
του Σωτήρη Λεβέντη
Ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής:
ούτε στην Ελλάδα, ούτε στη Μέση Ανατολή, ούτε στη Δυτική Ευρώπη, ούτε στο ίδιο το Ισραήλ.
Οφείλουμε όμως να ξεχωρίσουμε κάτι:
Ότι σε κάποιες χώρες η έλλειψη δημοτικότητάς του έχει να κάνει με συγκεκριμένες πολιτικές που έχει ακολουθήσει, ενώ σε άλλες με το ότι απλά τυχαίνει να είναι ο σημερινός πρωθυπουργός του Ισραήλ και μόνο.
Ακόμα και για τους φίλους του Ισραήλ είναι επιβεβλημένη η κριτική σε έναν τόσο σκληρά εθνικιστή πολιτικό, στην κυβέρνηση του οποίου συμμετέχουν δυνάμεις όπως το Γισραέλ Μπετάινου, το κόμμα του ακροδεξιού Αβιγκντόρ Λίμπερμαν.
Όμως, στη δεδομένη στιγμή, όταν ο κ. Νετανιάχου επισκέπτεται μία χώρα, δεν το κάνει σαν πρόεδρος του Λικούντ αλλά σαν πρωθυπουργός του Ισραήλ.
Η Ελλάδα παραδοσιακά επιδεικνύει μία αμφιθημία απέναντι στο Ισραήλ, που ενίοτε ακουμπά την εχθρότητα.
Καταψήφισε στον ΟΗΕ την ιδρυτική του πράξη, παρά τις σημαντικές πιέσεις που δέχθηκε από τις ΗΠΑ, εν μέσω εμφυλίου πολέμου.
Μόνο στη δεκαετία του 90 προχώρησε σε πλήρη αναγνώριση του Ισραήλ.
Σήμερα όμως έχουν αναγνωρίσει, τόσο η επίσημη ελληνική πολιτεία, όσο και τα περισσότερα ελληνικά κόμματα, το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει. Και όχι απλά να υπάρχει, αλλά και να απολαμβάνει ασφάλεια στο έδαφός του.
Ανάμεσα στους Έλληνες είναι γεγονός ότι υπάρχει ακόμα αρκετός αντισημιτισμός.
Ο αντισημιτισμός μεταξύ των ελλήνων είναι πιο διάχυτος απ' ό,τι αναγνωρίζεται, και στιγματίζει ακόμα και μέρος της αριστεράς.
Προφανώς δεν προέρχεται τόσο από προαιώνιους ανταγωνισμούς μεταξύ δύο εμπορικών λαών της Μεσογείου (οι επιδέξιοι περί τα της αγοράς Αρμένιοι δεν έγιναν ποτέ αποδέκτες ιδιαίτερης έχθρας από τους Έλληνες), όσο από το ότι έλληνες και εβραίοι ακολουθούν διαφορετικές θρησκείες αλλά και από το ότι οι εβραίοι του ελλαδικού χώρου δεν έκρυψαν ότι προτιμούσαν να ανήκουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρά σε μία χριστιανική χώρα.
Κάποια επιπλέον τροφή στον αντισημιτισμό έδωσε τα τελευταία 50 χρόνια η ταύτιση του Ισραήλ με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας βέβαια δεν μπορεί να καθορίζεται από το τι πρέσβευαν τα μέλη μιας μειονότητας πριν από 100 και από 200 χρόνια, ή από θεολογικές διαφορές που έχουν χάσει την αιχμηρότητά τους εδώ και αιώνες.
Έτσι, η επιφυλακτική στάση της επίσημης Ελλάδας για μακρύ χρονικό διάστημα απέναντι στο Ισραήλ εκπορευόταν από τις πολύ καλές σχέσεις της χώρας μας με ολές τις αραβικές χώρες αλλά και από την άτυπη συμμαχία του Ισραήλ με την Τουρκία.
Σήμερα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά, καθώς οι σχέσεις της Ελλάδας με τις αραβικές χώρες παραμένουν πολύ καλές, αλλά για την εξωτερική πολιτική των ίδιων των αραβικών χωρών η εχθρότητα προς το Ισραήλ δεν είναι ο ακρογωνιαίος λίθος που ήταν κάποτε.
Κάποιες από αυτές έχουν προχωρήσει σε εξομάλυνση των σχέσεων μαζί του, ενώ οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αναζητούν ευκαιρία για να κάνουν το ίδιο.
Εν τω μεταξύ, οι σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία περνάνε από σοβαρή δοκιμασία, με αβέβαιη εξέλιξη.
Παραδόξως, οι έλληνες ξέρουν λίγα για το Ισραήλ.
Αν και ξέρουν αρκετά για την καταπίεση που ασκεί στους Παλαιστίνιους, δεν ξέρουν παρά ελάχιστα για τους φόβους του Ισραήλ.
Φόβοι που συντηρούνται από μια μακρυά ιστορία τρομοκρατικών ενεργειών εναντίον του.
Ενώ όλοι γνωρίζουν για τις αντιδράσεις του στο Λίβανο, στη Γάζα και αλλού, αντιδράσεις σκληρές, ανισοβαρείς και εντέλει ακραίες, οι περισσότεροι έλληνες δεν γνωρίζουν για τις ρουκέτες κασσάμ που προσγειώνονται σε πολλά ισραηλινά σπίτια, ιδίως σε αυτά που είναι κοντά στη Γάζα ή στο Νότιο Λίβανο.
Η άνοδος του κ. Νετανιάχου στην εξουσία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανασφάλεια που εξακολουθεί να νοιώθει το Ισραήλ.
Για το συνεχιζόμενο αδιέξοδο στην περιοχή βέβαια έχει πολύ μεγάλες ευθύνες και το ίδιο το Ισραήλ, με κάθε πράξη βίας, είτε από τη μία πλευρά, είτε από την άλλη, να τροφοδοτεί εκ νέου τη βία.
Γεγονός είναι ότι οι σκληροί και των δύο πλευρών, είτε η Χαμάς και οι προστάτες της, είτε οι ακραίοι Ισραηλινοί που θέλουν όλη την παλιά Παλαιστήνη δική τους, θρέφουν οι μεν τους δε. Και ο κ. Νετανιάχου μόνο μαλακός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Στους κύκλους της αριστεράς, τόσο στη χώρα μας, όσο και σε όλον τον κόσμο, πολλοί είδαν το Ισραήλ με συμπάθεια, η οποία δεν έχει εξαντληθεί.
Οι επιτυχίες της πολεμικής μηχανής του, ιδίως το 1948, απέσπασαν γενικότερο θαυμασμό.
Το Ισραήλ του 2010 βέβαια έχει αρκετές συνέχειες με το Ισραήλ του 1948, αλλά έχει και σημαντικές διαφορές.
Παραμένει το πιο οργανωμένο κράτος στην περιοχή, και αυτό με το ψηλότερο βιοτικό επίπεδο.
Οι επιτυχίες του δεν οφείλονται μόνο στη χρηματοδότηση από εβραίους της Αμερικής, αλλά και στο ότι το Ισραήλ οικοδομήθηκε σαν δυτικό κράτος, βάσει δυτικής ιδεολογίας και δυτικού πολιτισμού.
Ταυτόχρονα όμως, έχουν χαθεί πολλές από τις υποσχέσεις που το Ισραήλ αρχικά προσέφερε, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το πείραμα των κιμπούτς, τα περισσότερα από τα οποία έχουν γίνει πια αγνώριστα.
Η σύγχρονη αριστερά δεν βλέπει με πολλή συμπάθεια τα εθνικά κράτη, ιδίως αυτά που προτάσσουν την αποκλειστικότητά τους.
Βλέπει όμως με ακόμα λιγότερη συμπάθεια τα κράτη και τα μορφώματα που βασίζονται στη θρησκευτική αποκλειστικότητα.
Η κριτική στον κ. Νετανιάχου και η αντίθεση στις πολιτικές που ακολουθεί είναι απολύτως δικαιολογημένη για κάθε αριστερό, οπουδήποτε στον κόσμο.
Τα ερωτηματικά για το κατά πόσον είναι σκόπιμο να επισκεφθεί τη χώρα μας στη δεδομένη χρονική στιγμή είναι και αυτά εύλογα.
Αυτό που δεν είναι καθόλου δικαιολογημένο είναι η αντίληψη ότι πρωθυπουργός του Ισραήλ δεν έχει δικαίωμα να επισκεφθεί την Ελλάδα, απλά και μόνο επειδή είναι πρωθυπουργός του Ισραήλ.