Μια πρόταση για την αναδιάρθρωση της εξυπηρέτησης του χρέους των ιδιωτών στις τράπεζες, από δάνεια κατοικίας και καταναλωτικά δάνεια
"Είναι ώριμη η εισαγωγή της έννοιας ανάληψης κινδύνου και από τους ιδιώτες δανειστές"
"Είναι ώριμη η εισαγωγή της έννοιας ανάληψης κινδύνου και από τους ιδιώτες δανειστές"
Η μεσαία τάξη στην Ελλάδα δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτό που
ονομάζεται middle class στην αγγλοσαξωνία και σε όλη τη Δύση. Σε όλο τον δυτικό κόσμο η αναφορά
γίνεται σ’ αυτό που εμείς ξέρουμε ως μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι,
μεγαλοκάτι, δηλαδή τη άνω μικρή φέτα των ελληνικών μεσαίων στρωμάτων.
Το πρόβλημα στην παρατεταμένη κατάσταση κρίσης είναι με τα κοινωνικά
στρώματα που για “αντικειμενικούς” λόγους δεν μπορεί να προσαρμοσθούν στη νέα
κατάσταση.
Τα ανώτερα στρώματα, ακόμη και με απώλειες, δεν έχουν ιδιαίτερο
πρόβλημα προσαρμογής. Τα χαμηλότερα στρώματα, ενώ είναι πιο ευάλωτα όσον αφορά
βασικές ανάγκες, μπορεί να προσαρμοσθούν με μηδενικού ή οριακού κόστους
(εξορθολογισμός και αναμόρφωση προνοιακού συστήματος) ρυθμίσεις της Πολιτείας.
Επίσης, η κοινωνική αλληλεγγύη μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά (σοβαρή
ανακούφιση με μικρό κόστος).
Το πρόβλημα υπάρχει με το μεσαία στρώματα, τα οποία έχουν εκτεθεί στην
τραπεζική πίστη και βρίσκονται με ανελαστικές (ή αυξανόμενες) δανειακές
υποχρεώσεις ενώ τα εισοδήματα συρρικνώνονται. Ένα ζευγάρι δημοσίων υπαλλήλων με
40 χιλ οικογενειακό εισόδημα, υφιστάμενο μείωση αποδοχών κατά 20% βρίσκεται με
8 χιλ λιγότερα. Το ποσόν είναι οι δόσεις στεγαστικού δανείου 100 χιλ. Μάλλον
τυπική περίπτωση. Το ανελαστικό της υποχρέωσης, καθιστά τη μείωση δύσκολα
απορροφήσιμη, πολύ περισσότερο σε περιβάλλον αυξημένων φόρων κατανάλωσης.
Αν λάβουμε υπ’ όψιν το γεγονός ότι κάπου 40%-50% των Ελλήνων είναι
αυτοαπασχολούμενοι, των οποίων το εισόδημα είτε έχει μειωθεί πολύ περισσότερο
από το μέσο όρο ή είναι μη προβλέψιμο, το πρόβλημα εμφανίζεται πολύ εντονότερο.
Κυρίως αν λάβουμε υπ’ όψιν και τον παράγοντα της μεγάλης αβεβαιότητας.
Το πρόβλημα αυτό δεν “χτυπάει” στις τράπεζες, δεδομένου ότι υπάρχουν οι
εμπράγματες εγγυήσεις. Πλην όμως, η “εξασφάλιση” των τραπεζών γίνεται με
τεράστιο οριακό κόστος για τον δανειζόμενο.
Ο κύκλος πλειστηριασμού καταλήγει
με την τράπεζα ίσα βάρκα-ίσα νερά τον δανειολήπτη να έχει απωλέσει αξία
πολλαπλάσια του χρέους την οποία καρπούται ο ενδιάμεσος ο οποίος έχει παρέμβει
στον πλειστηριασμό (ακόμη και στην περίπτωση που η διαδικασία είναι καθαρή από
κυκλώματα – κοράκια). Απλούστατα γιατί η τράπεζα δεν ενδιαφέρεται για
ο,τιδήποτε πέραν του εναπομείναντος κεφαλαίου (και προσαυξήσεων).
Υποτίθεται
ότι ο νόμος Κατσέλη (έκανε οκτώ μήνες να εγκριθεί από την Κομισσιόν)
προστατεύει από κατασχέσεις δανειολήπτες μέχρι 200 χιλ. Πλην όμως, μέχρι το
τέλος 2010 μόνον μία (1) από τις 1.300 περιπτώσεις που επιχειρήθηκε
ενεργοποίηση των όρων του νόμου έληξε αισίως για τον δανειολήπτη. Σε όλες τις
άλλες περιπτώσεις αυτό που κυριάρχησε ήταν είτε η άρνηση συνεργασίας προς λύση
από τη μεριά των τραπεζών, είτε διακανονισμός με επιμήκυνση και συνήθως αύξηση
επιτοκίου. Παρόμοια κατάσταση παρατηρείται και με τις κατασχέσεις δια
καθυστερούμενα καταναλωτικά δάνεια (ή και πιστωτικές κάρτες).
Μιας και είναι της μόδας, είναι ώριμη η εισαγωγή της έννοιας ανάληψης
κινδύνου και από τους ιδιώτες δανειστές. Μερικές απλές ρυθμίσεις μπορεί να
εξομαλύνουν την κατάσταση, αναγκάζοντας τις τράπεζες να προσέλθουν στις
διαπραγματεύσεις διακανονισμού με λογική εύρεσης συνολικής λύσης. Τέτοιες
μπορεί να είναι:
- Όσον αφορά
καταναλωτικά δάνεια και κάρτες, οι πιστωτές δεν μπορεί να διεκδικήσουν με
κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων ποσά πέραν του κεφαλαίου που απομένει
από ένα δάνειο ίσου αρχικού κεφαλαίου με επιτόκιο στεγαστικό συν 1%-2%,
θεωρώντας ότι όλες οι καταβολές (που έχουν γίνει με υψηλό επιτόκιο) έχουν
γίνει για το φανταστικό δάνειο. Το χρέος όπως υπολογίζεται από την αρχική
σύμβαση παραμένει (άρα, όταν θα βελτιωθεί η κατάσταση του δανειολήπτη θα
μπορεί να αρχίσει ξανά να το εξυπηρετεί). Με τον τρόπο αυτό, οι τράπεζες
έχουν άμεσο κίνητρο να προσέλθουν σε άμεση μετατροπή των μη
εξυπηρετούμενων καταναλωτικών δανειων σε οιονεί στεγαστικά (με λίγο
αυξημένο επιτόκιο) και να ελέγξουν αυστηρά την παροχή καταναλωτικής
πίστης.
- Όσον αφορά
στεγαστικά δάνεια, σε περίπτωση μη εξυπηρετουμένου δανείου, η τράπεζα
μπορεί να προχωρήσει σε “υποχρεωτική αγορά” του ακινήτου, καταβάλοντας
στον δανειολήπτη τη διαφορά μεταξύ της εμπορικής αξίας κατά τη στιγμή της
σύναψης του δανείου (ή το 120% της τρέχουσας αντικειμενικής αξίας) και του
απομένοντος κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό, ο κίνδυνος από τις αλλαγές στην
αγορά ακινήτων περνάει σε μεγάλο ποσοστό στις τράπεζες – ακόμη και με τη
μορφή “ποινής” για την πολιτική πίστης που ακολούθησαν. Μια τέτοια ρύθμιση
παρέχει κίνητρο στην τράπεζα να επιδιώξει, αντί της δικαστικής οδού, τον
διακανονισμό με επιμήκυνση, διαφοροποίηση επιτοκίου, διευκόλυνση δόσεων –
ακόμη και οικειοθελές κούρεμα. Όσον αφορά τον δανειολήπτη, καταλήγει σε
μια κατάσταση που “ένα deal δεν πήγε καλά, αλλά
το κόστος είναι δίκαιο”. Διαλύει επίσης τα κυκλώματα περί τους
πλειστηριασμούς – μπορεί να έχει και θετικές επιπτώσεις με δικαστηριακές
αποσυμφορήσεις.
Η προστασία των μεσαίων στρωμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί είναι
ακριβώς αυτά τα οποία, επειδή πλήττονται δυσανάλογα από την “ακαμψία” των
τραπεζών, μπορεί να είναι η πελατεία των πιο ακραίων λαίκιστικών πολιτικών
θέσεων.
