Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Δήμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Δήμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Βιομηχανική ραψωδία


του Νίκου Δήμου*

Η δεκαετία του ’60 είδε την άνθιση της ελληνικής βιομηχανίας. Ο Έλληνας καταναλωτής που αποκτούσε το (εξ αντιπαροχής) διαμέρισμά του χρειαζόταν εξοπλισμό: έπιπλα, ψυγείο, κουζίνα, θερμοσίφωνα. Φυσικά χρειαζόταν και τρόφιμα και ρούχα.

Οσο και αν τώρα μας φαίνεται απίθανο, όλα αυτά τα προμηθευόταν από ελληνικές φίρμες. Το ψυγείο ήταν Ιζόλα ή Πίτσος, η κουζίνα Εσκιμό και ο θερμοσίφωνας Βαγιωνής. Τα σεντόνια και οι κουρτίνες Πειραϊκής-Πατραϊκής, τα καλά έπιπλα Σαρίδης ή Βαράγκης. Μακαρόνια Μίσκο, μπισκότα Παπαδοπούλου, σοκολάτες ΙΟΝ ή Παυλίδου, συμπλήρωναν τη δίαιτά του.

Από τις εταιρίες αυτές άλλες δεν υπάρχουν πια, άλλες έχουν περάσει σε ξένα χέρια, ελάχιστες παραμένουν ελληνικές.

Μου τα θύμισε όλα αυτά ο πρόσφατος θάνατος του Γιάννη Κωτσιόπουλου, επί 50 χρόνια ηγέτη της ΙΟΝ. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά και να συνεργαστώ μαζί του - όπως και με τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής βιομηχανίας εκείνη την εποχή.

Αρχές της δεκαετίας του '60. Δούλευα -αρχικά ως κειμενογράφος, μετά ως άνθρωπος για όλες τις δουλειές- στη διαφημιστική εταιρία «Κουσέντος». Ο Χρήστος Κουσέντος, ταλαντούχος εικονογράφος, γέμιζε τον ελληνικό τύπο με ωραία ζωγραφικά έργα που διαφήμιζαν τους δύο μεγαλύτερους πελάτες του: τη σοκολατοποιία ΙΟΝ και τη βιομηχανία απορρυπαντικών (ROL, AVA, κ.λπ.) ΒΙΑΝΙΛ.

Επικεφαλής τότε της ΙΟΝ ήταν ο κύριος Ντίνος Κωτσιόπουλος, ένας τζέντλεμαν: καλλιεργημένος, καλοντυμένος και ευφυής, μεγάλης ηλικίας. Μαζί του έφερνε τον νεαρό ανηψιό του Γιάννη που έμοιαζε λίγο χαμένος. Φαινόταν σαν να είχε έρθει χτες από το χωριό - και οι κακόγλωσσοι τον αποκαλούσαν «το βλαχαδερό».

Ο «κύριος Ντίνος» πέθανε, και τον αντικατέστησε ο «κύριος Γιάννης». Το «βλαχαδερό» θαυματούργησε. Δουλεύοντας δεκαοκτάωρα, πολλαπλασίασε τα προϊόντα, τα εργοστάσια, τις πωλήσεις, τις εξαγωγές. Ηταν δίκαιος και σωστός και οι συνεργάτες του τον σέβονταν. Αντιστάθηκε σε όλες τις προτάσεις εξαγοράς κι ενώ ο μεγάλος του ανταγωνιστής έγινε πολυεθνικός -παρέμεινε ελληνική εταιρία και δικαιώθηκε (4 εργοστάσια, 1.000 εργαζόμενοι).

Το ίδιο συνέβη και με τη ROLCO-ΒΙΑΝΙΛ που τη διαφήμισα αργότερα - για δεκαετίες αψήφησε τις σειρήνες των τεράστιων πολυεθνικών και κυριαρχούσε στην ελληνική αγορά. Ο εγκέφαλός της ήταν ο μέγας Εκτωρ Σουρουλίδης, δαιμόνιος χημικός που παρέλαβε κατάστημα χρωμάτων και το έκανε βιομηχανικό κολοσσό.

Αλλου είδους άνθρωποι αυτοί: έζησα τον Γεώργιο Δράκο (ΙΖΟΛΑ), τον Απόστολο Πίτσο (θαλερός, πλησιάζει τα 100!), τους αδελφούς Στράτου (Πειραϊκή-Πατραϊκή) και Μαρινόπουλου, τον ευπατρίδη Γιώργο Βαγιωνή, τον Ευάγγελο Παπαδόπουλο (μπισκότα) που μου σύστησε τη νεαρή κόρη του Ιωάννα λέγοντάς μου: «Αυτή θα κρατήσει το μαγαζί!». (Το κράτησε, ελληνικό και ακμαίο, έως σήμερα - 4 εργοστάσια, 1.200 εργαζόμενοι).

Και ξέρετε κάτι: κανένας από αυτούς τους αυτοδημιούργητους δεν κάπνιζε πούρα σε πολυτελή λιμουζίνα με σοφέρ. Λιτοί και εργασιομανείς.

Η Ελλάδα τότε έσφυζε από δημιουργικότητα και παραγωγή. Σήμερα; «Σβησμένες όλες οι φωτιές, οι πλάστρες μες τη χώρα…».



πηγή protagon

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Η απάντηση του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη στον Νίκο Δήμου (#"Τόσες μισές αλήθειες στην σειρά συνιστούν ένα πραγματικά μεγάλο ψέμα")

του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη*
Τόσες μισές αλήθειες στην σειρά, σαν αυτές που διαβάσαμε από τον Νίκο Δήμου, για την ελληνική επανάσταση, συνιστούν ένα πραγματικά μεγάλο ψέμα. 
Η στάση του μου θύμισε μια παλιότερη έρευνα για τους μαθητές ενός σχολείου της Νέας Υόρκης που δικαιολογημένα έφριξαν (μες στην παιδική αθωότητά τους) σαν έμαθαν πως τα χάμπουργκερ που σέρβιρε το κυλικείο τους προέρχονταν από ζώα που σφάχτηκαν και τεμαχίστηκαν. Απλώς τους φαινόταν αδιανόητο ότι μασούσαν κομμάτια από όμορφα ζώα που είχαν μάθει να αγαπούν μέσα από τις εικόνεςτων βιβλίων τους. Το θέμα είναι πως η ίδια έρευνα μετά από μερικά χρόνια απέδειξε πως εννιά στους δέκα από εκείνους τους μαθητές προτίμησαν να λησμονήσουν την «οδυνηρή» αλήθεια και παρέμειναν και ως ενήλικες, κρεατοφάγοι. Τα κάνει κάτι τέτοια ο χρόνος.

Από κοντά στον ενήλικα εδώ και δεκαετίες κύριο Δήμου και την εκλεκτική ευαισθησία του και κάμποσοι άλλοι που καθώς φαίνεται ούτε αυτοί θα είναι του διαβάσματος αν και «αποδεδειγμένα πολιτισμένοι». 
Ως εκ τούτου, αδυνατούν να αναγνωρίσουν έστω και λίγο δίκιο σ’ εκείνους τους αμόρφωτους, ξεβράκωτους, αγροίκους πολεμιστές και στις πράγματι σκληρές πρακτικές τους. Στην καλύτερη περίπτωση (όταν δεν περιγράφουν ανθρωπόμορφα τέρατα), απλώς υποβιβάζουν τον ρόλο τους..
Αν θέλουμε όμως να είμαστε ακριβείς, η επιχειρηματολογία, γενικά η αποδομητική διάθεση του Νίκου Δήμου και των ομοϊδεατών του, καθώς επιμένει να αγνοεί ή εσκεμμένα παραβλέπει όλες τις πτυχές, τις συνθήκες και τα γεγονότα της εποχής στην οποία αναφέρεται, ομοιάζει επικίνδυνα, έστω και διά της αντιστροφής, με τον εξίσου «ανιστόρητο» και γι’ αυτό κίβδηλο πατριωτισμό του τελευταίου φασιστάκου που καπηλεύεται εκ του μακρόθεν, αγώνες άλλων, για να χρυσώσει την ασημαντότητά του και να νομιμοποιήσει την αυθαίρετη και ρατσιστική κοσμοθεωρία του. 
Ο μεν μορφωμένος, παρακάμπτει την οροσειρά του Αίμου και ονειρεύεται πως κατάγεται κατευθείαν από την πένα του Ντιντερό, ο δε αμόρφωτος φαντασιώνει πως κάτω από την φουστανέλα των προγόνων του κρύβονται γεννητικά όργανα αντάξια μια ηράκλειας φυλής. Πρόκειται για καθαρό καιροσκοπισμό ή αν προτιμάτε, σκέτη ηλιθιότητα. Διαλέγει κανείς και παίρνει.

Ωστόσο όλο αυτό μου θύμισε και κάτι ακόμη. 
Διαβάζω από το βιβλίο του Κ. Σιμόπουλου η γλώσσα και το εικοσιένα, Αθήνα 1971:
«Υπήρχε και μια κατηγορία ετερόχθονων λογιωτάτων…που κατέβηκαν στην Ελλάδα με τυχοδιωκτικές φιλοδοξίες: να εξασφαλίσουν γοργή σταδιοδρομία, θέσεις και αξιώματα. Άνθρωποι χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς ηθικούς φραγμούς. Ποιος απ’ αυτούς είχε καιρό να μιλήσει για τα αίματα, τις θυσίες και τη δόξα των αγωνιστών και τα λαϊκά ολοκαυτώματα;"
Ο Δημήτρης Αινιάν καταγράφει μια συνομιλία (στο Ναύπλιο το 1825) με δύο τέτοιων νέων: Τον Ιωάννη Σούτσο και τον Δ. Χρηστίδη. Οι δυο τους συνομιλούσαν για το τι θα έκαναν αν η Ελλάδα απελευθερωνόταν ή καταστρεφόταν.
«Εγώ», είπε πρώτος ο Σούτσος, «Εάν η Ελλάς καταστραφεί, θέλω μεταβή εις Τούνεζη ή Αλγέριον, θέλω δεχθεί τον ισλαμισμόν και θέλω προσκολληθεί εις τον Μπέην του τόπου εκείνου, προσφέρων εμαυτόν όργανον, εις οιουσδήποτε σκοπούς ήθελε με μεταχειρισθεί, εάν δε η Ελλάς σωθεί και αποκατασταθεί, βεβαίως θα γίνει βασίλειον· εγώ θέλω υπανδρευθή μιαν ωραία γυναίκα, διά της οποίας θα κατορθώσω να είμαι πάντοτε εις τα πράγματα και να μεταχειριστώ όλας τας ...

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Ένας κεντροαριστερός Τσίπρας;

του Νίκου Δήμου*
Διάβασα το μανιφέστο των 58 – και δεν διαφώνησα. Πουθενά. (Ανησυχητικό: μήπως περιέχει πολλούς κοινούς τόπους;).Διάβασα και την παρατήρηση του Πάσχου Μανδραβέλη ότι ο μέσος όρος ηλικίας όσων το υπογράψανε είναι 57,5. (Ο ένας από τους λόγους που δεν το υπέγραψα, ήταν για να μην ανεβάσω κι άλλο τον μέσον όρο. Ο άλλος ήταν ότι δεν μου το πρότεινε κανείς).
Τι λένε αυτοί οι εξηντάρηδες στον μέσο έλληνα που από τα 18 μέχρι το 50 είναι πνιγμένος στο άγχος; 

Τρέμει για την δουλειά του (αν την έχει ακόμα), για το μέλλον του και το μέλλον των παιδιών του. 
Έχει ποτιστεί με τεράστιες δόσεις από θεωρίες συνομωσίας που του «εξηγούν» τα αίτια της κρίσης. 
Περιμένει βίαιες ανατροπές και επαναστάσεις που θα αλλάξουν τα πράγματα από την μία μέρα στην άλλη (όσο κι αν ξέρει ότι είναι δύσκολο). 

Και έρχονται εκεί 58 αξιοπρεπείς αλλά επαναλαμβανόμενοι διανοούμενοι και τον ταΐζουν βαρετό μπλα-μπλα.

Ούτε ένας στους εκατό από εκείνους που θα έπρεπε, δεν διάβασε ολόκληρη την διακήρυξη. Αυτοί που την διάβασαν δεν την είχαν ανάγκη – λίγο πολύ ήξεραν τα θέματα και συμφωνούσαν.

Μόνο η παρουσία ενός δυναμικού νέου πολιτικού θα μπορούσε να μεταφράσει αυτές τις αρχές σε δραστικό λόγο. Μόνο ένας χαρισματικός άνθρωπος στην ηλικία των πολλών φοβισμένων (από τα 35 μέχρι τα 45) θα μπορούσε να ενσαρκώσει μία αλλαγή. 

Εν πολλαίς αμαρτίες γηράσαντες πολιτικοί όπως ο Βενιζέλος, ή αναμάρτητοι και ανύπαρκτοι όπως ο Κουβέλης θα έπρεπε να αποκλεισθούν a priori. Η δημοφιλία τους είναι μηδαμινή και η πειθώ τους ακόμα μικρότερη.

Ναι, μας χρειάζεται ένας κεντροαριστερός Τσίπρας. 
Πιο καλλιεργημένος, πιο έξυπνος αλλά εξίσου γοητευτικός και ελκυστικός. (Ας μην γελιόμαστε: ο Τσίπρας είναι το 75% από το 20% του ΣΥΡΙΖΑ). 

Αν δεν βρεθεί κάποιος ουσιαστικός ηγέτης, δέκα διακηρύξεις να γράψουν 200 σοφοί, δεν θα γίνει τίποτα.

*πηγή doncat.blogspot.gr

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Η Θάτσερ και η πικρή ενηλικίωση από την κρατικίστικη ουτοπία

"Η μεγαλύτερη απόδειξη για την ιστορική παρουσία και την ισχύ της Μάργκαρετ Θάτσερ είναι οι αντιδράσεις μετά τον θάνατό της"
Ο Νίκος Δήμου καταδεικνύει μια υποφώσκουσα συγγένεια του αδιεξόδου της σημερινής Ελλάδας και εκείνου της τότε Αγγλίας της Θάτσερ (ΑΣ):
Το τέλος μιας ουτοπίας 
του Νίκου Δήμου*

Προσπαθώ να εξηγήσω στους αντίπαλους και αντιφρονούντες της Θάτσερ ότι όσο περισσότερο τη βρίζουν, όσο χυδαιότερα τη λούζουν, όσο πιο σκληρά επιχειρηματολογούν εναντίον της – τόσο επιβεβαιώνουν τη σημασία της. 

Η μεγαλύτερη απόδειξη για την ιστορική παρουσία και την ισχύ της Μάργκαρετ Θάτσερ είναι οι αντιδράσεις μετά τον θάνατό της. Χορεύουν στον τάφο της, τη "θάβουν στα σκατά" (η δημοφιλέστερη φράση στο Twitter) και θεμελιώνουν τη φήμη της. Ούτε ο απεχθέστερος δικτάτορας που δολοφόνησε εκατομμύρια ανθρώπους δεν αξιώθηκε τέτοιας αντίδρασης. 

Μετά τον Μαρξ, κανένας άλλος δεν κατάφερε να δώσει το όνομά του σε έναν -ισμό. Έμελλε να το κάνει εκείνη, που συνέβαλε όσο λίγοι στην κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και σήμερα –είτε μας αρέσει είτε όχι– πιο πολλές χώρες εφαρμόζουν τις αρχές του Θατσερισμού από του Μαρξισμού. 

Ξεκαθαρίζω –για να αποφύγω τις παρεξηγήσεις– πως δεν είμαι οπαδός της Θάτσερ, όπως άλλωστε και κανενός -ισμού. Πως πολλά πράγματα και στις ιδέες και στις πράξεις της με απωθούσαν και με απωθούν. 
Αλλά με ξενίζει αφάνταστα αυτή η οξύτατη αντίδραση και μάλιστα σε λαούς βόρειους, που φημίζονται για την ψυχραιμία και το φλέγμα τους. Και προσπαθώ να καταλάβω γιατί τόσο πάθος και τόσο μίσος. Αμέσως θα μου θυμίσουν τον Μπόμπι Σαντς, τη φιλία με τον Πινοσέτ, την καταδίκη του Μαντέλα κ.λπ. Αλλά και αυτά δεν δικαιώνουν τέτοια αντίδραση. 
Κανείς δεν χόρεψε στον τάφο του Πολ Ποτ, κι ας εξολόθρευσε τη μισή Καμπότζη! 

Έτυχε να βρίσκομαι συχνά στην Αγγλία τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80 και να παρακολουθήσω από κοντά την πολιτική σκηνή. 
Ήταν μία χώρα διαλυμένη, σε απόλυτη παρακμή, με πληθωρισμό 25% και δάνεια από το ΔΝΤ. Ο ΙRA, που τον ηρωοποιούμε τώρα, σκότωνε κόσμο – και στενότατους συνεργάτες της Θάτσερ (η ίδια παρά τρίχα γλίτωσε στο Μπράιτον). Τα συνδικάτα και οι συντεχνίες κρατούσαν τη χώρα δέσμια. Μπορεί τα φάρμακα που χρησιμοποίησε η "σιδηρά κυρία" να ήταν πικρά και άγρια – αλλά αποδείχθηκαν δραστικά και η χώρα ανένηψε. 
Η μεγαλύτερη απόδειξη: οι αντίπαλοί της συνέχισαν την πολιτική της. 

Όσο περισσότερο πληθαίνουν οι αντιδράσεις, τόσο πιο πολύ ριζώνει στον νου μου η υποψία. 
Δεν είναι το πρόσωπο και οι πράξεις της που ενοχλούν – όσο το σοκ της φοβερής αφύπνισης. Η Θάτσερ δολοφόνησε το Κράτος-Πατέρα, κατέδειξε το τέλος της κρατικίστικης ουτοπίας. Αυτή την πικρή ενηλικίωση δεν της τη συγχώρεσε κανένα ορφανό. 

*Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Γεννήθηκα στη δραχμή

του Νίκου Δήμου*
  • Γεννήθηκα στην προπολεμική δραχμή, σε μία Αθήνα που είχε πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους και ποτέ δεν πέρναγε αυτοκίνητο από τον δρόμο που παίζαμε.
  • Ο πατέρας μου εργαζόταν στο Δημόσιο και τότε, στις θεατρικές επιθεωρήσεις, οι δημόσιοι υπάλληλοι εμφανίζονταν πεινασμένοι και ταλαίπωροι.
  • Απέναντι από το σπίτι μας έμενε ένας καθηγητής πανεπιστημίου. Ήταν σπάνιο είδος και μαζί με τον πατέρα, που ήταν Διευθυντής, και έναν Στρατηγό, που έμενε παρακάτω, ήταν οι προύχοντες της γειτονιάς. Είχαμε κι έναν πλούσιο γνωστό που είχε δικό του αυτοκίνητο.
  • Τότε η Ελλάδα είχε μόνο δυο πανεπιστήμια, ελάχιστους διευθυντές, στρατηγούς και αυτοκίνητα. Τώρα καθηγητές, διευθυντές, στρατηγοί και αυτοκίνητα είναι πλήθος.
  • Τα τραμ έγραφαν «απαγορεύεται το πτύειν» και έπρεπε να σηκώνεσαι και να δίνεις τη θέση σου σε κυρίες και γέροντες. Οι γέροντες ήταν σημαντικά πρόσωπα και δεν υπήρχαν οίκοι ευγηρίας.
  • Όχι, δεν ήταν ειδυλλιακή εποχή. Ωραία ήταν τα νεοκλασικά, αλλά σε σάπιζε η υγρασία και το κρύο. Υπήρχε πολλή σκόνη, βόθροι, ελονοσία και φυματίωση. Οι θείοι μου πηγαινοέρχονταν σε σανατόρια. Τα τρόφιμα δεν ήταν καθαρά και οι δηλητηριάσεις πήγαιναν σύννεφο.
  • Βασίλευε το κουτσομπολιό και η στενομυαλιά. Οι κυράδες, κρεμασμένες στα παράθυρα, είχαν για σίριαλ και ρεάλιτι την γειτονιά. Το σεξ υπήρχε μόνο στα πορνεία. Οι άντρες μεθούσαν στην ταβέρνα κι έδερναν τις γυναίκες τους. Εθιμικά.
  • Τη δραχμή την έζησα προπολεμική και κατοχική. Στο τέλος της κατοχής η μάνα μού έδινε ένα δισεκατομμύριο για να αγοράσω ψωμί. Όλες οι σοβαρές συναλλαγές γίνονταν με χρυσές λίρες.
  • Ακούω τώρα: θα γυρίσουμε στη δραχμή και καταλαβαίνω σε ποια δραχμή θα γυρίσουμε. Όχι αυτή που είχαμε ως το 2000, την παραφουσκωμένη με δανεικά, αλλά την μετακατοχική, την πληθωριστική, που δεν άξιζε ούτε το χαρτί στο οποίο τυπωνόταν.
  • Γεννήθηκα στη δραχμή - αλλά δεν θα ήθελα να πεθάνω στη δραχμή. Ούτε να ξαναγυρίσω στη σκόνη και τη σκοτεινιά των δήθεν «παλιών καλών χρόνων» χωρίς θέρμανση, αυτοκίνητο και με διακοπές στο ηλεκτρικό.
  • Ελπίζω, έστω και την τελευταία στιγμή, να κόψουμε απότομα το τιμόνι και να μην πέσουμε στον γκρεμό.


*από την lifo 

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget