Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Πώς αλλάζει κανείς όταν ερωτεύεται την ομορφιά

από βιβλιοκριτική του Πέτρου Μαρτινίδη*
Αν ήταν μόνο η ομορφιά που δίνει υποσχέσεις ευτυχίας, θα μπορούσαμε εύκολα να υπομείνουμε τις κάθε είδους διαψεύσεις ή απογοητεύσεις. Δυστυχώς, το ίδιο κάνουν και οι κυβερνήσεις. Και οι διαψεύσεις, εκεί, δεν σηκώνουν μοιρολατρική αποδοχή ή κάποια συνετή μετάθεση προσδοκιών. Ιδίως από εκείνους που δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ τους τις υποσχέσεις της ομορφιάς.
Εδουάρδος Μανέ: Ολυμπία
Η ιστορία του "προβλήματος της Δήλου" είναι γνωστή στους μαθηματικούς από ένα επεισόδιο που μεταφέρει ο Πλούταρχος. Καταπονημένοι από αρρώστιες και έριδες οι κάτοικοι του νησιού αποτάθηκαν στο μαντείο των Δελφών κι εκείνο τους παρήγγειλε να διπλασιάσουν τον κυβικό ναό του Απόλλωνα. Κάτι ακατόρθωτο για μια γεωμετρία του διαβήτη και του χάρακα (αφού η ακμή του νέου κύβου έπρεπε να είναι η τρίτη ρίζα του δύο, δηλ. το 1,25992… της αρχικής). Ωστόσο, το ουσιώδες μήνυμα του χρησμού ήταν να αφήσουν οι κάτοικοι της Δήλου τις μεμψιμοιρίες και τις έριδες και να καταπιαστούν με τα μαθηματικά, ώστε η σωτηρία να έρθει από την πνευματική τους καλλιέργεια.
Δεν ξέρω κατά πόσο μια ανάλογη συνταγή προσφέρεται για τις μέρες που περνάμε. Εάν, πάντως, οι αδικημένοι από τα μέτρα της άγριας λιτότητας, οι τόσο ευεπίφοροι να ξεσηκώνονται, να απεργούν και να διαδηλώνουν, διέθεταν κάτι από τους περικομμένους μισθούς τους για να αγοράσουν το βιβλίο του Νεχαμά*  και κάτι από τις μακρές τους συζητήσεις περί το μέλλον που μας επιφυλάσσεται, για να βρουν χρόνο να το διαβάσουν, ίσως η κατάσταση όλων γινόταν λιγότερο ανυπόφορη. 
Δεν ξέρω, επίσης, εάν μας περιμένουν καλύτερες μέρες κι αν θα βγούμε ποτέ από την περιβόητη οικονομική κρίση. Το να βγούμε όμως από την ακρισία, την απληστία και την προσήλωση στην τηλεοπτική χυδαιότητα, είναι στο χέρι μας. Η εποχή προσφέρεται απολύτως, όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται σαν πρόκληση, τη στιγμή που "ο κόσμος καίγεται". Αλλά τα πιο καλοχτενισμένα εφηβαία εμφανίζονται, όπως δείχνει η ιστορία, κυρίως σε εποχές κατά τις οποίες ο κόσμος καίγεται.
Η ομορφιά πάντα μας γνέφει προς το μέρος της. Αν θέλουμε να επιμείνουμε στην τύφλα μας, είναι μάλλον βέβαιο πως δεν αξίζουμε καμιά άλλη υπόσχεση. 
(...)

*The Athens Review of Books, βιβλιοκριτική του Πέτρου Μαρτινίδη για το βιβλίο:
Αλέξανδρος Νεχαμάς, Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωήμτφρ. Ελένη Φιλιππάκη, Νεφέλη, Αθήνα 2010, σελ. 168

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Η κουλτούρα του Δεκέμβρη

Από τον Ηλία Κανέλλη*

Αλέξανδρος Κυριακόπουλος, Ευθύμιος Γουργουρής (επιμ.),
Ανησυχία. Μια καταγραφή του αυθόρμητου τον Δεκέμβριο του 2008.
Καστανιώτη, Αθήνα 2009, σελ. 288

Στις 6 Δεκεμβρίου 2009, πρώτη επέτειο του φόνου του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον αστυνομικό εν υπηρεσία Επαμεινώνδα Κορκονέα, όπως ήταν αναμενόμενο διοργανώθηκαν πολλές συγκεντρώσεις. Όπως επίσης ήταν αναμενόμενο, ο φόβος της επανάληψης των επεισοδίων της περσινής χρονιάς έδωσε ένα και μοναδικό, μονοδιάστατο πολιτικό περιεχόμενο στις διαδηλώσεις – και γι’ αυτό δεν ευθύνονται τα ΜΜΕ.

Χειραφετημένες από τις κομματικές οργανώσεις, οι εκδηλώσεις αυτές δομήθηκαν γύρω από μια απόλυτη αντίθεση σε οτιδήποτε εμφανίζεται ως θεσμικό, ως συστημικό – γι’ αυτό, άλλωστε, η βία που υπόσχονταν οι αναγγελίες τους ήταν έκφραση του μίσους «εναντίον του συστήματος». Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα πολιτικά κόμματα περιορίστηκαν στη γενικόλογη ρητορική της υπενθύμισης του εγκλήματος, αποφεύγοντας την οργανωμένη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, διά του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του, Αλέξη Τσίπρα, προέτρεψε όσους θεωρούν ότι τα «συσσωρευμένα αδιέξοδα της νέας γενιάς», το «εύφλεκτο υλικό» όπως τα χαρακτήρισε, υπάρχουν, να ξανακατεβούν στους δρόμους, να αμφισβητήσουν το «σύστημα εξουσίας».
Το εγερτήριο κείμενο του κ. Τσίπρα[1], αφού συστηματικά παρέκαμπτε τη βία, στις εκδηλώσεις της οποίας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ασφαλώς το κόμμα του δεν συμμετέχει, έκλεινε με μια εξαιρετικά προβληματική διαπίστωση, για εκφραστή κομματικού μορφώματος που έχει θεωρηθεί μεταρρυθμιστικό. Σύμφωνα με τη διατύπωση αυτή, το «σύστημα εξουσίας (…) φοβάται τον επόμενο Δεκέμβρη, που θα ξεσπάσει πιο συνειδητά, πιο οργανωμένα, με ξεκάθαρα διατυπωμένα τα πολιτικά και κοινωνικά του αιτήματα: αντίσταση, αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια».

Μιλώντας σαν αντιεξουσιαστής, μιλώντας δηλαδή ωσάν ο ίδιος και το κόμμα του να μην είναι τμήμα αυτού που ο ίδιος αποκαλεί «σύστημα εξουσίας», ο Αλέξης Τσίπρας επί της ουσίας έκλεινε το μάτι στις ετερόκλητες δυνάμεις που συντάσσονταν στα χαρακώματα της καταστροφής.
Διότι, παρά τη διακήρυξη της ειρηνοφιλίας του ΣΥΡΙΖΑ, είχαν προετοιμαστεί επεισόδια από άλλους και, φυσικά, δεν προκλήθηκαν εξαιτίας των πολυάριθμων αστυνομικών δυνάμεων που εκ των προτέρων είχαν οργανωθεί να τα αντιμετωπίσουν, έγιναν ζημιές (όχι τόσο εκτεταμένες, αλλά έγιναν), υπήρξαν τραυματισμοί (μεταξύ των οποίων, ηχηρότερος, διότι έγινε σε χώρο που απαγορευόταν να εισέλθουν αστυνομικές δυνάμεις, σε χώρο δηλαδή που καλύπτεται από το λεγόμενο «πανεπιστημιακό άσυλο», ο τραυματισμός του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρίστου Κίττα, που αμέσως μετά παραιτήθηκε), εκδηλώθηκαν δηλαδή συγκροτημένα εκδηλώσεις βίας που, βεβαίως, κατεστάλησαν από την αστυνομία.

Γιατί μπήκε ο ΣΥΡΙΖΑ στο κάδρο της βίας;


Γιατί επέμενε ο βασικός εκπρόσωπός του να μπει σε αυτό το κάδρο;
Πολιτικά, δεν είναι εύκολη η απάντηση, ιδίως μάλιστα όταν έχει κανείς στο μυαλό του τη συνεισφορά στην πολιτική κουλτούρα του τόπου του ΚΚΕ εσωτερικού, προγενέστερου του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ πολιτικού σχήματος που εξέφρασε την ανεξάρτητη από τις επιλογές της πρώην ΕΣΣΔ αριστεράς.
Συνυπολογίζοντας τη ρητορική του αποκαλούμενου «ριζοσπαστικού» τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ, των συνιστωσών δηλαδή του πολιτικού σχηματισμού που εισηγούνται στρατηγικές «ρήξης», υπό την νέα ταυτότητά του, είναι φανερό ότι ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος απομακρύνεται από τη δημοκρατική και ευρωπαϊκή αριστερά, εκτιμώντας ότι είναι προτιμότερο να εκφράζει την κινηματικού χαρακτήρα αριστερά που ομνύει στην ανατροπή.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η αριστερά αυτή επιλέγει να εκφράζεται πέραν του συστήματος, το οποίο (για να το πούμε με τους τελεολογικούς όρους που χρησιμοποιεί κάθε οραματική αριστερά) απλώς χρησιμοποιεί ώσπου να το διεμβολίσει. Εδώ, πέραν του συστήματος δηλαδή, ας μας επιτραπεί να χρησιμοποιήσουμε λίγο τη φαντασία.

Επειδή, λοιπόν, πέραν του συστήματος η μόνη βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη προοπτική της ανατροπής του από τις αριστερές και/ή τις αντιεξουσιαστικές δυνάμεις είναι το χάος, ενισχυμένο μάλιστα από την ανυπαρξία κανόνων στη διαχείριση όποιας πραγματικότητας προκύψει, η ριζοσπαστική αριστερά βαθμιαία αποστασιοποιείται από τις πραγματικότητες της κοινωνίας μας.

