκροτηθούν και να αντεπιτεθούν οι οπαδοί του, έχουμε να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς συνέβη/ συμβαίνει, να προωθήσουμε αυτή την κίνηση μέχρι εκεί που πάει, να κρατήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο ανοιχτό το ρήγμα, και να σκεφτούμε πώς μπορούμε να το αξιοποιήσουμε για να ανοίξουμε και άλλα ρήγματα στο νεοφιλελεύθερο φρούριο. Εφόσον έγινε δημόσια και πανηγυρικά παραδεκτό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν είναι γραμμένοι σε πέτρινες πλάκες, αλλά μπορούν να κάμπτονται, και ότι όσοι ζητούν χαλάρωση της αυστηρότητας και αναγνώριση δικαιωμάτων δεν είναι απαραίτητα χαραμοφάηδες, ούτε απειλή, αλλά μπορεί να είναι πλούτος και ευλογία, τότε ίσως η Σαλαμίνα μπορέσει να βοηθήσει να απελευθερώσουμε ξανά και την Αθήνα –ή έστω ένα μέρος της∙ και ίσως οι νέοι Σκύθες να μπορούν να ανταποδώσουν, εξίσου μετατοπισμένα και σιωπηρά, τη σιωπηρή βοήθεια που δέχθηκαν από τα «ξύλινα τείχη».
[1] Πράγμα που μεταξύ άλλων μας δείχνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης και η αναστολή του νόμου δεν είναι πάντοτε ταυτόσημη με τον αυταρχισμό και την καταπίεση.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Ήταν τελικά ο Τσίπρας ένας "λαϊκιστής" που "αθέτησε τις υποσχέσεις του";

του Άκη Γαβριηλίδη*
Μία πολύ διαδεδομένη αφήγηση για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, την οποία διακινούν με εμφανή απόλαυση και αίσθηση ανωτερότητας διάφοροι σχολιαστές από τα δεξιά και από τα αριστερά, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε και αποτελεί το «νέο ΠΑΣΟΚ», διότι ακολουθεί και αυτός την ίδια πορεία που διήνυσε εκείνο: κατέκτησε την εμπιστοσύνη του λαού με έναν ριζοσπαστικό λόγο που «χάιδευε αυτιά» και «μοίραζε υποσχέσεις», αλλά μόλις ανήλθε στην εξουσία άσκησε μία πολύ λιγότερο ριζοσπαστική πολιτική και δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις αυτές. Οι ίδιοι σχολιαστές σπεύδουν να διαγνώσουν, με εμφανή λύπη και σιωπηρή χαιρεκακία (ή το αντίστροφο), ότι εξ αυτού του λόγου έχει ήδη φτάσει, ή πρόκειται σύντομα να φτάσει, το «τέλος του ΣΥΡΙΖΑ».
Φυσικά όλα τα πράγματα, μεταξύ αυτών και οι κομματικοί σχηματισμοί, δεν είναι αιώνια. Νωρίτερα ή αργότερα, κάποια στιγμή παύουν να υπάρχουν. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος συλλογισμός έχει μία τουλάχιστον εμφανή ανακολουθία:

το ΠΑΣΟΚ πράγματι σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο των ποσοστών του στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σχημάτισε κυβέρνηση το 1981. Ωστόσο, εάν πράγματι υπήρξε «προδοσία» και «διάψευση των υποσχέσεων», αυτή δεν φαίνεται να επέφερε κανένα «τέλος» και καμία «διάλυση» του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα αυτό εξάντλησε την τετραετία, μετά επανεξελέγη για άλλη μία την οποία επίσης εξάντλησε, απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση με μεγάλη δυσκολία και για πολύ σύντομο διάστημα και παρέμεινε ενεργός και ισχυρός παράγων της πολιτικής ζωής για άλλες δύο δεκαετίες. Ακόμα και σήμερα είναι υπαρκτό κόμμα με εκπροσώπηση στη βουλή –αν και μικρή φυσικά.

Τι πρέπει να συμπεράνουμε από όλα αυτά; Μεταξύ άλλων ότι, όπως έχω ήδη υποστηρίξει και στο παρελθόν, ήρθε ο καιρός να πετάξουμε στα σκουπίδια τις έννοιες της υπόσχεσης και αποδοχής, δηλαδή την έννοια του συμβολαίου, ως εργαλεία για την κατανόηση της πολιτικής. Πρόκειται για ηθικ(ολογικ)ής και νομικής καταγωγής έννοιες που δεν μας βοηθούν να κατανοήσουμε πώς κινείται το πλήθος. Ήρθε επίσης ο καιρός να ξεφορτωθούμε και μία έννοια με μεγάλο παρελθόν στο λόγο ιδίως της αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων: την έννοια του αιτήματος, και τη σύλληψη του πολιτικού λόγου ως ενός «σχεδίου» το οποίο εν συνεχεία «υλοποιείται». Η πολιτική είναι αλλού∙ πολιτική δεν σημαίνει ότι κάποια κυρίαρχα υποκείμενα συναντώνται και αναθέτουν σε κάποιο άλλο, «ακόμα πιο κυρίαρχο» των πράξεων και των βουλήσεών του υποκείμενο, την «υλοποίηση» ή την «ικανοποίηση» κάποιων αιτημάτων τους (οπότε μετά εξαρτούν τη συνέχιση της υποστήριξής τους προς αυτόν από αυτή την υλοποίηση). Αυτό είναι το σενάριο της κλασικής αστικής πολιτικής φιλοσοφίας τού 17ου και 18ου αιώνα, βασισμένο στο μοντέλο της αγοράς και των συμβάσεων.

Ακόμα και με διάφορες αναπροσαρμογές, μαστορέματα και μπαλώματα περί «ιδανικών ομιλιακών καταστάσεων» ή περί «αλυσίδων ισοδυναμίας σημαινόντων» που προστέθηκαν στα τέλη τού 20ού, το σχήμα αυτό είναι απελπιστικά ανεπαρκές. Μπορεί να εξηγήσει μόνο την κανονικότητα, την ομαλότητα, τη λογοδοσία –δηλαδή την μη πολιτική. Η πολιτική δεν είναι επικοινωνία∙ ή πάντως δεν είναι, ούτε είναι δυνατό ή επιθυμητό να γίνει κάποτε, μια επικοινωνία βάσει κανόνων στην οποία όλα τα μηνύματα να είναι διαφανή, ελέγξιμα και χωρίς παραμορφώσεις. Πολιτική είναι αυτό που ξεφεύγει, που δεν σχεδιάζεται. Είναι ο θόρυβος, το παράσιτο. Πολιτικά ενδιαφέρον και γόνιμο είναι αυτό που αποδιαρθρώνει, όχι αυτό που εγκαθιδρύει καθησυχαστικές ισοδυναμίες.

Ίσως πει κανείς: ωραία, αλλά όλα αυτά είναι «θεωρητικά». Ακόμη και αν ευσταθούν, δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη διακηρύσσοντας ότι είναι κατά της λιτότητας, υπερψηφίστηκε γι’ αυτό, αλλά πάλι έχουμε λιτότητα. Δεν συνιστά αυτό ασυνέπεια; Και δεν υπάρχει κίνδυνος να κάνει τους ψηφοφόρους να σκεφτούν ότι «είναι όλοι ίδιοι» και έτσι να οδηγηθούν σε παραίτηση, απογοήτευση, αποστράτευση;

Η απάντησή μου σε αυτό είναι η εξής. Το ερώτημα αν το τάδε κόμμα ή ο τάδε πολιτικός «τήρησε τις υποσχέσεις του» ή «εξαπάτησε το λαό» είναι ένα ερώτημα που τίθεται από τη σκοπιά του πολιτικού συστήματος, όχι από τη σκοπιά του πλήθους. Το να δοθεί μια απάντηση σε αυτό ενδιαφέρει μόνο όποιον θέλει να βαθμολογήσει τους διάφορους μνηστήρες της εξουσίας για να βρει ποιος είναι ο πιο άξιος να κυβερνήσει. Και φυσικά, ακόμη περισσότερο, τους ίδιους τους μνηστήρες –όσους θα επιθυμούσαν να πείσουν ότι αυτοί είναι πιο συνεπείς, πιο αγωνιστικοί, πιο οργανωμένοι, ότι έχουν σχέδιο Β, Γ κ.λπ. ώστε να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη.

Από τη δική μας σκοπιά, όμως, το ερώτημα αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Για μας το κρίσιμο ήταν ότι η συγκεκριμένη «υπόσχεση» κυκλοφόρησε, τέθηκε στην κρίση των πολιτών και μάλιστα εγκρίθηκε. Ακόμη και αν δεν «υλοποιήθηκε», η έγκριση αυτή δεν ήταν μάταια. Ο λόγος επιφέρει αποτελέσματα όχι μόνο όταν «εφαρμόζεται», αλλά και όταν απλώς λέγεται.

Η διεξαγωγή των εκλογών και του δημοψηφίσματος, και τα αποτελέσματά τους, άξιζαν τον κόπο, ό,τι και αν έγινε μετά. Το τι θα γίνει μετά, εξαρτάται από μια απειρία παραγόντων, οι οποίοι είναι αστάθμητοι και δεν είναι στο χέρι κανενός να τους ελέγξει απόλυτα, ούτε καν στο χέρι του «κυρίαρχου». Ασχέτως τούτου, πάντως, με τη διαδικασία αυτή τέθηκε στον δημόσιο χώρο μία πολιτική επιθυμία η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε πουθενά∙ έγινε γνωστό ότι η πολιτική αυτή επιθυμία υπάρχει, και μάλιστα είναι πλειοψηφική. Και ότι, άρα, η οικονομική και γενικότερη πολιτική που εφαρμόζεται στην ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί δική της επιλογή, μάλιστα είναι αντίθετη προς τις επιλογές της: αποτελεί προϊόν αποικιακής επιβολής.
Κανείς τώρα δεν μπορεί να παριστάνει ότι δεν το ξέρει αυτό. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η πολιτική αυτή είναι ένα success story που σύντομα θα οδηγήσει στη σωτηρία, στην αποπληρωμή του χρέους και στην ανάπτυξη. Όλοι –όσοι δεν θέλουν να στρουθοκαμηλίζουν για διάφορους λόγους- δεν μπορούν να μην βλέπουν ότι είναι μια πολιτική που εφαρμόζεται με το ζόρι, χωρίς κανείς να πιστεύει σε αυτήν.

Ήταν αρκετό αυτό;

Ακόμη και αυτό το ερώτημα είναι εκτός θέματος. Για να δώσουμε μια απάντηση, πρέπει να προσδιορίσουμε εκ των προτέρων με σαφήνεια ένα κατώφλι, ένα κανονιστικό μέτρο με βάση το οποίο να κριθεί το αρκετό και το ανεπαρκές. Όπως επίσης –και κυρίως- ένα υποκείμενο για το οποίο να είναι επαρκές. Πάντως, αν πάρουμε ως σχετικό, περιγραφικό μέτρο σύγκρισης την αντίδραση του κόσμου, των ανθρώπων τους οποίους αφορά το σενάριο περί «ασυνέπειας» και «εξαπάτησης», μέχρι τώρα δεν έχουμε πολλές ενδείξεις ότι αυτοί «πέφτουν από τα σύννεφα» και προτίθενται να στραφούν προς κάποια άλλη πολιτική επιλογή επειδή υπέστησαν κάποια ματαίωση από τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.


Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget