του Χρήστου Μπαξεβάνη*
Η πολυεπίπεδη κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ανέδειξε μεταξύ άλλων το αίτημα για ριζική ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και την ανάγκη για τη διατύπωση μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.Χρειάστηκαν μόλις τρία χρόνια κρίσης και τρία μνημόνια προκειμένου οι λέξεις και οι έννοιες που μας επέτρεπαν μέχρι πρότινος να αυτοτοποθετούμαστε στον πολιτικό χάρτη, να έχουν χάσει την παραδοσιακή νοηματική τους αξιοπιστία και η σταθερότητας ενός γενικά αποδεκτού πολιτικού λεξιλογίου να δώσει τη θέση της στην αμηχανία του τι μπορεί να σημαίνει στην παρούσα συγκυρία Δεξιά και Αριστερά.
Στην εποχή του μνημονίου δεν ξέρουμε πραγματικά αν σκεφτόμαστε και πράττουμε ως "δεξιοί" ή ως "αριστεροί", δεν ξέρουμε πώς να κατατάξουμε εμάς ή τους άλλους.
Η ανανέωση, ωστόσο, του πολιτικού συστήματος και η διαμόρφωση μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής πολιτικής πρότασης δεν μπορεί να αφορά μόνο την αντιπροσωπευτικότερη εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία ή τον σχηματισμό συμμαχικών κυβερνήσεων στην κατεύθυνση της σύνθεσης συγγενών πολιτικών δυνάμεων, ιδίως υπό το βάρος της τρέχουσας κρίσης. Αντίθετα, πρόκειται για έναν ευρύτερο πολιτικό μετασχηματισμό και μια ριζική ανανέωση του πολιτικού σκηνικού που θα βασίζεται σε μια διαλεκτική σύνθεση (και όχι απλώς σύγκλιση) ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό.
Ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός συνιστούν ανταγωνιστικές πνευματικές και πολιτικές παραδόσεις που αναμετρήθηκαν συχνά στην ιστορία των ιδεών και ως εκ τούτου η συνάφεια ανάμεσά τους, αρχικώς μπορεί να φαίνεται παράδοξη, ιδίως στους επαγγελματίες των ιδεολογιών και τους πολιτικούς γραφειοκράτες, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να μοιράσουν ιδεολογικά και πολιτικά οικόπεδα χαράσσουν ανυπέρβλητες διαχωριστικές γραμμές, βάζουν αυστηρά σύνορα και εμφανίζουν τον «άλλο» ως «απόλυτο κακό».
Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τόσο ο σοσιαλισμός, όσο και ο φιλελευθερισμός, ως επίγονοι της παράδοσης του Διαφωτισμού, εμφανίζουν κοινές πολιτικές καταβολές και παράλληλες ιστορικές διαδρομές, αμφότεροι προσανατολισμένοι στη χειραφέτηση του ατόμου και στην άρση των διακρίσεων. Μπορεί φυσικά κάτι τέτοιο να μην είναι αρκετό για να καταδείξει την υποστηριζόμενη συνάφειά τους, είναι όμως αφετηρία για την αναζήτησή της.
Η φιλοδοξία μια τέτοιας σύνθεσης είναι να συνδυάσει, σύμφωνα με τον Ν. Bobbio, τους στόχους του σοσιαλισμού για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη με τις αρχές και τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η σύνθεση, ωστόσο, των δύο ρευμάτων δεν συνίσταται απλώς και μόνο σε ένα εκλεκτικό άθροισμα ανάμεσα στα καλύτερα στοιχεία των δύο ιστορικών ιδεολογιών.
Αντίθετα, σημαίνει ποιοτική αλλαγή και πέρασμα σε ένα άλλο ποιοτικό επίπεδο που δεν υπήρξε ποτέ πριν. Πρόκειται κατ’ ουσία για μια βαθειά διαδικασία ανα-σύνθεσης της πολιτικής που θα ξεπερνά το παραδοσιακό δίπολο Δεξιάς-Αριστεράς και θα υπερβαίνει τόσο την παλαιού τύπου σοσιαλδημοκρατία, όσο και τον νεοφιλελευθερισμό.
Σύμφωνα με την θεωρία «του αποκλεισμού του Τρίτου», ο πολιτικός χάρτης είναι χωρισμένος σε δύο μόνο μέρη, όπου το ένα αποκλείει το άλλο και τίποτα δεν μεσολαβεί μεταξύ τους. Σύμφωνα με τη θεωρία «της συμμετοχής του Τρίτου», μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς μεσολαβεί ένας χώρος που δεν ανήκει ούτε στην Αριστερά, ούτε στην Δεξιά, αλλά βρίσκεται σε ίση απόσταση και από τις δύο. Αντίθετα, σύμφωνα με την θεωρία «της Σύνθεσης του Τρίτου», μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς υπάρχει ένας χώρος που δεν βρίσκεται στο μέσον μεταξύ των δύο άκρων, αλλά επιθυμεί να πάει πέρα ...