Προτιμά τις γενικόλογες περιγραφές της και την καλλιέργεια ενός άλλου πεδίου, μυθολογικού.

Οι μυθολογίες, φυσικά, είναι ελκυστικές στις κοινωνικές κατηγορίες που δεν είναι υποχρεωμένες να σκέπτονται την επιβίωση. Ανάμεσά τους, οι νέοι. Οι όποιες πολιτικές επιλογές της συγκεκριμένης ριζοσπαστικής αριστεράς, λοιπόν, υποτίθεται ότι γίνονται στο όνομα των νέων, πιο καλά της νεολαίας, που είναι εξαιρετικά ευάλωτη στις φοβίες του μέλλοντος αλλά και στις μυθολογίες – με κυριότερες εκείνες της χειραφέτησης.

Πόσο μεγάλο τμήμα των νέων μπορεί να προσελκυσθεί από αυτού του τύπου τη ρητορική; Με δεδομένη την «κρίση αυθεντίας των κεντρικών θεσμών» (κατά τον ορισμό του Γιάννη Βούλγαρη[2]) και τη σύγχυση που αυτή η κρίση αυθεντίας επιτείνει, μπορεί να είναι διόλου ευκαταφρόνητη πολιτική «πελατεία», είτε στις κάλπες είτε, πολύ περισσότερο, στη συμμετοχή σε γοητευτικά απείθαρχα κινήματα, με ελάχιστο πραγματικό και συμβολικό κόστος (αφού, όση έκταση κι αν πάρει η καταστολή, η ίδια η κοινωνία προστατεύει τα παιδιά της, ελπίζοντας ότι μεγαλώνοντας, όσο κι αν την έχουν αμφισβητήσει, στο τέλος θα την αναπαραγάγουν).

Αυτή η γοητεία, ήδη, έχει καταγραφεί στα τεκμήρια της λεγόμενης «εξέγερσης του Δεκέμβρη 2008». Στις τοιχογραφίες, στα γκραφίτι και στα στένσιλ, στις αφίσες, στα συνθήματα και στις προκηρύξεις.
Ασχολίαστα, αλλά συστηματικά καταγεγραμμένα, πλέον υπάρχουν σε μια έκδοση, στο βιβλίο Ανησυχία. Πρόκειται για υλικό που «κόσμησε» τους δρόμους της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 2008, υλικό που συνέλεξαν, κατέγραψαν και ταξινόμησαν ο Αλέξανδρος Κυριακόπουλος και ο Ευθύμιος Γουργουρής.
Το βιβλίο που προέκυψε από αυτή την καταγραφή λειτουργεί σαν μια έκθεση τεκμηρίων, των τεκμηρίων της κουλτούρας του Δεκέμβρη, που αναζητούν ερμηνεία.

Ένας από τους γοητευτικότερους επαναστατικούς μύθους αφορά τον Γαλλικό Μάη του 1968. Ως παραπομπή, συγκεράζει το αυθόρμητο, το «ακαπέλωτο» από κομματικούς μηχανισμούς, το ευφάνταστο – αυτό τελοσπάντων που ανακαλεί η φράση «η φαντασία στην εξουσία». Ανακαλώντας τα παραπάνω γενικά χαρακτηριστικά, χωρίς υποχρέωση εξειδικευμένης αναφοράς στα γεγονότα, στα πολιτικά αιτήματα, στις κοινωνικές δυνάμεις ή στις προσωπικότητες που αναδείχθηκαν, στα αποτελέσματα και στην πορεία των πολιτικών δυνάμεων αλλά και των ιδεών που ανέδειξε εκείνος ο Μάης, τι άλλο μένει παρά η γενικευμένη αίσθηση της επαναστατικής γιορτής – αυτής της γιορτής που οφείλουν, σύμφωνα με τη ριζοσπαστική μυθολογία, να επαναλάβουν οι επόμενες γενιές;

Αλλά ο Γαλλικός Μάης δεν ήταν ένα ανορθολογικό πάρτι της καταστροφής για την καταστροφή. Ο Έρικ Χόμπσμπομ θεωρεί τη χρονιά εκείνη «σημαντική στην ιστορία τριών κόσμων»: του δυτικού καπιταλισμού, των κομμουνιστικών κρατών και της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής.
Την πιο δυνατή περίοδο ευημερίας και ανάπτυξης του βιομηχανικού κόσμου, λέει ο Χόμπσμπομ, «το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσαν να φανταστούν πολιτικοί και διανοούμενοι ήταν οι ταραχές στο Παρίσι, αλλά και σε άλλες πόλεις της περιφέρειας, φαινομενικά ξαφνικές, από ένα πλήθος ανθρώπων της μεσαίας τάξης με σκοπό την επανάσταση.
Εξίσου απροσδόκητα, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του κομμουνιστικού κόσμου, ήταν τα γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία: ένα κομμουνιστικό κόμμα στην εξουσία ασπάστηκε επισήμως τον πλουραλισμό. Κι αν ήταν ήδη δυνατό να προβλεφθεί, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την παγκόσμια δύναμή τους, δεν θα παρέμεναν αιωνίως στο Βιετνάμ…»[3].

Ο μύθος όμως υπερισχύει της πολιτικής ανάλυσης.
Ποια στοιχεία περιέχει ο Γαλλικός Μάης ως μύθος; Ανατροπή, χαρά, καταστροφή, απείθεια – γοητεία. Μυθολογικά συστατικά, δηλαδή μη μετρήσιμες παραμέτρους.
Διεκδικώντας να καταγραφεί ως επαναστατικός μύθος, ο οικείος Δεκέμβρης εκκινεί επίσης από τα δικά του μυθολογικά παραφερνάλια, από τις δικές του «στρατηγικές του αυθόρμητου». Ωστόσο, οι κινήσεις των «εξεγερμένων» εμποτίζονται με μια συστηματικά οργανωμένη στην έκφρασή της κουλτούρα.

Η κουλτούρα του Δεκέμβρη, όπως εκφράστηκε στην τέχνη και γενικά στις εκφράσεις του δρόμου, υποκινεί σε μεγάλο βαθμό το μίσος, την καταστροφή, το χάος – στο όνομα της αναπαραγωγής των «επαναστατικών συνθηκών».

Ας δούμε τι γράφεται σε ένα από τα χαρακτηριστικότερα και πληρέστερα καταστατικά τεκμήρια του ημέτερου Δεκέμβρη του 2008 – σε μια αφίσα που παραινεί για «ζωηρές», «επαναστατικές», «γοητευτικές» πράξεις:
καταλάβετε σχολές, σαμποτάρετε τα ακυρωτικά μηχανήματα, μπείτε σε άδεια σπίτια, πάρτε τηλέφωνο για βόμβα, ανάψτε τσιγάρο στο μετρό, γιουχάρετε τον κάθε ένστολο, παίξτε ποδόσφαιρο σε λεωφόρους, ερωτευτείτε, σπάστε βιτρίνες, απειλείστε (sic), απελευθερώστε κατσαρίδες σε δημόσια κτήρια, κάντε φάρσες, πετάξτε μπογιές
–καλές γιορτές–
απαλλοτριώστε σούπερ μάρκετ, ξεφουσκώστε λάστιχα περιπολικών, βάλτε τις φωνές, αφήστε απλήρωτους λογαριασμούς, γρατσουνίστε πολυτελή τζιπ, ρίξτε ζάχαρη στα μηχανήματα δημοσίων έργων, γράψτε με σπρέυ, κωλυσιεργήστε στη δουλειά σας, παρακωλύστε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, φτύνετε στο πάτωμα σε εφορίες, αρνηθείτε να σερβίρετε μπάτσους, διαδώστε φήμες, ταλαιπωρήστε δημοσίους υπαλλήλους, στείλτε google bombs, βουλώστε δημόσιες τουαλέττες, μιλήστε με αγνώστους, αχρηστέψτε ΑΤΜ

Σε τι έγκειται η γοητεία, τι ακριβώς αποθεώνει η ζωηράδα της παραπάνω «οργισμένης» προστακτικής – που, με τον πιο υστερόβουλα συντηρητικό τρόπο, ισοπεδώνει τον έρωτα σε «αντικανονική» πράξη; Υποτίθεται, με θράσος υποκινεί σε απείθεια. Απείθεια, έναντι τίνος; Έναντι των κανονισμών της καθημερινότητάς μας, έναντι του κοινωνικού συμβολαίου, έναντι του τρόπου ζωής μας. Πρωτίστως, όμως, έναντι της αίσθησης του δημόσιου συμφέροντος. Πρόκειται για κάλεσμα, γενικότερα, σε συστηματική αντικοινωνική συμπεριφορά.

Η συμπύκνωση της «εξέγερσης» στη συγκεκριμένη επίδειξη αντικοινωνικότητας συνιστά συντριπτική ήττα της αριστεράς – που, ακόμα και όταν εισηγούνταν την ανατροπή, πάντα εκπονούσε σχέδιο διαχείρισης της κρίσης, της σύγκρουσης, της ρήξης, ακόμα και του ενδεχόμενου μετά. Αλλά, όπως ήδη έχει περιγράψει ο Δαμιανός Παπαδημητρόπουλος[4], «η υποχώρηση των θέσεων προς χάριν των αρνήσεων έφερε σε δεύτερο πλάνο το ρόλο του κόμματος ως οργανωτή και διαμορφωτή πολιτικής και σε πρώτο πλάνο το ρόλο του κινήματος, ή μάλλον των κινημάτων διαμαρτυρίας προς ό,τι μας περιβάλλει, των κινημάτων άρνησης αυτών που μας περιβάλλει.

Αυτή η μετάλλαξη καθρεφτίστηκε στη μετατροπή του Συνασπισμού σε ΣΥΡΙΖΑ, στη συνάντηση δηλαδή και με άλλες συνιστώσες της Αριστεράς που, ενώ μέχρι τότε διαχωρίζονταν μεταξύ τους με βάση τις αποκλίνουσες θέσεις τους για το αύριο, τώρα συναντιούνται στη βάση των κοινών αρνήσεων του σήμερα».
Ο δρόμος προς τις κοινές αρνήσεις, ωστόσο, δεν είναι και τόσο αυθόρμητος – κάθε άλλο.
Σε μια αφίσα, η παραίνεση προς τους διαδηλωτές (που είναι η συντομευμένη εκδοχή μιας ισχυρής στρατηγικής των συγκρούσεων, έτσι όπως ενορχηστρώθηκαν στο Διαδίκτυο και από προκηρύξεις), προϋποθέτει στρατό, με χαρακτηριστική εξάρτυση και εξίσου χαρακτηριστική τελετουργική παρουσία.

Γράφει ακριβώς αυτή η αφίσα:
Οι μαθητές κατεβαίνουν στους δρόμους
Στολές-κουκούλες
Παράταξη-αυθόρμητες ομάδες
Βηματισμός & εμβατήρια-άτακτος ρυθμός οργής
Ξεφτιλισμένα εθνικά σύμβολα-πέτρες
Η περιγραφή παραπέμπει σε οργανωμένες ομάδες αντάρτικου πόλεων. Η «στολή» και το τυπικό της εμφάνισης και της δράσης τέτοιων ομάδων είναι απαραίτητο συνεκτικό στοιχείο των ατόμων μεταξύ τους.
Σε συνθήκες χαλαρής σύγκρουσης, όταν στόχος είναι απλώς το «μπάχαλο», τέτοιες ομάδες λειτουργούν αποτελεσματικά ως δύναμη κρούσης. Πρόκειται φυσικά για οργανωμένες δυνάμεις, όχι για αυθόρμητες. Τέτοια οργάνωση, άλλωστε, συντονιστική, υπήρξε, εκτιμάται μάλιστα –και εκτιμάται βασίμως– ότι ρόλο συντονιστικού «της εξέγερσης» έπαιξαν συγκεκριμένες ιστοσελίδες.

Όλα τα μηνύματα της κουλτούρας του Δεκέμβρη, όποια φόρμα κι αν χρησιμοποιούν προκειμένου να «επικοινωνηθούν», συγκροτούν μια αξιοζήλευτη ενότητα. Ενότητα αισθητική, ενότητα ρητορικών τρόπων αλλά και ενότητα επιχειρημάτων.

Ένα κοινό μοτίβο πολλών εκφράσεων αυτής της κουλτούρας είναι το τυφλό μίσος προς την αστυνομία. Οι αστυνομικοί παρουσιάζονται ως βασικός στόχος αρχικά της οργής αλλά κατόπιν της χλεύης και, τέλος, του βίαιου ξεσπάσματος των διαμαρτυριών.
Το σύνθημα «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», αναλύεται σε τυφλό μίσος προς όλους τους αστυνομικούς. Για τη ρητορική «της εξέγερσης», δεν υπάρχει εξατομικευμένη ευθύνη. Δεν ευθύνεται ο δολοφόνος του Γρηγορόπουλου (για τον οποίο, ασφαλώς, η μαζική διαμαρτυρία δεν προβλέπει κανένα «τεκμήριο αθωότητας»), ευθύνονται συλλήβδην «οι μπάτσοι». Είναι οι ένστολοι του αντίπαλου στρατοπέδου, αυτοί που πρέπει να πολεμηθούν.

Για να πέσει το σύστημα; Για το μπάχαλο, την αποδιάρθρωση, το χάος. Άλλωστε, οι «μπάτσοι» συμβολίζουν τους μηχανισμούς του κράτους – και η πραγματική ιδεολογία «της εξέγερσης» αποστρέφεται το κράτος, θέλει τη διάλυσή του. Συνεπώς; Συνεπώς, για τη ρητορική του μηδενιστικού χουλιγκανισμού που συχνά αποθεώνει η κουλτούρα του Δεκέμβρη, «μπάτσοι» είναι «το μόνο επάγγελμα που μας ζαλίζει με τα εργατικά ατυχήματά του».
Αν, για τη συγκεκριμένη κουλτούρα, οι «μπάτσοι» είναι οι υπηρέτες του συστήματος, οι καταστροφές είναι ο βασικός στόχος.
Εξυπακούεται ότι οι καταστροφές που δοξάζουν ο τοίχος, η αφίσα, η προκήρυξη είναι των μεγάλων επιχειρήσεων που συμβολίζουν τον καπιταλισμό. Οι τράπεζες, π.χ., είναι ο πραγματικά επιδιωκόμενος στόχος. «Μωρό μου, είσαι όμορφη σαν καμένη τράπεζα», λέει το βασικό σλόγκαν αφίσας που παρουσιάζει ένα κατεστραμμένο κατάστημα της Eurobank. Για να προστεθεί η ποιητική επωδός: «Η καταπιεσμένη υποκειμενικότητα εκφράζει τις επιθυμίες της με αχαλίνωτο πάθος».
Τέτοιου τύπου ασαφείς αλλά κατά τα άλλα περίτεχνες, ποιητικίζουσες εκφράσεις, με πολλά επίθετα, χρησιμοποιούνται πολύ από την κουλτούρα του Δεκέμβρη.

Η ποίηση εύκολα συνυφαίνεται με επαναστάσεις και ανατροπές ή με την επιθυμία τους. «Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε», λέει ένα απ’ αυτού του τύπου τα ποιητικά συνθήματα. «Τι όμορφο χρώμα έχουν τα όπλα και τα μάτια σου σαν πολεμάς», λέει ένα άλλο. Κι ένα τρίτο, πολύ πιο οραματικό, ξεδιπλώνεται ως εξής: «Να τελειώνουμε με το αγκομαχητό της ανυπαρξίας. Οπλισμένοι. Γεμάτοι φλογερή υπομονή, θα εισβάλουμε ένα πρωί στις ολόχρυσες πολιτείες».
Μια ομάδα σουρεαλιστών διακηρύσσει ότι «το φάντασμα της ελευθερίας έρχεται πάντα με το μαχαίρι στα δόντια», ενώ ένας ποιητικός στοχασμός συμπεραίνει βαρύγδουπα: «θα ήταν καλύτερα να καταστραφεί και να χαθεί τελείως ολόκληρος ο κόσμος παρά ένα ελεύθερο πνεύμα να παραιτηθεί από μια πράξη στην οποία τον παρακινεί η φύση του».
Είναι προφανές ότι δυο είναι οι κοινωνικές κατηγορίες «εξεγερμένων» που θα μπορούσαν να βρίσκονται συνεχώς στους δρόμους με αυτού του τύπου τα αιτήματα.
Η μία κατηγορία είναι ευάριθμη, σ’ αυτή συγκαταλέγονται αποκλειστικά επαγγελματίες οραματιστές της απορύθμισης.
Η άλλη μπορεί να είναι πολυάριθμη. Προϋποθέτει, όμως, πολλή ζωτικότητα, έφεση στους μύθους και αντοχή στην κακουχία. Προϋποθέτει, δηλαδή, νεότητα.

Χωρίς σοβαρό αριθμό νέων στο δρόμο κανενός τύπου «εξέγερση» σε βάθος δεν θα μπορούσε να συντηρηθεί. Αυτός, κατά τη γνώμη μου, είναι και ο λόγος που η κουλτούρα του Δεκέμβρη είναι φτιαγμένη για νέους (όχι πάντα αποκλειστικά από νέους), που διεκδικούν ζωή και δράση χωρίς να σκέπτονται τις συνέπειες. Ο ίδιος λόγος ωθεί κόμματα και οργανώσεις που επιδιώκουν ή, εν πάση περιπτώσει, θεωρούν ευνοϊκή για τις στοχεύσεις τους την κουλτούρα του Δεκέμβρη, να κολακεύουν εν γένει τη νεολαία, αναγορεύοντάς την σε επιτηδευμένα κοινωνική κατηγορία με κοινά χαρακτηριστικά.
Είναι προφανές ότι από τα κοινά αυτά χαρακτηριστικά απουσιάζουν εμφατικά τόσο η αναφορά, πόσο μάλλον η πίστη στη δημοκρατία και στις αρχές της, όσο και η ανοχή του διαφορετικού.
Το συλλογικό «εμείς», όπως εμφανίζεται στην κουλτούρα του Δεκέμβρη, δεν χωράει πρόσωπα τα οποία μπορούν να έχουν διαφορετική άποψη από την άποψη που διαμορφώνει η έμφαση στη ριζοσπαστική βία. Δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα πέρα από την προσήλωση στο στόχο της κοινωνικής απορύθμισης.

Ίσως γι’ αυτούς τους λόγους, από όλα τα τεκμήρια της κουλτούρας του Δεκέμβρη που δημοσιεύονται στην Ανησυχία, ένα μόνο κινείται στον αντίποδα της κατάφασης στη μηδενιστική βία. Γράφει: «Να σταματήσει το μίσος πριν πνιγούμε μέσα στο ίδιο μας το αίμα».
Όπως, κατά την έκφραση του Τάσου Γιαννίτση, «η Ιεριχώ δεν έπεσε με τον ήχο της Σάλπιγγας του Ιησού του Ναυή»[5], έτσι και η λεγόμενη «εξέγερση του Δεκέμβρη» ελάχιστα μετρήσιμα πολιτικά αποτελέσματα είχε.

Η πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή οφείλεται, κατά γενική εκτίμηση, σε ένα βαθμό στις ταραχές και τις καταστροφές του Δεκεμβρίου, αλλά πρωτίστως στα σκάνδαλα, στη διαφθορά και στην όλο και περισσότερο ορατή ανικανότητα των στελεχών της.
Κατά μια άλλη εκτίμηση, η συρρίκνωση του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσμα της αποδοκιμασίας του πολιτικού αυτού μορφώματος για την ανοχή εκ μέρους ορισμένων ριζοσπαστικών συνιστωσών της βίας και των καταστροφών.

Τι έμεινε; Η κουλτούρα του Δεκέμβρη, να αποθεώνει την απορύθμιση της κοινωνίας στο όνομα της ζωηράδας και της νεότητας – απορυθμίζοντας παράλληλα το χαρακτήρα του μοναδικού δημοκρατικού κόμματος της Αριστεράς, η οποία βαθμιαία εκτρέπεται σε έναν ιδεολογικά ομφαλοσκοπούντα οργανισμό που εγκαταλείπει τη φιλοδοξία να αλλάξει με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τον κόσμο και περιορίζεται στη συνύπαρξη με τους κινηματικούς διαδηλωτές του επαναστατικού τουρισμού, περιφέροντας από πρωτευούσης σε πρωτεύουσα την εξέγερση και τους μύθους τους.
Είναι κι αυτός ένας κάποιος λόγος ύπαρξης.

[1]Το πλήρες κείμενο του Αλέξη Τσίπρα δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα protagon.gr με τίτλο «Ποιος φοβάται τους Δεκέμβρηδες;», βλ.
[2] Γιάννη Βούλγαρη, «Η οργή της ανημπόριας», εφ. Τα Νέα, Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2008.
[3] Έρικ Χόμπσπομ, «1968. Η χρονιά που άλλαξε ο κόσμος», περ. Ταχυδρόμος, τχ. 410, 4.1.2008, σ. 15.
[4] Δαμιανός Παπαδημητρόπουλος, «Η κραυγή της αφωνίας και η αφωνία της πολιτικής», περ. Νέα Εστία, τχ. 1819, Φεβρουάριος 2009, σ. 279.
[5] Τάσος Γιαννίτσης, «Αναζήτηση εναλλακτικών δρόμων», περ. Ταχυδρόμος, τχ. 410, 4.1.2008, σ. 21.

*The Athens Review of books Νο 2, αναδημοσίευση

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Το καταραμένο πλεόνασμα


Ζίγκμουντ Μπάουμαν "Ρευστοί καιροί", Εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Κωνσταντίνος Γεωρμάς, σελ. 189, τιμή: 14 ευρώ

Του Αποστόλη Αρτινού*

Η αφετηριακή διαπίστωση του Zygmount Bauman στους "Ρευστούς καιρούς" του, είναι ότι η ρευστότητα της σύγχρονης κατάστασης δεν μπορεί να πλαισιώσει τον άνθρωπο και να διαμορφώσει τον βίο του. Το αδύναμο ίχνος μιας μορφής διαλύεται μέσα στο ήδη αναδυόμενο σχήμα της επόμενης. Όλα έτσι τα γεγονότα ανακτούν την αυτοτελή, επεισοδιακή τους πλευρά χωρίς να κατορθώνουν όμως να διαγράψουν την εξελικτική τους πρόοδο. Μια δομική αδιαθεσία που εξαχνώνει τον άνθρωπο και την αδύναμη πλέον κοινωνία του, μια αδύναμη μνήμη που εκφυλίζεται διαρκώς και με αυξανόμενο ρυθμό, μια αδύναμη, εν τέλει, γνώση, που δεν συσσωρεύεται, δεν ωριμάζει, δεν αξιολογείται αλλά που διαρκώς καταναλώνει τις πληροφορίες της.
Ο άνθρωπος έτσι δεν συμμορφώνεται στην εδραιωμένη του αλήθεια αλλά στην ευελιξία του, στο α-νόητο σύμπαν των «ελεύθερων επιλογών» του.

Αυτό το σύγχρονο περιβάλλον της ρευστότητας, ρευστότητας της πληροφορίας, του χρήματος, των εξοπλισμών, είναι τελικά το περιβάλλον της σύγχρονης ανασφάλειας, ενός μετανεωτερικού φόβου. Με την καίρια όμως επισήμανση του Bauman ότι αυτός ο φόβος δεν εδράζεται στο «υπαρξιακό ρίγος», στην «αυθεντική αγωνία», αλλά είναι τελικά ένας φόβος ανοίκειος, μια συστημική απλώς εκτροπή. Το σύγχρονο φάντασμα της τρομοκρατίας, γιατί περί αυτού πρόκειται, δεν ανιχνεύθηκε στη σκόνη των καταρρέοντων πύργων του Μανχάταν, αλλά εδραιώθηκε με την επ’ άπειρων τηλεοπτική τους αναπαράσταση, με αυτή την εικονική τους αποθέωση. Οι σκέψεις εδώ του Baudrillard είναι αξεπέραστες.

Το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι για τον Bauman, η υπερπαραγωγή απορριμμάτων, βιομηχανικών, πληροφορικών αλλά όμως και ανθρώπινων. Ένα «πληθυσμιακό πλεόνασμα» που δεν εγγράφεται πουθενά, σε καμιά προοπτική ζωής.

Μια απρόσωπη μάζα, απογυμνωμένη από κάθε ταυτότητα, από κάθε εδαφική αναφορά, συνωστισμένη στα σύνορα του νεωτερικού, ερχόμενη απ’ έξω και οδηγούμενη εκτός του. Η θέση του δεν μπορεί παρά να είναι ο προσφυγικός καταυλισμός, αυτός ο χώρος ανακύκλωσης των ανθρώπινων απορριμμάτων. Μια ενδιάμεση εδαφικότητα, μια εφήμερη θέση, που παίρνει όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα μιας «ολικής ζωής». Ο κίνδυνος που εκπέμπει ο πρόσφυγας δεν έχει να κάνει τόσο με την πραγματικότητά του όσο με την ανασφαλή θέση του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, μια ανασφάλεια που του κληρονόμησε η ατομικοποίησή του. Αυτή η «επικίνδυνη τάξη» των αποκλεισμένων, η μεγαλύτερη απειλή για τον Zizek που έρχεται, διαγράφει ανάγλυφα ολόκληρη την κοινωνικοπολιτική κρίση της εποχής μας. Ένας αποκλεισμός αμετάκλητος, όπως τον χαρακτηρίζει ο Bauman, που σφραγίζει όλη αυτή την κουλτούρα του απορρίμματος και μαζί της ανακύκλωσής του. Σήμερα οι οικονομικοί πρόσφυγες και οι μακροχρόνια άνεργοι, αύριο οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες, ένας ολόκληρος κόσμος, που θα αυξάνει πληθυσμιακά, και θα παγιώνει τη θέση του, μια θέση εξαίρεσης, αμηχανίας και ανασφάλειας.

Οι σύγχρονες πόλεις γίνονται το θέατρο αυτού του τραύματος. Τα γκέτο των αποκλεισμένων και τα φρουραρχεία των προαστίων. Δυο ξεχωριστοί βιόκοσμοι που διαμορφώνουν μια νέα, οριακή τοπικότητα, χωρίς καμιά όμως χωρική αναφορά. Οι άνθρωποι των γκέτο είναι ξεριζωμένοι και αδιάφοροι και όχι τοπικοί, «ντόπιοι», όπως υποστηρίζει ο Bauman, και η τάξη των προαστίων διαρκώς διασυνδεδεμένη παγκοσμίως. Ένα αστικό περιβάλλον που δεν δομείται πάνω στην εγγύτητα, που πάντοτε χαρακτήριζε τον πολιτισμό των πόλεων, αλλά την απομάκρυνση και περιχαράκωση. Πόλεις εγκλείστων σε «απαγορευτικούς χώρους» που διαρκώς όμως θα επανασχεδιάζονται, θα μετατίθενται, και θα επανασυγκροτούνται σ’ αυτή τη μεγάλη δωρεά της εγγύτητας με τον Άλλον. Η ρευστή νεωτερικότητα που ανταγωνίζεται τα τοπικά νοήματα και η διασύνδεση τον κοινό βίο, αυτή η ιστορία των πόλεων. Ο Bauman αγαπά τις πόλεις, αγαπά την αγέρωχη αμφισημία τους, την ποικιλία των ερεθισμάτων τους, είναι από τους πιο μητροπολιτικούς στοχαστές. Γι' αυτό και απέναντι στον φόβο του ξένου προτείνει τη γοητεία της συνάντησης, αυτόν τον «συγκερασμό των οριζόντων». Οι πόλεις άλλωστε πάντα ήταν οι πόλεις των ξένων, ο τόπος του ανοίκειου. Άλλες εποχές αυτό εξέπεμπε μια γοητεία και άλλες, όπως η σημερινή, ανασφάλεια και φόβο. «Μια αμφίσημη εμπειρία» η πόλη, όπως λέει ο Bauman, μια αμφισημία που χαρακτηρίζει γενικότερα τον αστικό βίο, το αστικό περιβάλλον, και που το καθιστούσε τον τόπο μιας διαρκούς εγρήγορσης.

Ο σημερινός κόσμος είναι για τον Bauman το σύγχρονο περιβάλλον της απογοήτευσης. Μια απογοήτευση που κατακλύζει όλα τα σύνορα του βίου ακόμη κι αυτά τα σύνορα της σκέψης. Ο Bauman αδυνατεί στις απαντήσεις του. Ενώ διατρανώνει την πίστη του στην ουτοπική σκέψη ταυτόχρονα παίρνει και τις αποστάσεις του. Οι διαπιστώσεις του πάνω στον σύγχρονο κόσμο είναι καίριες οι προτάσεις του όμως αδιόρατες, απούσες σχεδόν. Ένας λόγος που μοιάζει αβέβαιος στην έκβαση του, αδύναμος μέσα στον μετεωρισμό των λογοτεχνικών του αναφορών. Ένα αδιέξοδο που ξεπερνά όμως την περίπτωση του Bauman και γίνεται το αδιέξοδο ολόκληρης της εποχής μας, αυτό το αδιέξοδο και της σύγχρονης σκέψης. Αντιγράφοντας τον Calvino απ’ τις «Αόρατες πόλεις» ο Bauman σκανδαλωδώς προτείνει μόνον αυτό: «Να προσπαθήσουμε να μάθουμε και να αναγνωρίσουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο». Ίσως όμως ακόμη και αυτό το λίγο, σήμερα, να είναι ήδη πολύ.


* Αυγή 27/10/09, www.leximata.blogspot.com

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget