Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέφανος Μιχιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέφανος Μιχιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Ένας άλλος δρόμος για το ΟΧΙ


Η ζωή είναι γεμάτη επιλογές   

Η ζωή είναι γεμάτη επιλογές. Μπροστά σ’ όσες θεωρούμε σημαντικές, αποφασίζουμε με βάση τις βαθύτερες αντιλήψεις μας για τη ζωή – και μετά ντύνουμε την απόφασή μας με ‘λογικά’ επιχειρήματα. Ενώ σ’ όσες δεν είμαστε έτοιμοι, φοβόμαστε κι ευχόμαστε να τις είχαν πάρει άλλοι.
του Στέφανου Μιχιώτη 

Η αναποτελεσματικότητα της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης επιβεβαιώνει την (αβάστακτη) αστειότητα, ανεπάρκεια, ελαφρότητα και προχειρότητα της ελληνικής πλευράς. Αστειότητα, γιατί δεν κατάλαβαν εγκαίρως αν τελικά στο Eurogroup υπάρχουν εταίροι ή ‘εταίρες’, αμνοί ή λύκοι. Ανεπάρκεια, γιατί δεν μπόρεσαν να φτιάξουν το Plan B, που να περιλαμβάνει ένα (εφικτό) σχέδιο διοικητικής και οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας. Ελαφρότητα, γιατί ξόδεψαν τρεις πολύτιμους πόρους (χρόνο, χρήμα και συναίσθημα), ξεκομμένοι από την κύρια πηγή δύναμής τους, τον κόσμο. Και προχειρότητα, γιατί δεν εκτίμησαν εγκαίρως ότι το (διαπραγματευτικό) δημοψήφισμα θα εξελισσόταν σε ‘μητέρα των μαχών’ για κάποιους, ούτε προετοιμάστηκαν κατάλληλα για τα side effects του, που φτάνουν μέχρι τον διχασμό. 

Όμως, απ’ όλα αυτά τα ελλείμματα και τα λάθη, προέκυψαν και μερικά καλά. Οι ‘λύκοι’ αναγκάστηκαν να βγάλουν την ‘δημοκρατική’ προβιά τους και να δείξουν τα δόντια της επιβολής τους. Τα πολιτικά ρετάλια (ΝΔ + ΠΑΣΟΚ) συντάχθηκαν σε κοινό μέτωπο με τα κανάλια και τις ‘εφεδρείες’ του συστήματος, που ξέχασαν τα περί ανανέωσης της πολιτικής και ουδετερότητας των θεσμών. Και το σημαντικότερο, εκ των πραγμάτων τέθηκε το πραγματικό δίλημμα: ‘με την κοινωνία ή με το ευρώ;’, που αντανακλά τις δυο διαφορετικές φιλοσοφίες και πρακτικές, που συγκρούονται την Κυριακή. 


Η μια στηρίζεται σε μια οικονομική (οικονομίστικη) βάση και μετρά την επιτυχία κι ευτυχία του ανθρώπου με βάση τις οικονομικές του συναλλαγές – άλλοτε σαν υποκείμενο κι άλλοτε σαν αντικείμενο. Εκεί το μέσο (το νόμισμα) έχει κυρίαρχη συμβολική θέση. Δεν είναι τυχαίο ότι η κεντρική προπαγάνδα του ‘ναι’ περιλαμβάνει σαν βασικό σύνθημα το ‘ναι στο ευρώ’ κι ότι ο φόβος που εκπέμπουν τα κανάλια αφορά την έλευση ενός ταμειακού αρμαγεδώννα – γιατί ο οικονομικός είναι ήδη εδώ, πέντε χρόνια τώρα. 


Από την άλλη, υπάρχει μια – διόλου τυχαία - πανσπερμία διαφορετικών λόγων, για τους οποίους διαφορετικοί άνθρωποι, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες και αναγνώσεις της πραγματικότητας (ανθρωπιστική, πολιτισμική, ιστορική, πολιτική, δημιουργική, κλπ), φτάνουν στον κοινό τόπο του ‘όχι’. Συνειδητοποιούν ότι η ευθύνη για το μέλλον των παιδιών τους είναι σημαντικότερη από την ταλαιπωρία τους στα ΑΤΜ (που άλλωστε, εδώ και πολύ καιρό έχουν μειούμενο ή και μηδενικό απόθεμα). 


Το ‘όχι’ μοιάζει να αναδύεται μέσα από το χάος, όπου βρίσκεται η ελληνική κοινωνία, σαν ένας νέος ελκυστής. Ακουμπά και υπενθυμίζει ό,τι πιο βαθύ υπάρχει μέσα μας: προσωπική αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη για τον συνάνθρωπο, αντίσταση στην επιβολή, δικαίωμα στην έκφραση, παράδοση και κουλτούρα αξιών. Και μας επαναπροσανατολίζει από την περι-ουσία στην ίδια την ουσία της ύπαρξης.


Την Κυριακή δεν έχουμε εκλογές για βουλή και κυβέρνηση, όπως πολλοί λένε. Δεν ψηφίζουμε για να ρίξουμε την παρούσα κυβέρνηση – παρ’ όλο που ίσως θα της άξιζε - ούτε για να ξαποστείλουμε (μια και καλή) τους προηγούμενους διαχειριστές. Άλλωστε, μερίδιο ευθύνης στην καταστροφή έχουμε όλοι μας, μ’ αυτά που κάναμε και ανεχτήκαμε και με τ’ άλλα που παραλείψαμε να κάνουμε. 


Την Κυριακή έχουμε μια ευκαιρία, ίσως τελευταία, να σταθούμε όρθιοι, σαν πρόσωπα και σαν έθνος, μετά από πολλές δεκαετίες. Και να βαδίσουμε άφοβα προς μια άλλη κατεύθυνση: ν’ αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας και την σχέση μας με τους εντολοδόχους μας, προκειμένου να τ’ αλλάξουμε. Άλλωστε, πραγματικός φόβος δεν υπάρχει. Η κυβέρνηση έχει διαμηνύσει καθαρά ότι μέσα σε 48 ώρες από την Δευτέρα, θα συμφωνήσει ούτως ή άλλως σ’ ένα τρίτο ‘πρόγραμμα βοήθειας’ (μνημόνιο) – μ’ αυτόν ή μ’ άλλον πρωθυπουργό. 


Κι αυτό, παραδόξως, αντί να μας απογοητεύει, μας απελευθερώνει διπλά. Γιατί το ‘όχι’ δεν είναι απλώς η επανακαταδίκη της αναξιοκρατίας, των σκανδάλων και της ρουφιανιάς του παρελθόντος. Ούτε είναι εμπιστοσύνη στη σημερινή κυβέρνηση, που (πιθανώς) θα τη ‘πουλήσει’.


Το ‘όχι’ μπορεί να γίνει ένα ακηδεμόνευτο σύμβολο για την ανασυγκρότηση της εθνικής και πολιτισμικής μας ταυτότητας. Ένα πρώτο βήμα για την ανάκτηση της προσωπικής μας ευθύνης και αξιοπρέπειας. 


ΥΓ. Και κάτι τελευταίο. Αυτό που προκύπτει από την (ευτυχώς) σύντομη προ-δημοψηφισματική περίοδο είναι ότι σαν λαός δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να συζητάμε, ούτε ανεχόμαστε το διαφορετικό κι εκείνο που αμφισβητεί τις αντιλήψεις και τις πρακτικές μας. Κι ας είναι (αποδεδειγμένα) ο καλύτερος σύμμαχός μας σε μια πορεία βελτίωσης, προσωπικής και κοινωνικής. Αντιθέτως, πολύ εύκολα και άκριτα στοιχιζόμαστε σε ομάδες και αναπαράγουμε τον διχασμό. Γι αυτό και είμαστε πολύ εύκολα διαχειρίσιμοι, σκέτα sitting ducks.


Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Ν.Μαραντζίδης reloaded (#ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες)

Επίθεση από "ελβιέλες" καταγγέλλει ο Μαραντζίδης (efsyn.gr)
Ο διάβολος κρύβεται 
στις λεπτομέρειες

του Στέφανου Μιχιώτη*

Όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε αμερόληπτοι, ανοικτοί και αντικειμενικοί στη κρίση μας, κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει. Τις περισσότερες φορές σπεύδουμε χωρίς πολλή σκέψη, σχεδόν αντανακλαστικά, να πάρουμε θέση για ένα θέμα, να κολλήσουμε ετικέτα σε κάποιον που έχουμε απέναντί μας ή να βγάλουμε προκαταβολικά ‘συμπέρασμα’ για το τι πρόκειται να συμβεί. 
Και το κάνουμε στηριζόμενοι στις βαθύτερες αντιλήψεις και πεποιθήσεις μας. Αυτές, που έχουν βαθμιαία σχηματιστεί από τις εμπειρίες της ζωής μας, αλλά και έχουν με τη σειρά τους σχηματίσει το βασικό μοτίβο της προσωπικής μας αφήγησης, της ιστορίας που επαναλαμβάνεται σαν καμβάς, πάνω στο οποίο εμείς κάθε φορά προσθέτουμε πινελιές λεπτομερειών.
Αυτό γίνεται σύμφωνα με μια διαδικασία βρόγχου, που περιγράφηκε από τον Chris Argyris και τον Peter Senge ως Ladder of Inference (Σκάλα της συμπερασματικής αντίληψης) και οδηγεί σ’ ένα κλειστό σύστημα: «Αυτό που πιστεύουμε είναι η αλήθεια – η αλήθεια είναι προφανής – τα δεδομένα που έχουμε (και βασιζόμαστε) είναι αληθή». Επί της ουσίας, τα μόνα ερεθίσματα που επιτρέπουμε να εισέλθουν στο σύστημα των αντιλήψεών μας είναι όσα επιβεβαιώνουν το ήδη υπάρχον κυρίαρχο μοτίβο. Με τον τρόπο αυτό, οι πεποιθήσεις μας λειτουργούν ως φίλτρο αποκλεισμού οποιουδήποτε (νέου) στοιχείου τις αντιβαίνει, διατηρώντας το σύστημα σταθερό και απαραβίαστο.
Γι αυτό και σπανίως (κυρίως μετά από ένα μεγάλο σοκ) αμφισβητούμε τον πυρήνα των αντιλήψεών μας. Μπορούν όμως να το κάνουν οι άλλοι, που βλέπουν και ερμηνεύουν τα πράγματα διαφορετικά από μας. Και τότε εμείς, προκειμένου να τον διατηρήσουμε συνεκτικό, παίρνουμε θέση υπέρ ή κατά όσων ισχυρίζονται, στη βάση της μη-απειλής  για τις απόψεις μας. Ή επιλέγουμε μόνο εκείνα τα στοιχεία ή γεγονότα που τις επιβεβαιώνουν, απορρίπτοντας τα άλλα. Η διαδικασία αυτή γίνεται αυτόματα, λειτουργεί σε μη-συνειδητό επίπεδο κι επομένως είναι πανίσχυρη μέσα μας.
Μοναδικοί μας σύμμαχοι σε τέτοιες περιπτώσεις για να ξεφύγουμε από τον φαύλο κύκλο που δημιουργούμε, είναι αρχικά η αναζήτηση κάποιων λεπτομερειών που ‘δεν κολλάνε’ με το κυρίαρχο μοτίβο (γιατί ως γνωστό, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες) και κατόπιν το πειθαρχημένο αν και επώδυνο ξετύλιγμά τους.

Τα αναφέρω όλα αυτά εξαιτίας του μεγάλου δημοσιογραφικού και πολιτικού ντόρου που έγινε τελευταία για τον ξυλοδαρμό του Ν. Μαραντζίδη, αναπληρωτή Καθηγητή  του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, συγγραφέα και αρθρογράφου. Αν και ο Μ. ήταν ήδη γνωστός για το πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό του έργο, με θέμα τον κομμουνισμό και τα γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου, καθώς και από τα άρθρα του στην Καθημερινή, προσωπικά δεν τον γνώριζα. Αφού λοιπόν διάβασα αρκετά από όσα γράφτηκαν πρόσφατα και στο παρελθόν (για το συμβάν και το έργο του), μπήκα στον πειρασμό να μάθω περισσότερα για τον άνθρωπο Μαραντζίδη.

Περιέργως όμως, αυτά που βρήκα στο διαδίκτυο ήταν ελάχιστα κι έτσι παρατήρησα μερικές λεπτομέρειες, που συνήθως διαλανθάνουν της προσοχής, αλλά εν προκειμένω αμφισβητούν την εγκυρότητα των αναλύσεων του Μ., τουλάχιστον των πολιτικών. Κι επειδή κάτι τέτοιο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με μια διήμερη έρευνα, τις δημοσιοποιώ ελπίζοντας  σε γόνιμο διάλογο ή έστω τεκμηριωμένο αντίλογο.

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα αφορά την ακαδημαϊκή του πορεία, όπως αυτή προκύπτει από το επίσημο βιογραφικό του. Γεννημένος το 1966, σπούδασε Κοινωνιολογία και Πολιτική Επιστήμη στο Παρίσι. Το 1990 πήρε το πρώτο του πτυχίο σε ηλικία 24 ετών και μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια (1991 - 94) πήρε δύο μεταπτυχιακούς τίτλους (το 1991) και ένα διδακτορικό με θέμα την μελέτη του κομμουνισμού. Δύο χρόνια αργότερα (1996) προσελήφθη ως διδακτικό προσωπικό (407) στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, που όμως δεν είχε ακόμα αρχίσει να δέχεται φοιτητές. Το Πα.Μακ. ξεκίνησε να λειτουργεί κανονικά το 1998 και ο Μ. ήταν από τα πρώτα μέλη ΔΕΠ, ως λέκτορας στο Τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών. Το 2002 ανέβηκε στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και δύο χρόνια αργότερα έγινε αναπληρωτής.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο (φρενήρης) ρυθμός της ακαδημαϊκής του εξέλιξης. Ακόμα  πιο εντυπωσιακή είναι η (ορατή διά γυμνού οφθαλμού) ανυπαρξία κάθε είδους εμποδίου στην ακαδημαϊκή – επαγγελματική εξέλιξή του την περίοδο 1994-2002. Λες και κάποια (αόρατη) χειρ του άνοιγε (διαρκώς) δρόμους, εκεί ακριβώς που τόσοι άλλοι, επίσης ικανοί επιστήμονες, ‘έτρωγαν πόρτα’.  Μια τέτοια υπόθεση ενισχύεται και από το (συμπτωματικό;) γεγονός ότι το 2007 υπέγραψε, μαζί με άλλους πανεπιστημιακούς, «Δήλωση στήριξης της υποψηφιότητας του Ευάγγελου Βενιζέλου» για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ. Κι εφόσον είναι βάσιμη, τότε αυτομάτως δημιουργούνται ερωτηματικά για την επιστημονική και ερευνητική αμεροληψία (κι επομένως εγκυρότητα) του έργου του.
Τα επόμενα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση υπάρχουν σε μια πρόσφατη πολιτική επιφυλλίδα του, με τίτλο «Αλέξη φέρνεις ‘80s». Προσπαθώντας να αποδείξει ότι «η γενιά του μεγάλωσε μέσα σ’ ένα συνονθύλευμα μύθων, ημιμάθειας και εξυπνακισμού», περιέγραφε, σε πρώτο πρόσωπο και με έντονα ειρωνικό ύφος, τις συνήθειες του ίδιου και των φοιτητών στα ελληνικά πανεπιστήμια της δεκαετίας του 80: διαρκείς καταλήψεις και άφθονο ...

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget