Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Βούλγαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Βούλγαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Μια διακήρυξη "στο πόδι"

του Γιάννη Παγιασλή*
Μόλις μια εβδομάδα μετά τη διακήρυξη των 58 ο Γ.Βούλγαρης κάνει ερμηνευτικές παρατηρήσεις:Αποκαλύπτεται ότι στους "νεοκομμουνιστές" δεν ανήκει ο Συριζα και μάλλον πρόκειται για παρεξήγηση.
Αναρτήσεις σε ιστολόγια "στο πόδι" επιτρέπονται, διακηρύξεις που προετοιμάζονται μερικούς μήνες και θέλουν ερμηνεία δεν επιτρέπονται.

Όλη η συνέντευξη εδώ

Το επίμαχο απόσπασμα:



ΕΦ-ΣΥΝ:Γιατί στο κείμενο των «58» χαρακτηρίζετε τον ΣΥΡΙΖΑ «νεοκομμουνιστικό μόρφωμα»; Σας έχουν καταλογίσει ότι δεν τηρείτε ίσες αποστάσεις με την αξιωματική αντιπολίτευση στην παρέμβασή σας, σε αντίθεση με τη Ν.Δ. και τις πολιτικές της... 

ΓΒ: Δεν ξέρω πού είδατε τον χαρακτηρισμό «νεοκομμουνιστικό μόρφωμα» για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οχι, πάντως, στο κείμενο των «58», απλούστατα γιατί δεν υπάρχει. 
Αυτό που υπάρχει είναι η οριοθέτηση του τρίτου πόλου με τη φράση «ούτε Δεξιά, ούτε νεοκομμουνιστική αριστερά». Και οι δύο είναι όροι ιδεολογικοί και όχι ονόματα κομμάτων. 
Επί της ουσίας τώρα. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν δυνάμεις, περισσότερες είναι αλήθεια στην εκλογική του βάση παρά στο στελεχικό δυναμικό, που κινούνται στο πλαίσιο του δημοκρατικού σοσιαλισμού και του προοδευτικού ευρωπαϊσμού. 
Η δημιουργία μιας υπολογίσιμης Κεντροαριστεράς θα ενίσχυε αυτές τις δυνάμεις και θα έδινε ειρμό στην επιδίωξη της ηγεσίας Τσίπρα να μετασχηματίσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα εξουσίας. Αλλιώς, η «προσαρμογή» θα έχει τη σφραγίδα του οπορτουνισμού και της προγραμματικής σύγχυσης που προοιωνίζεται μια καταστροφική διακυβέρνηση. 
Δεν μπορεί π.χ. η προοπτική των συμμαχιών να είναι ο Καμμένος. 
Πέρα όμως από τον ΣΥΡΙΖΑ, η συγκρότηση ενός ισχυρότερου τρίτου πόλου θα ενισχύσει και τις κεντροδεξιές φιλελεύθερες δυνάμεις στο εσωτερικό τη Ν.Δ. που σήμερα περιθωριοποιούνται λόγω του βάρους της Ακροδεξιάς. Μιλώντας με όρους στρατηγικής, δηλαδή απλώνοντας τη ματιά πέρα από τις έκτακτες εθνικές συνθήκες που γεννά η ανάγκη παραμονής στην ευρωζώνη, η συγκρότηση της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης αποτελεί την καλύτερη απάντηση στο ενδεχόμενο μιας δεξιάς ηγεμονίας.

*από το LLS minor

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Να κερδίσουμε χρόνο Πρέπει να περιμένουμε ώστε να ωριμάσουν σταθερότερες λύσεις της κρίσης

του Γιάννη Βούλγαρη*

Η Ελλάδα έχει εισέλθει εμφανώς στη δυσκολότερη φάση μιας πολυεπίπεδης εθνικής κρίσης, και τα σενάρια εξόδου από αυτήν κυμαίνονται ανάμεσα στο κακό, στο χειρότερο και στο καταστροφικό. 
Το κακό σενάριο είναι το καλύτερο! 
Προβλέπει μια συντεταγμένη πορεία σε συνεννόηση με τους θεσμικούς δανειστές (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ). Οποια τελική μορφή και αν αυτή πάρει, υπολογίζεται ότι η συνολική περίοδος ύφεσης 2009-2012 θα μειώσει το ΑΕΠ χοντρικά κατά 15%, ενώ μπορεί να συγκρατήσει τα κοινωνικά ρήγματα σε πολιτικά διαχειρίσιμο επίπεδο και την «καθημερινότητά» μας στα αστικά ιδίως κέντρα, σε ανεκτά ψυχικά και ανθρώπινα πλαίσια, παρά τη δραματική επιδείνωση που ήδη βιώνουμε. Η γεωπολιτική θέση της χώρας, έστω εξασθενημένη, θα εξακολουθεί να συναρτάται με την τύχη του βασικού πυρήνα της ΕΕ. 
Το καταστροφικό σενάριο είναι η άτακτη πτώχευση εκτός ευρώ. Η χώρα υπολογίζεται ότι θα χάσει τουλάχιστον το 50% του ΑΕΠ, θα μεσολαβήσει ένα χρονικό διάστημα οικονομικοκοινωνικού χάους με απρόβλεπτες ανθρώπινες και πολιτικές συνέπειες, ενώ γεωπολιτικά θα οπισθοχωρήσουμε σε ιστορικά προηγούμενα στάδια αστάθειας και ανασφάλειας.
Μεταξύ αυτών των δύο κινείται το σημερινό σενάριο. 
Οι συνεννοήσεις με την τρόικα οδηγούν σε περιοδικές κρίσεις πανικού και σπασμωδικά μέτρα με αμφίβολη αποτελεσματικότητα. Την κύρια ευθύνη φέρει η ελληνική πλευρά, γιατί δεν κινείται βάσει ενός εθνικού σχεδίου που θα αποτελούσε και την πυξίδα στις εκάστοτε διαπραγματεύσεις. 
Το σημερινό σκηνικό, πρακτικά το επόμενο εξάμηνο, είναι ιδιαιτέρως ασταθές και απρόβλεπτο. 
Οχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στην ΕΕ και τη Γερμανία. 
Το διαπιστώνουμε στις αλλεπάλληλες δυσκολίες που συναντά η οριστικοποίηση της απόφασης της 21ης Ιουλίου, καθώς εμπλέκεται στους μαιάνδρους του πολύπλοκου θεσμικού μορφώματος της ΕΕ και στην παρατεινόμενη διχοστασία των γερμανικών ελίτ.
Το βασικό πρόβλημα εστιάζεται όμως στην Ελλάδα που βαδίζει κυριολεκτικά στο χείλος της αβύσσου. Κάθε πρόβλεψη για τις πολιτικές εξελίξεις ή τις κοινωνικές διαθέσεις είναι τόσο πιθανή όσο και η αντίθετή της. 

Ο μείζων κίνδυνος προέρχεται και πάλι από το πολιτικό σύστημα. 
Λαθεμένες, σπασμωδικές ή δημαγωγικές κινήσεις μπορεί να επιφέρουν την απότομη κατρακύλα της χώρας από το κακό στο καταστροφικό σενάριο. 
Εγραψα «και πάλι», γιατί έχουμε λησμονήσει ότι πέρα από τις μακροχρόνιες δομικές προδιαθέσεις, το μέγεθος της σημερινής εθνικής κρίσης καθορίστηκε από την τρελή πολιτική διαχείριση της ελληνικής οικονομίας μετά την εκδήλωση της παγκόσμιας κρίσης 2007-2008. 
Μας το θυμίζει με στοιχεία ο Νίκος Χριστοδουλάκης στο πρόσφατο βιβλίο του Σώζεται ο Τιτανικός; Από το Μνημόνιο, ξανά στην ανάπτυξη (Εκδ. Πόλις). 
Η κυβέρνηση της ΝΔ είχε το μερτικό του λέοντα στις ευθύνες. Κατά τη διετία 2008-2009, αντί να περιορίσει τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και το εξωτερικό έλλειμμα, έκανε μια σπάταλη πολιτική που εκτίναξε τον δανεισμό στα 57 δισ. Ανάμεσα στα αξιομνημόνευτα (!) μέτρα που έλαβε ήταν η ευνοϊκή μεταχείριση των off-shore εταιρειών, η κατάργηση των τεκμηρίων πολυτελών αυτοκινήτων και η επιδότηση της αγοράς τους, η επιδότηση αιρκοντίσιον, νέα δάνεια 2,2 δισ. για εξοπλισμούς (!) και φυσικά οι γνωστές αλλά ξεχασμένες πολυπληθείς προεκλογικές προσλήψεις. 
Στη συνέχεια, η νέα κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, δέσμια της προεκλογικής ρητορείας της, μοίρασε με τη σειρά της «κοινωνικές ενισχύσεις στους αδύναμους για να ενισχύσει τη ζήτηση», ώσπου να τις πάρει λίγο αργότερα πίσω και με τόκο. 

Αλλες κοινωνίες, με άλλη πολιτική κουλτούρα, μπορεί να διδάσκονταν από αυτήν την πικρή εμπειρία. Δεν είναι η περίπτωσή μας, δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας. 
Στο χείλος της αβύσσου, η ΝΔ του κ. Σαμαρά επαναλαμβάνει την ίδια προεκλογική δημαγωγία, τα μεγάλα τηλεοπτικά δελτία αγωνίζονται με πάθος κάθε βράδυ να τον φέρουν στην εξουσία παραβλέποντας την ανυπαρξία της πολιτικής του, και τέλος ένα μέρος του εκλογικού σώματος, απελπισμένο, «τσιμπάει» ξεχνώντας ότι έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. 
Βρισκόμαστε λοιπόν εγκλωβισμένοι. 
Από τη μια, η κυβέρνηση παίρνει «μέτρα» χωρίς να μπορεί να τα εντάξει σε μια πολιτική, και επιπλέον, φαίνεται να μην βρίσκει ούτε τον χρόνο ούτε τη διαύγεια ούτε τις θεσμικές διαδικασίες για να επεξεργαστεί ένα στοιχειώδες εθνικό σχέδιο ανασύνταξης. 
Από την άλλη, η ΝΔ του κ. Σαμαρά προβάλλει σαν συνταγή οριστικού εκτροχιασμού, είτε γιατί αν κέρδιζε τις εκλογές θα σπαταλούσε χρόνο και χρήμα μέχρι να επανέλθει από την προεκλογική δημαγωγία στη ρεαλιστική πολιτική, είτε γιατί κατά βάθος έχει αποδεχτεί την πιθανότητα να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια του 1821 με δραχμή.

Σε αυτό το σκηνικό μια άτακτη προσφυγή στις κάλπες, είτε γιατί θα αυξηθεί πολύ η κοινωνική πίεση είτε γιατί η κυβέρνηση θα χάσει τη δεδηλωμένη, θα άνοιγε μια κρίση στα τυφλά με πιθανότερη τη χρεοκοπία της χώρας. 
Η προσπάθεια ανασύνταξης της παρούσας κυβέρνησης και η παράταση της θητείας της εξακολουθεί να είναι σε αυτή τη φάση η ασφαλέστερη επιλογή για τη χώρα. Η κυβέρνηση έχει τη νομιμότητα στη βάση των εκλογών και των έκτακτων εθνικών καταστάσεων. Οι πολίτες το διαισθάνονται και γι' αυτό δεν ζητούν εκλογές. 
Η προσφυγή στις κάλπες δεν συμφέρει ούτε το ΠΑΣΟΚ, παρά μόνο αν έχει πετύχει κάτι που να ισοδυναμεί με δικαίωση των θυσιών: ένα σταθερότερο και πειστικότερο για την αποδοτικότητά του σχήμα διάσωσης της χώρας στο πλαίσιο της ευρωζώνης. 
Αν αντιθέτως επιλέξει ή συρθεί σε εκλογές στα μισά της προσπάθειας, δεν θα διαλυθεί απλώς το ΠΑΣΟΚ, αλλά θα αποδιαρθρωθεί η παράταξη για μακρύ διάστημα. 

Αποτελεί λύση η συγκυβέρνηση των δύο μεγάλων κομμάτων ή μια χρονικά οριοθετημένη πολιτική κυβέρνηση έκτακτης εθνικής ανάγκης με την υποστήριξή τους; 
Θα αποτελούσε, μόνο όμως αν είχε προηγηθεί μια ειλικρινής συνειδητοποίηση εκ μέρους τους ότι όντως συνιστά εθνική αναγκαιότητα και όχι πρόσκαιρη υποχρεωτική συγκατοίκηση επειδή οι κάλπες δεν έβγαλαν αυτοδυναμία. 
Η ειλικρινής συνειδητοποίηση δηλώνεται πολιτικά και προηγείται της προσφυγής στις κάλπες. 
Γιατί στην αντίθετη περίπτωση, θα ήταν συνταγή αδύναμης και αλληλοϋποβλεπόμενης κυβέρνησης ή ακυβερνησίας. 
Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση, μεγάλο μέρος της ΝΔ, αλλά και η σιωπηλή πλειονότητα της κοινωνίας κατανοούν ότι η Ελλάδα πρέπει να κερδίσει χρόνο ώστε να ωριμάσουν σταθερότερες λύσεις της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής κρίσης. 

Αν η παγκόσμια οικονομία εισέλθει και πάλι σε ύφεση, οι μεγάλες δυνάμεις θα κληθούν να αναζητήσουν ριζικότερες λύσεις, στις οποίες θα περιλαμβάνεται και το ελληνικό πρόβλημα. 
Στην ευρωζώνη εξάλλου, πολλά σημάδια δείχνουν ότι η πορεία στη δημοσιονομική και οικονομική ολοκλήρωση έχει δρομολογηθεί και θα επιταχυνθεί υπό το βάρος της κρίσης. 
Θα είναι μια ολοκλήρωση στη βάση της «γερμανικής Ευρώπης», αλλά αυτό είναι προς το παρόν καλύτερο από την άναρχη επανεθνικοποίηση των ευρωπαϊκών διαδικασιών που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια. 
Πόσω μάλλον που το 2012-2013 είναι πολύ πιθανό να αλλάξει ουσιωδώς ο πολιτικός χάρτης της ΕΕ με την άνοδο των σοσιαλιστικών και προοδευτικών κομμάτων, γεγονός που θα κάνει πιθανότερη μια πολιτική στροφή προς τις πολιτικές ανάπτυξης της ηπείρου μας. 
Η Ελλάδα πρέπει να αντέξει πολιτικά και κοινωνικά, πρέπει να κερδίσει χρόνο ώστε να μην αποκοπεί από τις διαφαινόμενες διεργασίες. Συμμετέχοντας έστω ως επιδοτούμενος φτωχός συγγενής.


*Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου - πηγή άρθρου: ΤΑ ΝΕΑ, 24/9/11

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Η ελληνική εξαίρεση


Άρμα Λαϊκισμού...


Μόνο εδώ οι πολιτικές δυνάμεις δεν βρήκαν κοινό παρονομαστή εθνικής συνεννόησης


του Γιάννη Βούλγαρη*

Η πρόσφατη Σύνοδος της Ε.Ε. απογοήτευσε τους διεθνείς κύκλους που ποντάρουν στη χρεοκοπία του ευρώ και διέψευσε τις εγχώριες φωνές που είτε επιθυμούν τη χρεοκοπία της Ελλάδας είτε την προκρίνουν ως λύση. Μένοντας πράγματι στον κοινό παρονομαστή των εκτιμήσεων των ξένων και εγχώριων ειδικών, η Ευρώπη έκανε ένα μεγάλο βήμα για τη διάσωση της ευρωζώνης χωρίς να δώσει μια οριστική «συστημική λύση». Η Ελλάδα βγήκε ανακουφισμένη καθώς απομάκρυνε τον κίνδυνο της χρεοκοπίας και εξασφάλισε μια μακρά περίοδο για να ρυθμίσει τα του οίκου της, να ελέγξει δηλαδή τα δημοσιονομικά και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της. Υπάρχει και ένα πρόσθετο πολύ σημαντικό όφελος. Η συνειδητοποίηση εκ μέρους των ευρωπαίων ηγετών και των δανειστών ότι η λύση του ελληνικού προβλήματος πρέπει να περιλαμβάνει μια ουσιαστική αναπτυξιακή βοήθεια όχι μόνο για τη βραχυχρόνια αντιμετώπιση της ύφεσης αλλά για τη μακροπρόθεσμη αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Μετά τη Σύνοδο Κορυφής της 21/7, η Ελλάδα εξαρτάται περισσότερο από τον εαυτό της. Αυτό είναι το ευτύχημα αλλά και η ανησυχία. Οι διεθνείς αγορές δεν μπορούν πλέον εύκολα να πνίξουν την Ελλάδα, ο μόνος κίνδυνος προέρχεται από το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Από την ανεύθυνη δημαγωγία του πολιτικού - μιντιακού συστήματος και τον ογκούμενο στην κοινωνία αντιπολιτικό λαϊκισμό. Ας το υπογραμμίσουμε με έμφαση. Μέσα στο πανόραμα της κρίσης της ευρωζώνης, η Ελλάδα συνιστά μια θλιβερή πολιτική εξαίρεση. Είναι η μόνη χώρα που έπεσε στη δίνη της κρίσης και οι πολιτικές της δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να βρουν έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή εθνικής συνεννόησης. Ούτε καν να κατανοήσουν το μέγεθος της κρίσης. Δεν μιλώ για τη διαβόητη συναίνεση με τον Α. Σαμαρά, αλλά το στοιχειώδες καθήκον εθνικής συσπείρωσης των πολιτικών δυνάμεων ώστε να ισχυροποιήσουν διεθνώς τη χώρα. Αυτό έκαναν η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία. Στη Γερμανία επίσης, λίγο πριν από την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής, η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος δήλωσε ότι προκειμένου να σωθεί το ευρώ θα στηρίξει κοινοβουλευτικά όποιον συμβιβασμό κάνει η κυβέρνηση Μέρκελ.

Πού οφείλεται αυτή η θλιβερή ελληνική εξαίρεση; Ασφαλώς στην παγιωμένη παράδοση του μικροκομματισμού, στην επικράτηση του αρνητισμού, της ψευτοπόλωσης και της αφόρητης δημαγωγίας ως πολιτικού ύφους της μεταπολιτευτικής περιόδου. Και δομικότερα, στην ενισχυμένη αυτονομία που είχε το ελληνικό πολιτικοκομματικό σύστημα έναντι της κοινωνίας και της οικονομίας, γεγονός που επέτρεπε την εκδήλωση σε αυτό το επίπεδο αυθύπαρκτων και αυτοτελών συγκρούσεων, είτε ερήμην είτε εις βάρος του γενικού συμφέροντος. Ας μη βιαστούμε όμως να επιρρίψουμε όλες τις ευθύνες στις πολιτικές ηγεσίες και τα κόμματα. Εδώ κακοφορμίζουν παλαιές πληγές και δοκιμάζονται βαθύτερες έννοιες - σύμβολα. Οπως, π.χ., το έθνος. Ξέρουμε ότι ο ελληνικός εθνικισμός είχε συχνά μια αμυντική λειτουργία, παρήγαγε ένα φοβικό και περιχαρακωμένο «εμείς» έναντι πραγματικών ή φαντασιακών εχθρών. Σήμερα όμως διαπιστώνουνε ότι στην κορύφωση της κρίσης αυτό το «εμείς» στένεψε τόσο ώστε να αναφέρεται μόνο στον «κλάδο μου», στη «συντεχνία μου», στο «κόμμα» μου, στην οικογένεια ή στο άτομό μου, νομιμοποιώντας την αδυσώπητη φυσικότητα με την οποία η μία ομάδα επιτίθεται στην άλλη και όλες από κοινού στην κοινή προσπάθεια ανάκαμψης. Τόνοι εθνικής ρητορείας, ατέλειωτες διατριβές περί της ελληνικότητας, αδυνατούν σήμερα να παραγάγουν ένα στοιχειώδες αίσθημα αλληλεγγύης έναντι του κοινού κινδύνου και ένα υπόβαθρο κοινωνικής συνοχής. Σαν το έθνος να ήταν ευχάριστο παραμύθι για την εποχή των παχέων αγελάδων, όταν η κοινωνική ανοδικότητα και η ευμάρεια ομογενοποιούσαν την κοινωνία, και στην εποχή των ισχνών αγελάδων να μετατράπηκε σε ψευδεπίγραφο σύμβολο.

Αλλη ενδημική τάση του κοινωνικοπολιτικού μας βίου που αναθερμάνθηκε με την κρίση είναι ασφαλώς ο αντιπολιτικός λαϊκισμός, η διάχυτη δηλαδή καχυποψία και καταγγελία της «επίσημης πολιτικής», των «πάνω», των πολιτικών και γενικότερα των ελίτ. Με την ίδια ευκολία που η κοινωνία και οι συντεχνίες συναλλάσσονταν μαζί τους στην εποχή των παχέων αγελάδων επ' αμοιβαίω όφελος, με την ίδια ευκολία τώρα επιτίθενται εναντίον τους, χρεώνοντάς τους κατά απόλυτο και γι' αυτό άδικο τρόπο τις ευθύνες για την κρίση. Είναι μια εκδήλωση της παλαιάς αντιφατικής συνύφανσης της «κρατολατρείας» με τον αντικρατισμό. Η διάλυση των μεγάλων κοινωνικών οργανώσεων και η απαξίωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών ενισχύουν τον αντιπολιτικό λαϊκισμό και την ατομιστική αναρχοειδή κινητοποίηση που επενδύονται ιδεολογικά με όλες τις διαθέσιμες στο συλλογικό φαντασιακό αναπαραστάσεις. Τον «καλό λαό» ή την «καλή κοινωνία πολιτών» που αντιπαρατίθενται στους «ισχυρούς», στους «ξένους» και στους κακούς πολιτικούς. Τη βία που επιζητεί να νομιμοποιηθεί σαν απάντηση στη «βία του συστήματος», αδιαφορώντας για τις κατακτημένες ηθικές και πολιτικές αξίες της δημοκρατίας. Την «ταξική πάλη» που ως έννοια και κατάσταση ξεχειλώνει ιδεολογικά για να περιλάβει πολύ συζητήσιμες από την άποψη του γενικού συμφέροντος κοινωνικές διεκδικήσεις και συγκρούσεις.
Τα πιο πάνω φαινόμενα τροφοδοτούν μια έρπουσα κρίση νομιμοποίησης του κράτους, που γίνεται απτή στην αθέτηση των αμοιβαίων υποχρεώσεων κράτους - πολίτη (άρνηση πληρωμής των φόρων, αλλά και απαράδεκτη καθυστέρηση του κράτους να καταβάλει τις οφειλές του στους ιδιώτες), στη διάχυση των παντοειδών ανομικών συμπεριφορών, στην κρίση κύρους των κεντρικών κρατικών θεσμών, καθόσον η Δικαιοσύνη δικάζει με καθυστέρηση χρόνων και η Αστυνομία έχει επιλέξει τη σύγκρουση δακρυγόνο εναντίον μολότοφ χάνοντας βαθμιαία το πλεονέκτημα της στολής, δηλαδή του κράτους.
Είναι φανερό ότι πίσω από αυτήν την έρπουσα και εξαιρετικά επικίνδυνη κρίση νομιμοποίησης του κράτους βρίσκεται η απώλεια προσανατολισμού της ελληνικής κοινωνίας, η αίσθηση αδιεξόδου και προοπτικής. Θα ήταν ανόητο να θεωρήσουμε ότι μια σκληρή οικονομική πολιτική που είναι υποχρεωμένη να αλλάξει σε ελάχιστο χρόνο κακοδαιμονίες δεκαετιών θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς μαζικές αντιδράσεις, χωρίς βίαιες συγκρούσεις, χωρίς πολλαπλό πολιτικό κόστος. Η διαφορά είναι αν αυτή η συγκρουσιακή κατάσταση τείνει προς τη διαυγέστερη διατύπωση των πραγματικών διλημμάτων, τη δόμηση ρεαλιστικών εναλλακτικών σχεδίων, επιλογών και συμμαχιών ή αν, αντιθέτως, παροξύνει όλα τα αρνητικά στερεότυπα και τις κακοδαιμονίες του πολιτικοκοινωνικού μας βίου. Σήμερα συμβαίνει το δεύτερο. Μπορεί να αντιστραφεί αυτή η τάση; Το νέο σκηνικό που δημιούργησε η Σύνοδος Κορυφής, η περίφημη πλέον «ανάσα» που μας έδωσε, βαθιά ή όχι, βοηθά. Είναι φανερό ότι η ενδεχόμενη αναστροφή δεν θα έρθει από τις αντιπολιτεύσεις, καθώς η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν επενδύσει ανοιχτά και καθαρά στην μικροκομματική εκμετάλλευση της κρίσης. Ετσι, η πιθανότητα αναστροφής βρίσκεται στα χέρια της κυβερνητικής παράταξης. Στη συνοχή της, στην αποφασιστικότητά της και στην ικανότητά της να ανασυγκροτήσει την πλειοψηφούσα στάση ανοχής της κοινής γνώμης που είχε σχηματιστεί τους πρώτους μήνες όταν έγινε αντιληπτό το μέγεθος της κρίσης. Να συναντηθεί δηλαδή με τις υπάρχουσες κοινωνικές δυνάμεις που επιμένουν να εντάσσουν την ατομική, οικογενειακή ή συλλογική αγωνία σε μια ευρύτερη οπτική γενικού συμφέροντος και εθνικής ανασύνταξης.


*Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ, 30/7/11

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Που οδηγεί η "στάση μεταρρυθμίσεων"





Πριν ο κόμπος φθάσει στο χτένι
του Γιάννη Βούλγαρη*

Οι αντιπροσωπευτικές φιλελεύθερες δηµοκρατίες είναι τα καλύτερα πολιτικά συστήµατα από όσα διαθέτουµε, παρουσιάζουν όµως ένα σοβαρό πρόβληµα. Πάσχουν από µυωπία. 

Η όρασή τους περιορίζεται στον στενό ορίζοντα των επόµενων εκλογών ή, ακόµα βραχύτερων, κοµµατικών ή προσωπικών σκοπιµοτήτων. 
Συµβαίνει σε όλες τις δηµοκρατικές χώρες, αλλά σε εµάς παραείναι. Συµβαίνει επίσης ανεξαρτήτως συγκυριών, σε στιγµές όµως εθνικής κρίσης, το πρόβληµα µπορεί να αποβεί µοιραίο ή να έχει µοιραία αποτελέσµατα.

Είµαστε αρκετά κοντά σε ένα τέτοιο ενδεχόµενο. 
Έχουµε συνείδηση ότι οι δραµατοποιήσεις, σκόπιµες ή αυθόρµητες, συνηθίζονται στις περιόδους που τα πράγµατα στενεύουν εξαιρετικά. Όλο και περισσότερο, όµως, η οικονοµικοκοινωνική κρίση υπάρχει κίνδυνος να εξελιχθεί σε ανοιχτή πολιτική κρίση µε αποτέλεσµα να χαθεί ο έλεγχος της κατάστασης. 
Σε περιόδους που τα πράγµατα στενεύουν, συνηθίζεται επίσης η καταφυγή σε "µαγικές λύσεις" γιατί αυτές µας παρηγορούν ότι µπορούµε να αποφύγουµε τις δύσκολες επιλογές. Επειδή καταναλώσαµε ουκ ολίγες "µαγικές λύσεις" τον τελευταίο χρόνο, είναι ίσως χρήσιµη µια απλή αναδροµή σε αυτές.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Είσαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος;




του Γιάννη Βούλγαρη*

Είσαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος; Κοινότατη ερώτηση σε μέρες κρίσης και πρωτοχρονιάς.
Αν απαντάς απαισιόδοξος, καθαρίζεις αμέσως. Κανείς δεν εκπλήσσεται ούτε ζητά περαιτέρω εξηγήσεις.
Το πρόβλημα προκύπτει αν απαντήσεις ότι υπάρχουν χαραμάδες αισιοδοξίας, ότι μπορεί να τα καταφέρουμε. 

Γιατί αμέσως ακολουθεί το ερώτημα "να καταφέρουμε τι;".
Εδώ οι απαντήσεις υποχρεωτικά κλιμακώνονται ως προς το περιεχόμενο και τον χρόνο. 


Κατ΄ αρχάς, να καταφέρουμε να αποφύγουμε τα χειρότερα: τη χρεοκοπία και την κατάρρευση, όχι την απλή μείωση των εισοδημάτων και του εθνικού πλούτου. 
Δεύτερο, να βελτιώσουμε την πολιτική μας φερεγγυότητα και αξιοπιστία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ώστε να εκμεταλλευτούμε ενδεχόμενες γενικότερες εξελίξεις που θα επιτρέψουν τη βελτίωση των όρων δανεισμού μας. 
Τρίτο, να μπορέσουμε να ανακόψουμε την ύφεση και από το 2012 να μπούμε σε φορά ισχνής έστω ανάπτυξης. 
Τέταρτο, να μπορούμε να καλύπτουμε τις δανειακές μας ανάγκες μετά το 2012 με ανεκτούς όρους, είτε απευθείας από τις διεθνείς αγορές, είτε από τους μηχανισμούς στήριξης (αύριο ίσως "αλληλεγγύης") που δημιουργεί βαθμιαία η ευρωζώνη. 
Πέμπτο, να πραγματοποιήσουμε τις αναγκαίες δομικές αλλαγές ώστε να διαμορφώσουμε σε βάθος δεκαετίας μια κοινωνία που θα παράγει περισσότερα από όσα δαπανά και ένα κράτος που θα κυβερνά και θα εξυπηρετεί αντί να σπαταλά και να ταλαιπωρεί. 

Το μόνο σενάριο που αποκλείεται είναι ότι ζούμε έναν πρόσκαιρο εφιάλτη και ύστερα από 2-3 χρόνια θα ξαναγυρίσουμε στα προ της παγκόσμιας κρίσης του 2008 «κεκτημένα». 

Ατυχώς, οι επιπτώσεις αυτής της κρίσης θα διαρκέσουν περισσότερο κι εμείς που βρεθήκαμε στο επίκεντρό της πρέπει να καταφέρουμε μια ειρηνική επανάσταση ανάλογης σημασίας με τη μεταπολίτευση για να αντεπεξέλθουμε. 
Είναι δυνατόν; 

Η πρώτη και πιο παράδοξη χαραμάδα αισιοδοξίας είναι ίσως η επιθετικότητα των διεθνών αγορών που δοκιμάζουν την αντοχή του ευρώ και τις προθέσεις της Γερμανίας. 

Οι λύσεις που δίνει η Μέρκελ είναι πρόσκαιρες και λειτουργούν σαν πρόσκληση νέας επιθετικής ή αμυντικής κερδοσκοπίας των χρηματαγορών, οι οποίες τελευταία, φαίνεται να ανιχνεύουν, εν είδει colpo grosso, τις αντοχές αυτής της ίδιας της Γαλλίας. Γι΄ αυτό ενισχύονται οι φωνές που ζητούν μια γενική λύση σε επίπεδο ευρωζώνης. Φωνές μέσα από την Ευρώπη, αλλά και φωνές από όλον τον κόσμο, καθόσον η διάλυση του ευρώ θα είχε απροσμέτρητες παγκόσμιες επιπτώσεις. 
Είναι πιθανόν η Γερμανία να μην μπορέσει τελικά να αντισταθεί και η «πίεση των αγορών» παραδόξως να επιταχύνει τον σχηματισμό του δημοσιονομικού πυλώνα της ευρωζώνης. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η πρόσφατη (αλλά τόσο καθυστερημένη) αφύπνιση του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που τοποθετήθηκε με σαφήνεια υπέρ μιας ευρωπαϊκής απάντησης στην κρίση του ευρώ υποστηρίζοντας το τετράπτυχο: συμφωνημένο «κούρεμα» του χρέους των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας- στενότερος συντονισμός δημοσιονομικών πολιτικών- ευρωομόλογα - επιτάχυνση πολιτικής ενοποίησης. 
Θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε αν στη χώρα-κλειδί της ευρωζώνης θα αναζητηθεί μια νέα σύνδεση της Αριστεράς με την ευρωπαϊκή ιδέα. Πόσω μάλλον που από ό,τι φαίνεται η προσεχής σύγκρουση στην ευρωζώνη θα συνίσταται στο κατά πόσο η περίφημη «οικονομική διακυβέρνηση» θα γείρει δυσανάλογα προς την πλευρά "των κυρώσεων και της πειθαρχίας" εις βάρος της αναγκαίας "αλληλεγγύης και αναδιανομής". 
Αυτή η «τοπική» σύγκρουση εντάσσεται εξάλλου στην αντιπαράθεση κρατών και χρηματοπιστωτικών αγορών που άνοιξε με την κρίση του 2008 και η οποία αντιπαράθεση κλίνει σαφώς υπέρ των αγορών με προφανές κόστος για τις παντός είδους προοδευτικές δυνάμεις. 

Σε κάθε περίπτωση, το ευρωπαϊκό σκηνικό εξελίσσεται, αλλά ακόμα και αν οι εξελίξεις κινηθούν στη θετική κατεύθυνση, η Ελλάδα θα είναι υποχρεωμένη να πραγματοποιήσει μια εσωτερική ειρηνική επανάσταση, ή μετριοπαθέστερα, μια δημοσιονομική και οικονομική μεταπολίτευση, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να ανακτήσει σε βάθος χρόνου τα επίπεδα ευημερίας που γνώρισε πριν από την κρίση. 
Αυτή τη φορά όμως θα πρέπει να το κάνει βασιζόμενη κυρίως στις δικές της παραγωγικές δυνάμεις, και όχι μέσω της επισφαλούς ανάπτυξης με μοχλό και πάλι τη δανεισμένη κατανάλωση. 

Μπορεί η Ελλάδα να πραγματοποιήσει αυτή την τομή; 


Εδώ η χαραμάδα αισιοδοξίας στενεύει. Εγκειται στο ότι παρά τον επώδυνο χαρακτήρα των μέτρων, η κοινωνία, μαζί με την οργή, εκφράζει συνειδητή ανοχή, διαισθανόμενη προφανώς την κρισιμότητα και την πολυπλοκότητα της κατάστασης. Δεν είναι λίγο (αν μάλιστα συνυπολογίσουμε το συνεχές προπαγανδιστικό ροκάνισμα με τα σλόγκαν «Μνημόνιο ή όχι Μνημόνιο», «οι θυσίες είναι χωρίς ελπίδα» κ.λπ.). 
Η ανοχή έδωσε και δίνει χρόνο στην Ελλάδα και στις πολιτικές ηγεσίες να αποτρέψουν τη χρεοκοπία και τον εξοστρακισμό από το ευρώ. Δεν φτάνει όμως, γιατί η Ελλάδα μπορεί να ξεφύγει το χειρότερο, αλλά να μείνει εγκλωβισμένη σε μια ζώνη συνεχούς επισφάλειας. 
Αυτό θα γίνει αν απλώς περικόψουμε χωρίς να αλλάξουμε τις δομές και τις νοοτροπίες που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία, αν, με άλλα λόγια, γίνουμε φτωχότεροι μένοντας ίδιοι και στα ίδια. 

Ολες οι αδράνειες που εκδηλώθηκαν στο παθογενές πλέγμα δημόσιου- ιδιωτικού κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο σπρώχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. 
Εδώ διαμορφώθηκε μια δομή κοινωνικών αντιπαραθέσεων και πολιτικής διαπραγμάτευσης στις οποίες δεν ήταν ευκρινείς ούτε οι διεκδικήσεις, ούτε το κόστος των εκάστοτε «λύσεων», ούτε η διάταξη των συγκρουόμενων κοινωνικών ομάδων στην κάθετη ιεραρχία δυνατών και αδύναμων (εξαιρώντας βεβαίως τα «άκρα», δηλαδή τους πολύ «πάνω» και τους πολύ «κάτω»). 
Αυτή η αδιαφανής και κατακερματισμένη αντιπαράθεση παίχτηκε πρωτίστως στον αχανή «ενδιάμεσο κοινωνικό χώρο» και είχε ως αποτέλεσμα το κάθε θεσμικό υποσύστημα να μετακυλίει το κόστος και τα προβλήματά του στα διπλανά: το φορολογικό στο δημοσιονομικό, η απασχόληση στην εκπαίδευση, η υγεία στο ασφαλιστικό, κ.ο.κ. Για τον ίδιο λόγο εξάλλου στάθηκε δύσκολο έως ακατόρθωτο να εξασφαλίσει δομημένες και σταθερές συναινέσεις μια μεταρρυθμιστική στρατηγική. 
Ο φτηνός δανεισμός λόγω του ευρώ έκανε για λίγα χρόνια δυνατή την παράταση των αδρανειών. Σήμερα όμως οι ισορροπίες έχουν ανατραπεί και προβάλλουν πιεστικά πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις που απαιτούν ριζικότερες αλλαγές. 

Η φοροδιαφυγή των ανώτερων, των μεσαίων και των μικροεργοδοτικών στρωμάτων, η παράλυση της Δικαιοσύνης και η διαφθορά του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, συγκρούονται μετωπικά με το ότι η μισθωτή εργασία χάνει 20% και 25% της αξίας της. 
Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα πληρώνουν τώρα το ότι αποτέλεσαν τον παρία της πολιτικής αντιπροσώπευσης σε ένα κομματικόσυνδικαλιστικό σύστημα που στηρίχτηκε στον δημόσιο τομέα. 
Η κοινωνία πληρώνει ήδη με όρους διάχυτης ανομίας την απουσία μέλλοντος που προκάλεσε η μετακύλιση των αδρανειών του συστήματος στις νέες ηλικίες. 
Τα παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν, αλλά το μόνο που θέλουν είναι να καταγράψουν τις ανατροπές των παλαιών ισορροπιών έτσι ώστε να σκεφτούμε μια δομημένη πιθανή «συμμαχία» νέων κοινωνικοπολιτικών αιτημάτων που ζητούν ικανοποίηση και μπορούν να προσφέρουν συναίνεση σε μια μακρόχρονη στρατηγική μεταρρυθμίσεων. 
Σε μια δημοσιονομική και οικονομική μεταπολίτευση. 


*από ΤΑ ΝΕΑ

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Σηματοδότης του κενού στα αριστερά


του Γιάννη Βούλγαρη*

Η διάσπαση του Συνασπισμού ήταν η καθυστερημένη φυσική κατάληξη μιας παρατεταμένης αφύσικης συνύπαρξης δύο διαφορετικών πολιτικών νοοτροπιών κάτω από την ίδια στέγη.
Η μετάλλαξη του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν μετακομμουνιστικό χώρο «διαμαρτυρίας» χωρίς όρια στον αριστερισμό, εσχάτως μάλιστα ούτε και στη βία, οδήγησε στην έξοδο την τάση των Ανανεωτικών.

Το επόμενο ματς θα παιχτεί στην έδρα του ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ των κ.κ. Τσίπρα και Αλαβάνου.
Η έκβαση του συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι ακόμα σαφής, αλλά η εξέλιξη του πρωταθλήματος είναι.
Το παρελθόν προδιαγράφει την πολιτική «εικόνα» του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στο προσεχές μέλλον.
Ενα κόμμα που θα μετεωρίζεται μεταξύ της παλαιοκομμουνιστικής δογματικής κουλτούρας και του κινηματικού «νεοαναρχισμού».
Οπως εξάλλου συμβαίνει στα μικρά κόμματα που δεν «αναμειγνύονται» σε ζητήματα διακυβέρνησης της χώρας, οι μάχες μηχανισμών θα υπεριδεολογικοποιούνται, οι μικροί ναρκισσισμοί των τάσεων και των ηγετών θα φουσκώνουν, με αποτέλεσμα τις περιοδικές εκρήξεις και διασπάσεις. Κανέναν δεν θα εκπλήξει μια τέτοια εξέλιξη στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.

Κόμμα έκτακτης ανάγκης

Αντιθέτως, η εξέλιξη της τάσης των Ανανεωτικών είναι λιγότερο προβλέψιμη και ως εκ τούτου πιο ενδιαφέρουσα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, θα συγκροτήσουν νέο κόμμα κάνοντας άνοιγμα και στους Οικολόγους Πράσινους, με την ελπίδα ότι οι τελευταίοι θα καταλάβουν πως η εθνική κρίση, καλώς ή κακώς, υποβαθμίζει τις οικολογικές αγωνίες των πολιτών. Στελέχη της Ανανεωτικής Αριστεράς υποστήριξαν ότι επειδή το ΠΑΣΟΚ έχει κινηθεί πολύ στα δεξιά υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές και ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ πολύ στα αριστερά οπισθοδρομώντας σε μια «νεοκομμουνιστική» εκδοχή, υπάρχει πολιτικό κενό για το νέο κόμμα.
Η επιχειρηματολογία είναι λανθασμένη.

Πρώτον, γιατί αν το κενό όντως υπήρχε, θα ήταν τόσο μεγάλο ώστε ένα μικρό κόμμα απλώς θα έπεφτε στο πολιτικό βάραθρο, χωρίς να πείθει ότι μπορεί να το καλύψει.
Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ δεν διεκπεραιώνει μια νεοφιλελεύθερη πολιτική αλλά μια πολιτική ειδικών συνθηκών, μια πολιτική εθνικής αναγκαιότητας, από την οποία εξαρτάται η τύχη της Ελλάδας για δυο - τρεις γενιές.
Αυτή η πραγματικότητα δεν περιγράφεται ούτε χαρακτηρίζεται πλέον με τρέχοντες όρους Αριστεράς Δεξιάς, αλλά με όρους έκτακτης εθνικής ανάγκης. Η κοινωνία το καταλαβαίνει καλύτερα από τα κόμματα, αφού ο κ. Σαμαράς παρότι γνωρίζει καλά την αναγκαιότητα αφήνει μόνο του το ΠΑΣΟΚ να τη διεκπεραιώσει ελπίζοντας να εισπράξει τη φθορά, ενώ το ΚΚΕ και ο κ. Αλαβάνος (αν καταλάβαμε καλά) θέλουν να δώσουν ένα χεράκι βοήθειας να χρεοκοπήσει η χώρα ώστε να «συνειδητοποιηθούν πολιτικά» οι εργαζόμενοι. Επιπλέον, το μισό ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να έχει επίγνωση της κατάστασης, εξ ου και η απελπιστική ανεπάρκεια πλήθους υπουργών.
Στην πραγματικότητα, τα παγιωμένα παραδοσιακά κόμματα εξακολουθούν να λειτουργούν με βάση τα στερεότυπά τους, τη ρουτίνα τους και τα μικροσυμφέροντά τους. Σε αυτή τη βάση της συνέχειας και της ρουτίνας, δεν υπάρχει ουσιώδες πολιτικό κενό, τα παγιωμένα κόμματα καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα και πλεονεκτούν λόγω των ιστορικών δεσμών με τους εκλογείς τους.

Χώρος υπάρχει και θα υπάρξει μόνο αν εμφανιστούν κόμματα «ασυνέχειας», κόμματα που θα εκφράσουν τις συνθήκες έκτακτης εθνικής ανάγκης, θα αυτοεκτεθούν στις ανατροπές των στερεότυπων που η εθνική κρίση έχει προκαλέσει ήδη, θα μεταδώσουν τη δυναμική της νέας κατάστασης. Αν υπάρχει μια πρόσφατη ιστορική παραλληλία, είναι ασφαλώς εκείνη της Μεταπολίτευσης όταν το αντίστοιχο διακύβευμα ήταν η οικοδόμηση των νέων δημοκρατικών θεσμών σε συνθήκες αστάθειας και απροσδιοριστίας.

Το παράδοξο

Το κλίμα όμως τώρα είναι ιδιαίτερα δυσμενές για την εμφάνιση νέων κομμάτων, δεδομένης της δυσπιστίας των πολιτών.
Όποιο κόμμα και αν εμφανιστεί σήμερα στο πολιτικό σκηνικό, θα πρέπει, εκτός από κόμμα που ενστερνίζεται τις συνθήκες έκτακτης εθνικής ανάγκης, να είναι ταυτόχρονα και ένα παράδοξο είδος «μη κόμματος», δηλαδή θα πρέπει να απεμπολήσει τα γνώριμα χαρακτηριστικά με τα οποία οι πολίτες έχουν ταυτίσει τα κόμματα, κάνοντάς τους να «βγάζουν σπυράκια» (π.χ., κραυγαλέα προσωπική και μικροκομματική ιδιοτέλεια που πλασάρεται με έναν υποκριτικά ανιδιοτελή λόγο).
Ένα κόμμα «έκτακτης ανάγκης» μπορεί ακόμα να αποδεχθεί την ενδεχόμενη προσωρινότητά του, καθιστώντας την στοιχείο της «εικόνας» του και πλεονέκτημα για την απελευθέρωση του λόγου του. Πιθανόν αυτό να αποδειχθεί πιο πειστικό από το να εμφανιστεί π.χ. άλλο ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς, το οποίο θα θεωρεί τον εαυτό του πυρήνα μιας μελλοντικής μεγάλης στρατιάς προς τον σοσιαλισμό ή όπου αλλού.

Οι πολιτικές συντεταγμένες ενός ενδεχόμενου νέου φορέα Ανανεωτικής Αριστεράς συνάγονται από τα προηγούμενα.
  • Όχι χρεοκοπία της Ελλάδας.
  • Ανανέωση, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος.
  • Μετασχηματισμός του ελληνικού οικονομικοκοινωνικού μοντέλου κατά την παρούσα κρίση και μέσω αυτής.
  • Αριστερός ευρωπαϊσμός με αιχμή την εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης ώστε να ανατραπούν οι γενικευμένες εθνικές πολιτικές λιτότητας και να γίνει εφικτή η συντονισμένη αναπτυξιακή πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολιτικό πλαίσιο εξαιρετικά άβολο για ένα αριστερό κόμμα, καθώς αντιφάσκει με τα στερεότυπα που επικράτησαν στην Αριστερά κατά την ύστερη Μεταπολίτευση. Ουσιαστικά, σημαίνει:
  • Να αποδεχθεί την αναγκαιότητα των σκληρών μέτρων για την αποφυγή της χρεοκοπίας (με αντίβαρο έστω μια «λελογισμένη δημαγωγία»).
  • Να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια μεταρρυθμίσεων που υπάρχουν στο Πρόγραμμα Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης προτάσσοντας τα συμφέροντα και τις ανάγκες των πιο επισφαλών κοινωνικών ομάδων και ιδίως των νέων γενεών, που κινδυνεύουν όχι μόνο από τον «νεοφιλελευθερισμό» αλλά και από την ισχύ των εξασφαλισμένων ανώτερων- μεσαίων στρωμάτων, χάρη στην οποία ισχύ μετακυλίουν τις παθογένειες του οικονομικοκοινωνικού μοντέλου στην υπόλοιπη κοινωνία.
  • Να αξιοποιήσει τις αναζητήσεις της σύγχρονης Αριστεράς για την επιβολή νέων θεσμών ρύθμισης της οικονομίας και της κοινωνίας που θα αντιστοιχούν στις νέες συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της προωθημένης εξατομίκευσης.

Αυτοκριτική

Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι ένα τόσο δύσκολο και άβολο «πρόγραμμα» γίνεται πειστικότερο αν περιλάβει μια αυτοκριτική της Αριστεράς για το μερτικό των ευθυνών της στη χρεοκοπία της χώρας.
Στην πραγματικότητα, δεν θα πρόκειται για αυτοκριτική αλλά για νέα αυτογνωσία.
  • Πώς και γιατί η «Αριστερά της θυσίας» εξελίχθηκε στην οικονομίστικη Αριστερά των επιδομάτων, της επιβράβευσης της παραβατικότητας και της κατάχρησης του δημόσιου χώρου;
  • Πώς εξελίχθηκε στην «αγωνιστική» αιχμή του ατομισμού και του συντεχνιασμού που κατέκλυσε την Ελλάδα της ύστερης Μεταπολίτευσης οδηγώντας την στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και τη χρεοκοπία;
  • Γιατί είναι αριστερή πολιτική απασχόλησης να αγωνίζεσαι να νομιμοποιήσεις τους συμβασιούχους του Δημοσίου που διόρισε το ΠΑΣΟΚ και θέλει να απολύσει η Ν.Δ. και ύστερα τους συμβασιούχους της Ν.Δ. που θέλει να απολύσει το ΠΑΣΟΚ;
  • Δεν υπάρχει μια αριστερή πρόταση παραγωγικότερης απασχόλησης για τις νέες γενιές;
Στην ουσία, όλα αυτά δεν συνιστούν μόνο μια στενή εθνική αυτοκριτική της Αριστεράς.
Εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης που αναρωτιέται για την αθέλητη συμβολή του αριστερού οικονομισμού στην εμπέδωση της μετανεωτερικής ναρκισσιστικής καταναλωτικής κουλτούρας η οποία δεσπόζει στις σύγχρονες δημοκρατίες.

Μεγάλα ζητήματα, δυσανάλογα για μικρές κομματικές δυνάμεις.

Ίσως όμως η ενδεχόμενη εμφάνιση ενός νέου φορέα της Ανανεωτικής Αριστεράς να έχει περισσότερο χρησιμότητα ως σηματοδότης ενός κενού σύγχρονης Αριστεράς, παρά στην πλήρωσή του.
Ιδίως στην Ελλάδα, που όλοι ακολουθούμε το γνωστό καλαμπούρι του Γούντι Αλεν: «Εχω μια καλή απάντηση, έχει κανείς μια καλή ερώτηση;».


*Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
πηγή: ΤΑ ΝΕΑ, 12/6/10

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget