Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασφαλιστικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασφαλιστικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Δεν υπάρχει πλέον άλλος τρόπος βιωσιμότητας του ασφαλιστικού και της ενδογενούς παραγωγής από την κατάργηση των εισφορών, κρατική σύνταξη για όλους και τριαντάωρο εργασίας


Μετά την προβληματική εμπειρία του ΕΦΚΑ - παρά την εφαρμογή της αναλογικότητας εισοδήματος-εισφορών - και τις συνεχείς πλην ατελέσφορες διορθώσεις του νέου ασφαλιστικού, που αποδεικνύουν ότι εμποδίζει την βιωσιμότητα και την ανάπτυξη της μικρομεσαίας οικονομίας ως πρακτικά δεύτερη ή διπλή φορολόγηση, αναδημοσιεύουμε την από 1/11/2015 δημοσίευση των  Ενθεμάτων της Αυγής που περιγράφει την εναλλακτική αριστερή ριζοσπαστική πρόταση που έχει κατατεθεί εγκαίρως για το τεράστιο αυτό ζήτημα:


Γιώργος Σταμπουλής: Η κατάργηση των εισφορών μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιαστικά θετικά αποτελέσματα στα κρατικά έσοδα, τα οποία θα μπορούν να καλύπτουν τις συντάξεις

"Όλο το μοντέλο αυτό που εισηγούμαι δημιουργεί μια αύξηση του ΑΕΠ σε ένα έτος μόνο, γύρω στο 10% . 
Οι συντάξεις θα πληρώνονται από την αύξηση του ΑΕΠ, και άρα και των εσόδων του κράτους και της φορολογίας. 
Αυξάνεις την φορολογητέα ύλη, απλοποιείς πολύ το φορολογικό σύστημα συνολικά, επομένως μπορείς να προσδοκάς (είναι μετρήσιμο, και μπορούμε να τρέξουμε διάφορα σενάρια σ’ αυτό) ότι θα καλύψεις πολύ σύντομα 100% αυτή τη δαπάνη της ενιαίας σύνταξης.
Μια ριζοσπαστική και ρεαλιστική πρόταση για το ασφαλιστικό: Κρατική σύνταξη για όλους και τριαντάωρο εργασίας 
Ο Γιώργος Σταμπουλής (με σπουδές μηχανικού παραγωγής και διοίκησης και διδακτορικό στην επιστημονική και τεχνολογική πολιτική) διδάσκει οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Πρόσφατα παρουσίασε μια ριζοσπαστική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση για το ασφαλιστικό, σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτές που έχουν πέσει στο τραπέζι (βλ. μια παρουσίαση στο criticalchallenger.wordpress.com) και ένα άρθρο του στην  Αυγή 13.9.2015 . Του ζητήσαμε(*) να μας την παρουσιάσει, σχολιάζοντας, πρώτα την πρόταση της «επιτροπής σοφών».  Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος.
συνέντευξη του Γιώργου Σταμπουλή: 

Θα ήθελα να ξεκινήσω με την πρόταση της λεγόμενης «επιτροπής των σοφών», η οποία έχει δεχτεί, ήδη, έντονη κριτική. Πώς την αξιολογείς συνολικά; 

Η πρόταση επιδιώκει να παρέμβει διαρθρωτικά στο σύστημα, αλλά παραμένει εντός αυτού και της λογικής του. Τα βασικά κριτικής μου είναι δύο: 

Πρώτον, αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα ως κλειστό, σαν ένα δοχείο με δύο τρύπες: από τη μια μπαίνουν οι εισφορές και η κρατική χρηματοδότηση, από την άλλη βγαίνουν οι συντάξεις. Όσον αφορά τις εξωτερικές αλληλεπιδράσεις του συστήματος εξετάζει μόνο το πώς επιδρά η οικονομία στο σύστημα, αλλά όχι το πώς επηρεάζει το σύστημα την οικονομία. 

Δεύτερον, δεν αμφισβητεί θεμελιώδη αξιακά χαρακτηριστικά του συστήματος. Δεν αμφισβητείται, λ.χ., το ότι η άμισθη εργασία (λ.χ. οι νοικοκυρές) ή οι άνεργοι δεν δικαιούνται σύνταξη. Ωστόσο, η σύνταξη αποτελεί δικαίωμα όλων όσων συμμετέχουν στην οικονομία, έστω και έμμεσα: ο άνεργος μετέχει μέσω της κατανάλωσης, αλλά και –όσο κι αν αυτό δεν μας αρέσει– επηρεάζοντας την τιμή του μισθού. 

Συνολικά, κινείται στη λογική ενός ανακεφαλαιοποιητικού συστήματος: το ύψος της σύνταξης του καθενός εξαρτάται από το πόσα χρόνια έχει δουλέψει και το τι μισθό έπαιρνε. Έτσι, οδηγούμαστε σε ένα εξατομικευμένο σύστημα, όπου το τελικό πόσο της σύνταξης είναι αβέβαιο (χαρακτηριστικά, η έκθεση λέει απλώς ότι η σύνταξη πρέπει να είναι ανώτερη από το επίπεδο διαβίωσης –τα 500 ευρώ περίπου– αλλά δεν δίνει καμιά εγγύηση γι’ αυτό), και όχι στην πολιτική για ένα συλλογικό αγαθό. 

Αν δούμε τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ, τα ανακεφαλαιοποιητικά συστήματα έχουν υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης στις υψηλές συντάξεις και χαμηλό στις χαμηλές. Ενώ άλλα συστήματα, τα οποία δεν αναφέρονται στην έκθεση (π.χ. της Νέας Ζηλανδίας ή της Ιρλανδίας) –και αυτό προξενεί εντύπωση, γιατί κάνει μια ανασκόπηση της διεθνούς εμπειρίας– έχουν υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης της χαμηλής σύνταξης και χαμηλό της υψηλής. 

Αυτό το θεωρώ σωστό σε πολλαπλά επίπεδα: και όσον αφορά την κοινωνική αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη (κάποιος με υψηλό εισόδημα έχει μπορεί να κάνει αποταμίευση για το μέλλον, αυτός που παίρνει μισθό 700 και 800 ευρώ, προφανώς όχι) και όσον αφορά την δημοσιονομική αποτελεσματικότητα, αλλά και όσον αφορά το ζήτημα του εμπορικού ισοζυγίου, αφού η κατανάλωση του χαμηλού εισοδήματος (μισθού ή σύνταξης) θα οδηγηθεί, κατά κύριο λόγο, σε έναν κύκλο προστιθέμενης αξίας εγχώριας, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου οι βασικές ανάγκες μπορούν σε μεγάλο βαθμό να καλυφθούν από το εγχώριο παραγωγικό σύστημα — με δομικές παρεμβάσεις, βέβαια. 

Μας έλεγες πριν ότι ένα μεγάλο πρόβλημα, συνολικότερα, της έκθεσης, είναι ότι δεν εξετάζει το μοντέλο εργασίας. 

Είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της έκθεσης: δεν εξετάζει το μοντέλο εργασίας στο μέλλον — ενώ το αναφέρει. Κινείται με βάση ένα φορντιστικό παραγωγικό μοντέλο, το οποίο όμως δεν υπάρχει πια∙ λείπει, δηλαδή, ένα στοιχείο ιστορικότητας. 

Σήμερα η φύση της εργασίας και οι εργασιακές σχέσεις έχουν αλλάξει δραστικά∙ αυτό το αναγνωρίζουν και οι συντάκτες στα συμπεράσματα, εκεί που μιλάνε για τις αδυναμίες της πρότασης, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη το ζήτημα της επισφάλειας, η αποσπασματικότητα στην εργασία, η μερική απασχόληση. 

Διαβάζουμε, χαρακτηριστικά: «Η σύνδεση των παροχών και εισφορών επιτείνει τις ανισότητες μεταξύ πλήρους και επισφαλούς απασχόλησης. Το μελλοντικό συνταξιοδοτικό σύστημα θα αποβεί κυρίως σε βάρος όσων απασχολούνται σε ατυπικές μορφές απασχόλησης και γενικά χαρακτηρίζονται από χαμηλή απασχολησιμότητα. Η ασυνέχεια στην απασχόληση λόγω μεσοδιαστημάτων ανεργίας θα οδηγήσει σε ελάχιστες κοινωνικού χαρακτήρα παροχές». 
Με λίγα λόγια, οι συντάκτες αναγνωρίζουν ότι είναι ένα σύστημα για τους λίγους, για τους προνομιούχους οι οποίοι δεν θα βρεθούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ανεργία και θα έχουν σχετικά καλούς μισθούς. Αλλά δεν προτείνουν τίποτα γι’ αυτό. 
Και, βέβαια, από τη στιγμή που πάμε σε ανακεφαλαιωτικό σύστημα, με την ανταποδοτική λογική του (ο καθένας εισπράττει, έπειτα από μια ηλικία, με βάση αυτά που κατέβαλε) τίθεται ένα καίριο ερώτημα: Γιατί να είναι δημόσιο το σύστημα; Υπάρχει η συνταγματική επιταγή, ότι πρέπει το δημόσιο να εγγυάται, ωστόσο μπορεί — με αυτή τη λογική– να εγγυάται και ένα ιδιωτικό σύστημα, μια ιδιωτική ασφαλιστική∙ το είδαμε, άλλωστε, να ισχύει στην κρίση (με την AIG). 

Το ερώτημα προκύπτει και το έχουμε ακούσει πολλές φορές, με μια ισχυρή δόση λαϊκισμού: Με τόσα (πολλά) που δίνω και τόσο (λίγα) που θα πάρω, γιατί υποχρεώνομαι να ασφαλιστώ στο δημόσιο σύστημα και δεν μπορώ να διαλέξω μια ιδιωτική ασφάλιση; 
Το επόμενο βήμα της επίθεσης, πιστεύω, θα είναι η μετατροπή του υποχρεωτικού χαρακτήρα: να είναι προαιρετική η ασφάλιση στο δημόσιο σύστημα: είναι υποχρέωση του κράτους να σε καλύψει εφόσον εσύ το επιθυμείς, θα πούνε. 

Η συζήτηση συνήθως, και οι αλλαγές –ή οι απόπειρες–, αρχής γενομένης από τις προτάσεις Γιαννίτση το 2001, εκκινούν από την αφετηρία ότι το παρόν σύστημα δεν είναι βιώσιμο, ότι το κράτος δεν μπορεί να αντέξει το βάρος του. Πώς πρέπει να σταθούμε σε αυτό; 

Το ζήτημα, ακριβώς, είναι με ποιον τρόπο διαχειριζόμαστε το ότι το κράτος δεν μπορεί να αντέξει αυτό το βάρος; Η πεπατημένη που ακολουθήθηκε είναι: κόβουμε τις συντάξεις και αυξάνουμε τις εισφορές. 
Είναι καταστροφικό. 
Η αύξηση των εισφορών, όποτε επιχειρήθηκε, οδήγησε σε μεγαλύτερη αδήλωτη εργασία, λιγότερες προσλήψεις και αύξηση του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων. Η μείωση των συντάξεων, με τη σειρά της, οδηγεί τελικά σε αύξηση της ανεργίας. 
Με βάση τα στοιχεία της ΗΔΙΚΑ, η συνταξιοδοτική δαπάνη μειώθηκε κατά 6 δισ. περίπου τα τελευταία 6‑7 χρόνια, κάτι που αντιστοιχεί στο 3% του ΑΕΠ. H αντανάκλαση στην κατανάλωση και, στη συνέχεια, στην απασχόληση, είναι ευθεία: αφού μειώνεται η απασχόληση, μειώνεται και η δυνατότητα είσπραξης εισφορών. 
Έχουμε ένα φαύλο κύκλο εδώ, όπως συνέβη και με το Μνημόνιο συνολικά και τους «πολλαπλασιαστές» του ΔΝΤ. 

Ένα σοβαρό ζήτημα είναι πώς συγχρονίζεται το σύστημα με την οικονομία. Οι «οικονομικοί σταθεροποιητές» όπως ονομάζονται, λένε ότι θα δίνουμε μικρότερες συντάξεις όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Υποστηρίζω το αντίθετο: όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, οι συντάξεις μπορεί να χρειαστεί να αυξάνονται, έστω λίγο, γιατί το δημόσιο πρέπει στις παρεμβάσεις του να λειτουργεί αντικυκλικά∙ αυτό λένε τα κεϋνσιανά οικονομικά του πρώτου έτους. 
Θυμάμαι το βιβλίο του Robin Blackburn, Banking on death. 
Ας πάμε και στα δικά μας λίγο πιο πίσω, στην εποχή Σημίτη, την εποχή του χρηματιστηρίου: τότε που λεγόταν ότι τα ταμεία πρέπει να επενδύσουν, να γίνουν ένα εργαλείο του δημοσίου για επενδύσεις και ανάπτυξη, να επενδύσουν στο χρηματιστήριο, σε ομολόγα και μετοχές κλπ. Αυτό ήταν διεθνές φαινόμενο. Είτε γινόταν από εταιρείες που χρηματοδοτούσαν την ανάπτυξή τους μέσω του συνταξιοδοτικού ταμείου των εργαζομένων τους (με αποκορύφωμα την Enron που μαζί μ’ αυτή χρεοκόπησαν και οι εργαζόμενοί της και το Ταμείο τους) είτε και με Ταμεία ιδιωτικά και δημόσια (π.χ. ταμεία δήμων στη Γερμανία) τα οποία επένδυαν στις διεθνείς αγορές. 

Το διάστημα 2008‑2012, με την κρίση, τα Ταμεία του G8 χάσανε πάρα πολύ: η αξία του ενεργητικού τους από 20 τρισ. δολάρια έπεσε στα 15 τρισ. Σήμερα έχουν φτάσει πάλι στα 25 τρισ. (εν μέσω ύφεσης!) και αποτελεί σχεδόν το ένα τρίτο όλων σχεδόν των διαθέσιμων επενδυτικών κεφαλαίων του κόσμου. Το πρόβλημα είναι ότι έτσι ενισχύεται ουσιαστικά μια φούσκα, ενισχύεται μια κρίση υπερσυσσώρευσης πλανητικά. Σ’ αυτή τη λογική, τα Ταμεία γίνονται μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και όχι μέρος του κοινωνικού συστήματος γιατί αυτή η ανταποδοτικότητα πάει να επενδυθεί κάπου. 

Το συμπέρασμα του Blackburn είναι ότι αυτοί που επωφεληθήκαν από αυτές τις επενδύσεις των Ταμείων διαχρονικά ήταν τα golden boys∙ οι συνταξιούχοι ποτέ δεν είδαν αύξηση είτε με ιδιωτικά είτε με δημόσια συστήματα. Ένα παράδειγμα. Στις ΗΠΑ ψηφίστηκε το 1978 ειδική ρύθμιση, γνωστή ως 401(k), που προέβλεπε ότι φοροαπαλλάσσονται οι προ‑φόρου αποταμιεύσεις σε προσωπικούς‑εταιρικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς. Ήταν ένας νόμος για τα στελέχη, τους yappies. 

Είμαι πλούσιος, έχω λεφτά, τα βάζω σε ένα συνταξιοδοτικό Ταμείο (θεωρούμενη μια μορφή επένδυσης) να τα πάρω ως σύνταξη αργότερα, και αυτό φοροαπαλλάσσεται. Θέλησε και η μεσαία τάξη να συμμετέχει και, αντί να διεκδικήσει να σταματήσει η φοροαπαλλαγή των πλουσίων, ζήτησε να πάρει και αυτή μερίδιο, να διευρυνθεί η φοροαπαλλαγή. Έτσι, στην περίοδο των reaganomics στις ΗΠΑ (που συνέχισε ο Μπους και Κλίντον) όλη αυτή η διαδικασία επιτάχυνε τη μείωση των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού στις Η.Π.Α, από τον φόρο εισοδήματος, ο οποίος, μεταπολεμικά, στη χρυσή εποχή της ανάπτυξης των ΗΠΑ, έφτανε ακόμα και το 70%, στα υψηλά κλιμάκια. 

Και εκεί είναι η ανάγκη να επανέλθουμε σήμερα∙ το λένε o Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτζ, δηλαδή όχι κάποιοι ακραίοι αριστεροί οικονομολόγοι, αλλά μετριοπαθείς φιλελεύθεροι με τους πολιτικούς όρους της Αμερικής. 

Προχωράω στη μελέτη σου για το συνταξιοδοτικό, που δημοσιοποίησες πρόσφατα (βλ. μια παρουσίαση στο criticalchallenger.wordpress.com). Προτείνεις κατάργηση των εισφορών, κρατική σύνταξη για όλους πάνω από 1.000 ευρώ και τριαντάωρο εργασίας. Νομίζω ότι ο αναγνώστης ξαφνιάζεται — ευχάριστα μάλλον, αλλά ξαφνιάζεται. Πώς ξεκίνησες και πώς τεκμηριώνεται η πρόταση; 

Η αρχική ιδέα (όπως τη δημοσίευσα το 2010, σε ένα άρθρο στην τότε Ελευθεροτυπία) είχε δύο άξονες. 
  • Πρώτον, ότι αν ισομερίσουμε τα λεφτά που δίνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό για συντάξεις, αυτό θα αρκούσε για να παίρνει ο καθένας περίπου 1.200 ευρώ σύνταξη. 
  • Δεύτερον, ότι πρέπει να καταργηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές και η δαπάνη να καλύπτεται εξολοκλήρου από το κράτος. 
Όσο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδoξο, η κατάργηση των εισφορών μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιαστικά θετικά αποτελέσματα στα κρατικά έσοδα, τα οποία θα μπορούν να καλύπτουν τις συντάξεις. Αυτή ήταν η ...αρχική ιδέα, που έχει εξελιχθεί έκτοτε.  

Η μεθοδολογία που εφαρμόζω προέρχεται από τον κριτικό ρεαλισμό, μια σχολή σκέψης στην οικονομική επιστήμη και στις φυσικές επιστήμες. Βασικοί εκπρόσωποί της είναι ο Τόνι Λώσον στα οικονομικά και ο Ρόι Μπάσκαρ, συνολικότερα στη φιλοσοφία της επιστήμης. Αυτή η σχολή, μια σχολή στρουκτουραλιστική, εξηγεί ότι αλλάζοντας τη δομή αλλάζεις τη συμπεριφορά του συστήματος. 

Ανέπτυξα ένα μοντέλο προσομοίωσης και βλέποντας τη συμπεριφορά του μοντέλου άρχισα να διερευνώ πώς μπορεί να αναπληρωθεί αυτή η απώλεια των εισφορών από τον προϋπολογισμό. Αυτή τη στιγμή, τα 4 στα 10 ευρώ προέρχονται από τις εισφορές. Σε ένα σύστημα πλήρους κρατικής σύνταξης θα καταβληθούν από το κράτος, καθώς η κυκλοφορία χρήματος που θα δημιουργηθεί από την κατάργηση των εισφορών θα φέρει στο κράτος πόρους. 
Πώς μπορεί να γίνει αυτό; 
Σήμερα, στα 1.000 ευρώ ονομαστικό μισθό ο εργαζόμενος του ΙΚΑ παίρνει 840 περίπου. 
Η επιχείρηση πληρώνει 1280. 
Οι ασφαλιστικές εισφορές είναι λοιπόν περίπου 440 ευρώ. 

Αν τις καταργήσεις, έχεις τρεις επιλογές για αυτά τα 440 ευρώ. 
Η πρώτη είναι να δώσει το κράτος αυτά τα χρήματα στις επιχειρήσεις και να περιμένει να τα πάρει πίσω από τη φορολογία των κερδών∙ αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, με βάση και τα λογιστικά εργαλεία που διαθέτουν οι επιχειρήσεις. 
Η δεύτερη είναι να τα δώσει στους εργαζόμενους: θα ήταν μια αύξηση 50‑52%. Αυτό θα δημιουργούσε μια απότομη αύξηση της κατανάλωσης, ευπρόσδεκτη βέβαια από την πλευρά των εργαζομένων, αλλά με επιβάρυνση στο εμπορικό ισοζύγιο, που δεν τη θέλουμε, ειδικά σήμερα. 
Και η μελέτη υποστηρίζει μια τρίτη επιλογή… 
Η τρίτη λύση, που υποστηρίζω, είναι να δοθούν αυτά τα χρήματα στην εργασία, μειώνοντας τον χρόνο απασχόλησης και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Έτσι, για λιγότερη εργασία ο εργαζόμενος παίρνει τα ίδια χρήματα. 

Προτείνω δηλαδή έναν συνδυασμό κατάργησης των Ασφαλιστικών Ταμείων και των εισφορών με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης από τις 40 στις 30 ώρες την εβδομάδα χωρίς μείωση μισθού. Έτσι, αν λόγω της μείωσης των ωρών εργασίας, ανά έξι εργαζόμενους (δηλαδή στις μισές σημερινές θέσεις εργασίας) προστεθεί ένας ακόμα, αυτό σημαίνει ότι θα δημιουργηθούν 500‑600.000 νέες θέσεις εργασίας, αμέσως. 

Τα πολλαπλασιαστικά οφέλη θα είναι πολλαπλά. Πρώτα από όλα, θα δημιουργηθεί έξτρα κατανάλωση, και σε έναν ενάρετο κύκλο, θα δημιουργούνται, σταδιακά, επιπλέον θέσεις εργασίας. Επίσης, τα οφέλη είναι  σημαντικά στην ποιότητα εργασίας και ζωής για τους εργαζόμενους και στην παραγωγικότητα. 

Όπως δείχνει το παράδειγμα της Σουηδίας, όπου το τριαντάωρο εφαρμόζεται πειραματικά και μελετάται, οι εργαζόμενοι είναι πιο ξεκούραστοι, απουσιάζουν λιγότερο, η παραγωγικότητα αυξάνεται. Αντίστροφα, θυμάμαι ένα πρόσφατο δημοσίευμα του left: οι μισθωτοί των 500 ευρώ έχουν πολύ λιγότερα κίνητρα να αποδώσουν, νιώθουν ότι δεν πληρώνονται για τις αξία της εργασίας τους∙ πολύ εύλογο. Είναι το αντίστοιχο παράδειγμα από την ανάποδη. 

Όλο το μοντέλο αυτό που εισηγούμαι δημιουργεί μια αύξηση του ΑΕΠ σε ένα έτος μόνο γύρω στο 10% . 
Οι συντάξεις θα πληρώνονται από την αύξηση του ΑΕΠ, και άρα και των εσόδων του κράτους και της φορολογίας. 
Αυξάνεις την φορολογητέα ύλη, απλοποιείς πολύ το φορολογικό σύστημα συνολικά, επομένως μπορείς να προσδοκάς (είναι μετρήσιμο, και μπορούμε να τρέξουμε διάφορα σενάρια σ’ αυτό) ότι θα καλύψεις πολύ σύντομα 100% αυτή τη δαπάνη της ενιαίας σύνταξης. 

Αυτό έχει σημασία και για άλλους τομείς της μη αμειβόμενης εργασίας του νοικοκυριού, του άνεργου που βοηθάει. Ας δούμε το παράδειγμα των αγροτών. Οι αγρότες πληρώνουν χαμηλές εισφορές και παίρνουν σύνταξη από τον ΟΓΑ που θεωρείται ουσιαστικά προνοιακός οργανισμός. Στο σύστημα που προτείνω δεν χρειάζεται ο ΟΓΑ: ο αγρότης θα πάρει την σύνταξη που παίρνουν όλοι. Και ο άνεργος, και ο υποαπασχολούμενος, όλοι. 
Ακούγεται λίγο έξω από τα όρια της οικονομικής ηθικής που σήμερα έχουμε στον λογισμό μας, το ότι μπορεί να μη δουλέψεις ποτέ στη ζωή σου και θα πάρεις σύνταξη. Αλλά και αυτός που δεν δουλεύει ποτέ συμμετέχει στην οικονομία, συμβάλλει στην οικονομία. 
Η σύνταξη είναι ένα δικαίωμα που πρέπει να έχει κάθε γενιά∙ και είναι δικαίωμα συλλογικό, όχι ατομικό. 

Το ένα από τα βασικά στοιχεία της πρότασης είναι η κατάργηση των εισφορών. Εξήγησέ μας γιατί. 

Σήμερα, σε κάθε νέα οικονομική δραστηριότητα (είτε πρόκειται για νέες επιχειρήσεις είτε κλασικές επιχειρήσεις είτε κάποιον που δουλεύει με μπλοκάκι είτε συνεταιρισμούς, ΚΟΙΝΣΕΠ) ένας από τους μεγαλύτερους και πιο άμεσους φραγμούς είναι οι ασφαλιστικές εισφορές. 

Με το που ανοίγει η επιχείρηση, οι νέοι άνθρωποι δημιουργούν ένα χρέος: στο ΙΚΑ, στον ΟΑΕΕ κλπ. Και, φυσικά, το παρόν σύστημα ενισχύει την εισφοροδιαφυγή και την αδήλωτη εργασία. 

Οι εισφορές είναι μια μορφή φορολογίας πάνω στην εργασία∙ η Eurostat, λ.χ., τις αντιμετωπίζει στατιστικά για όλες τις χώρες ως μέρος του συστήματος φορολογίας. Άμα υπολογίσουμε στην Ελλάδα τις εισφορές που πρέπει να θεωρήσουμε ως φορολογία στην εργασία –άσχετα αν λογίζονται ως εισφορές του εργοδότη συν την έμμεση φορολογία που επιβαρύνει γενικώς την εργασία (ΦΠΑ και έμμεσους φόρους), συν την φορολογία εισοδήματος– από την εργασία προέρχονται το 70‑80% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. 

Και, έτσι, φτάνουμε στον παραλογισμό να χρησιμοποιούμε το ΕΣΠΑ για να επιδοτούμε τις ασφαλιστικές εισφορές. 
Εκεί πλέον έχουμε ξεφύγει από τα όρια, καθώς θα έπρεπε με το ΕΣΠΑ να γίνονται μακροχρόνιες επενδύσεις, διαρθρωτικές κλπ. 

Και το δεύτερο είναι η μείωση του χρόνου εργασίας.  

Η μείωση του χρόνου εργασίας παίζει καθοριστικό ρόλο. Η μελέτη δείχνει ότι το 30ωρο θα δημιουργήσει 500.000 θέσεις εργασίας, απασχόληση, κυκλοφορία στην οικονομία, κάτι που καθιστά το νέο σύστημα άμεσα βιώσιμο. 
Και θέλω να προσθέσω και μερικά αξιακά στοιχεία. 

Το ένα έχει να κάνει με την ισορροπία της εργασίας με την υπόλοιπη ζωή μας: δεν δουλεύουμε σήμερα για να τα απολαύσουμε αργότερα, «στα γηρατειά». Το άλλο είναι ότι το παλιό «μοντέλο» (8 ώρες δουλεύουμε 8 ώρες «ψυχαγωγούμαστε» και 8 ώρες κοιμόμαστε) μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο σύστημα: 6 ώρες εργαζόμαστε, 6 ώρες ψυχαγωγούμαστε, 6 ώρες κοιμόμαστε και 6 ώρες συμμετέχουμε στα κοινά. 
Νομίζω ότι είναι ένα σημαντικό στοίχημα για μια κυβέρνηση της Αριστεράς. 

Θα σε ρωτήσω για ένα ειδικότερο ζήτημα, που έχει όμως την ιδιαιτερότητα και την ευαισθησία του: τα βαρέα και τα ανθυγιεινά. 

Στο σύστημα που προτείνω δεν υπάρχουν «βαρέα και ανθυγιεινά» με την έννοια των αυξημένων εισφορών ή της πρόωρης συνταξιοδότησης. 
Η λογική λέει ότι σε μια εργασία που είναι βαριά και ανθυγιεινή θα πρέπει να δουλεύεις λιγότερο. Το να λες ότι θα δουλέψω τώρα σκληρά και θα «απολαύσω» αρρώστιες στα γηρατειά, οπότε θα έχω ψηλότερη σύνταξη, ή θα βγω νωρίτερα στη σύνταξη δεν έχει νόημα. Πρέπει να δουλεύουν λιγότερο, ώστε η επιβάρυνση της εργασίας να εξισώνεται με το ισοδύναμο του εξάωρου. 

Αυτό, προοπτικά, θα δώσει και κίνητρα στις επιχειρήσεις να καινοτομήσουν στη τεχνολογία, ώστε να εξασφαλίσουν συνθήκες οι οποίες δεν θα είναι βαριές και ανθυγιεινές. Τώρα καταβάλλονται μεγαλύτερες εισφορές, θα βγουν νωρίτερα και θα πάρουν μεγαλύτερη σύνταξη. 

Έχει ένα παράλογο αυτό το σύστημα, δούλεψε τώρα για να απολαύσεις στα γηρατειά σου∙ δούλεψε πολύ, μην απολαύσεις τη ζωή σήμερα, να την απολαύσεις αν επιζήσεις. 

Σε μια Ευρώπη, και σε έναν πλανήτη, που κινείται στον αστερισμό της λιτότητας και των περικοπών των κοινωνικών δαπανών η πρόταση αυτή μοιάζει «παράταιρη». 

Έχουμε άλλα παραδείγματα διεθνώς; 

Υπάρχει κατεξοχήν το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας, το παλιότερο μάλλον συνταξιοδοτικό σύστημα στον κόσμο, από τις αρχές του 20ού αιώνα. 
Οι επιδόσεις είναι εντυπωσιακές: κάλυψη πληθυσμού ηλικιωμένων 93%, εξάλειψη της φτώχειας στην τρίτη ηλικία, υψηλή αναπλήρωση εισοδήματος (ιδίως των χαμηλών) και το μικρότερο ποσοστό δημοσιονομικής επιβάρυνσης στον κόσμο (μικρότερο του 5%∙ ας σκεφτούμε ότι στην Ελλάδα είναι διπλάσιο). 

Το σύστημα είναι εξαιρετικά απλό. Κάθε κάτοικος που πληροί κριτήρια διαμονής στη χώρα γα κάποια χρόνια δικαιούται σύνταξη από τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς εισφορές. 

H τελευταία απόπειρα εισαγωγής στοιχείων ανταποδοτικότητας (ανακεφαλαιοποιητικού συστήματος) απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα με συντριπτική πλειοψηφία 87%! 
Κι αυτό παρότι δινόταν η υπόσχεση ότι με την αλλαγή θα αυξάνονταν οι συντάξεις. 

Παράλληλα με την καθολική κρατική σύνταξη (ύψους περίπου 1.200 ευρώ), η Νέα Ζηλανδία έχει, σε εθελοντική βάση, ένα επικουρικό σύστημα κεφαλαιοποιητικής λογικής: με βάση αυτά που δίνεις παίρνεις μια επικουρική σύνταξη. Το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτό μετέχουν μόνο οι μισοί μισθωτοί, οι υπόλοιποι καλύπτονται μόνο από την κρατική σύνταξη. Ανάλογο είναι και το μοντέλο της Ιρλανδίας. 

Σ’ αυτές τις χώρες βλέπουμε, ότι  αντί να έχουμε 40% αναπλήρωση του εισοδήματος στα χαμηλά εισοδήματα έχουμε 80%. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί, με την κατεύθυνση του συστήματος στην Ευρώπη, σήμερα ο εργαζόμενος των 700 ευρώ θα προσδοκά μια σύνταξη των 300‑400 ευρώ. 

Ένα τέτοιο σύστημα έχει εντονότερο το στοιχείο της διαγενεακής αλληλεγγύης. 
Δεν πληρώνει μόνο η επόμενη γενιά τις συντάξεις της προηγούμενης. Το επίπεδο των συντάξεων συνδέεται και με το επίπεδο της οικονομίας που η προηγούμενη κληρονόμησε στην επόμενη. Διότι αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα επιλογών που έγιναν σε βάθος χρόνου (επενδύσεις σε υποδομές, στην παιδεία, την έρευνα, την υγεία, το περιβάλλον κ.ο.κ.). 

Αν υποθέσουμε ότι εφαρμόζεται η πρόταση που εισηγείσαι, με ποιον τρόπο θα γίνει η μετάβαση; 

Δεν μπορείς να πας αμέσως σε μια κρατική σύνταξη των 1000‑1200 ευρώ. Πρέπει να αρχίσεις να ανεβάζεις σταδιακά τη χαμηλή σύνταξη χωρίς να θίγεις τις υψηλότερες. 
Και όπως φεύγουν οι ψηλότερες συντάξεις από το σύστημα (λόγω της βιολογικής έκλειψης των δικαιούχων), οι νέες συντάξεις θα μπαίνουν στα κατώτερα κλιμάκια ώστε να συγκλίνουν σε μια σύνταξη που θα κυμαίνεται στα 1.000‑1.200 ευρώ σε ένα διάστημα 5 έως 8‑10 χρόνων. 

Μια (θετική) ιδιομορφία τουλάχιστον της μελέτης και των δεδομένων που έχω είναι ότι αυτό το σύστημα φαίνεται να αποδίδει και με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 1%. Γιατί, όπως έχει τονίσει και ο Σάββας Ρομπόλης, όλες οι λύσεις που προτείνονται αφορούν την παραμετροποίηση στο παρόν σύστημα, απαιτούν ρυθμούς ανάπτυξης 2,5‑3% σε ορίζοντα 30 ετών — κάτι που δεν είναι ρεαλιστικό. Επίσης, όπως επισημαίνει ο ίδιος, και είναι σημαντικό, δεν μπορείς να προσδοκάς ότι η οικονομική μεγέθυνση θα δημιουργήσει αντίστοιχη αύξηση στην απασχόληση, άρα δεν μπορείς να προσδοκάς από την οικονομική μεγέθυνση ότι θα λύσεις το πρόβλημα της ανεργίας. Πρέπει να πας σε άλλου είδους διαρθρωτικές αλλαγές, με βασική τη μείωση του χρόνου εργασίας – αξιοποιώντας την τεχνολογική πρόοδο. 

Προφανώς θα υπάρχει ένα κόστος μετάβασης γιατί θα εξακολουθήσει να πληρώνει υψηλές συντάξεις. Όμως, μπορείς να διαπραγματευτείς τη χρηματοδότηση της μετάβασης, καθώς έχεις σαφή και μετρήσιμα αποτελέσματα να δείξεις. Έχεις επίσης αρκετές παραμέτρους να θέσεις στο διάλογο τόσο με τους δανειστές όσο και με τις παραγωγικές δυνάμεις. 

Και η τελευταία ερώτηση: Είναι μια μελέτη που αφορά το απώτερο μέλλον ή μπορεί να εφαρμοστεί πολύ σύντομα; 

Η κοινωνική συμμαχία που μπορεί να στηρίξει αυτό το σύστημα υπάρχει. Είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικρές επιχειρήσεις, οι άνεργοι, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που θα δουλεύουν λιγότερο. 

Μπορεί να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2016. Και νομίζω ότι επειδή στην κοινωνία έχει ωριμάσει πάρα πολύ κάτι τέτοιο, θα είναι η πρόταση που θα έχει τις λιγότερες αντιδράσεις. 

Οι μόνοι που θίγονται είναι οι υψηλοσυνταξιούχοι, στον βαθμό που οι δανειστές θα πιέσουν προς αυτό, θα ζητήσουν να κοπούν οι ψηλές συντάξεις από τώρα, και όχι σταδιακά (εκεί μπορείς να θέσεις ζητήματα ανταποδοτικότητας, αν δηλαδή πραγματικά έχουν δοθεί οι αντίστοιχες εισφορές ή οι υψηλές συντάξεις είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών). 

 Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει, και το γράφει και το πόρισμα της επιτροπής, ότι δεν υπάρχει τίποτα στον νόμο που να εγγυάται τη σύνταξή σου. Σε όλα τα άλλα συστήματα δεν υπάρχει τρόπος να υπολογίσεις την σύνταξη που θα πάρεις γιατί εξαρτάται πάρα πολύ από την ανεργία, την απασχόληση, ενώ το προτεινόμενο σύστημα παράγει απασχόληση και μπορεί να λειτουργήσει και αντικυκλικά: το κράτος να αποφασίσει ότι όταν υπάρχει ύφεση θα αυξήσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη∙ και αυτό ας το σκεφτούμε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 



Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Ασφαλιστικό: Οι υπαρκτές ρίζες του κοινωνικού αυτοματισμού


Προ κρίσης ο ιδιωτικός τομέας είχε εκτός από σχετικά μικρή επίσημη ανεργία (περίπου 9.5%), πολλές ευκαιρίες και πηγές εισοδήματος. Ποτέ δεν ήταν υγιής φυσικά αφού η διαχρονική ανάμιξη του κόμματος-κράτους στις "δουλειές" ήταν και είναι η μεγαλύτερη παθογένεια της οικονομίας μας. 

Τον καιρό εκείνο λοιπόν οι διεκδικήσεις και τα παράπονα των εργαζομένων του δημοσίου τομέα που υποτίθεται ότι μειονεκτούσαν περιορισμένοι/ες στην δημοσιοϋπαλληλική τους περιοχή εκτονωνόταν με δυο τρόπους: ο ένας ήταν η απόσπαση από την εκάστοτε εξουσία περισσότερων προνομίων και δικαιωμάτων που μερικά ήταν εξωφρενικά (και τα οποία συνειδητοποιήθηκαν από την υπόλοιπη κοινωνία τα χρόνια του μνημονίου... επιδόματα για ότι μπορεί κανείς να φανταστεί και πρόωρες συντάξεις με επίσης "ότι νάναι" τεκμηρίωση) - ο άλλος ήταν η δεύτερη παράνομη δουλειά στο όνομα τρίτου και η εκτεταμένη εκβιαστική είσπραξη μίζας από τους ελεγκτές κάθε είδους (αυτό μόλις τώρα άρχισε να ελέγχεται αναδρομικά). 
Είναι αλήθεια ότι η μονιμότητα αυτό το νόημα είχε αρχικά: λιγότερα λεφτά και ευκαιρίες αλλά ασφάλεια - για όσους δεν είχαν την διάθεση, την δυνατότητα ή τα προσόντα να ανοιχτούν στις θάλασσες του επιχειρείν ή την ανασφάλεια του ιδιωτικού υπαλλήλου. Κατόπιν απώλεσε οποιαδήποτε λογική - ήταν απλά το δώρο του κόμματος-κράτους στον "καλό οπαδό". 
Η "γνωριμία", σε ένα περιβάλλον όπου στο Δημόσιο διορίζονται τα "δικά μας παιδιά" και στον ιδιωτικό τομέα τις δουλειές επίσης τις παίρνουν τα δικά μας παιδιά, αποτέλεσε διαχρονικά το βασικό προσόν του αναζητούντος εργασία. Τα υπόλοιπα σωστά τα λένε και "τυπικά προσόντα" - επειδή είναι για ξεκάρφωμα κυρίως...

Σήμερα (όπως και τα τελευταία 6 χρόνια) στην κρίση, αυτές οι "ρυθμίσεις" ξεγυμνώθηκαν από τις αιτίες τους και εμφανίστηκαν ως στεγνές και αδήριτες πραγματικότητες εκτρέφοντας έναν νέο κοινωνικό αυτοματισμό: ενάμισυ εκατομμύριο άνεργοι χωρίς ελπίδα ανεύρεσης οποιασδήποτε εργασίας (οποιασδήποτε κυριολεκτικά - καμιά σχέση με το παλιό παράπονο των "ετεροαπασχολούμενων" πτυχιούχων) και κανένα εισόδημα μετά το ισχνό και σύντομο επίδομα ανεργίας έβλεπαν "απέναντι" (σε εισαγωγικά γιατί συχνά τους είχαν στην οικογένειά τους και ζούσαν/ζουν από τα εισοδήματά "τους") ανθρώπους με εξασφαλισμένο έστω και περικομμένο μισθό βρέξει χιονίσει, πρόωρη σύνταξη, σύνταξη συχνά υπερβολική για τις εισφορές που κατέβαλαν κλπ κλπ 

Η πικρία του ιδιωτικού τομέα για τις κυβερνήσεις που προστατεύουν τις ρυθμίσεις του πελατειακού κράτους και τα προνόμια των ευγενών συντεχνιών δημοσίου και ιδιωτικού τομέα άρχισε να ξεχειλίζει γρήγορα - οι ανισότητες, τα ρουσφέτια, οι αδικίες δεν μπορούσαν πλέον να κρυφτούν - και ο κοινωνικός αυτοματισμός δούλεψε και δουλεύει στην κρίση, άλλοτε υπόρρητα άλλοτε εκκωφαντικά, αποτελειώνοντας έναν ήδη διαρρηγμένο κοινωνικό ιστό: με την γενίκευση: τεμπέληδες Δημόσιοι, λαμόγια μικρομεσαίοι, απατεώνες επιχειρηματίες. Και οι "κυβερνήσεις των μνημονίων" αθεράπευτα πελατειακές εξαίρεσαν από τις οριζόντιες περικοπές τα ευγενή επαγγέλματα -που συνήθως ασκούν και κατά κόρον οι βουλευτές τους- και τις μαζικες πρόωρες συντάξεις προνομιακών κοινωνικών ομάδων/πελατών.

Υπάρχει το πρόβλημα; Υπάρχει. Και έκανε λάθος η Αριστερά υπερασπιζόμενη μαζί με τα ξερά των αδικημένων του Δημοσίου και τα χλωρά όσων αδίκως "είδαν φως και μπήκαν" στα προνόμια που αφειδώς παρείχαν με δανεικά οι πελατειακές κυβερνήσεις για να διατηρηθούν στην εξουσία. 

Τέτοια πραγματικά δεδομένα εξέθρεψαν έναν κοινωνικό αυτοματισμό με τους κρατικοδίαιτους της Δεξιάς να μεταμφιέζονται σε υποστηρικτές και ...εκπροσώπους ακόμη του ιδιωτικού τομέα (με εκκωφαντικά παραδείγματα όπως η διαχρονικά κρατικοδίαιτη, δήθεν φιλελεύθερη, πολιτική οικογένεια Μητσοτάκη) - και την Αριστερά να υπεραμύνεται συχνά των εξώφθαλμων προνομίων κάποιων εις βάρος των υπολοίπων και της οικονομίας ως κατακτήσεων του συνδικαλιστικού κινήματος - του κρατικού συνήθως συνδικαλισμού αφού στο Δημόσιο το συνδικαλιστικό κίνημα συγκυβερνούσε τουλάχιστον τις πασοκικές τετραετίες. Η διαδικασία αυτή αποτέλεσε ιδεολογικά την εν μέρει pasokification της Αριστεράς και όχι η μεταστροφή μαζικά ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι η ψήφος που άλλαξε αλλά η νοοτροπία που δεν άλλαξε το πρόβλημα: και όπου αυτό ισχύει, εκεί πρέπει η Αριστερά που είναι πρώτη_φορά_κυβέρνηση να γίνει και εξουσία, αποκαθιστώντας τις αδικίες όποιο και αν είναι το λεγόμενο πολιτικό κόστος - όση επιρροή κι αν έχουν δηλαδή οι μειοψηφίες αυτές στο "σύστημα εξουσίας" - γιατί μειοψηφίες είναι και η πλειοψηφία είναι εκείνη που υποφέρει και έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.

Εκεί όπου είναι φανερές πέραν πάσης αμφιβολίας οι αδικίες και κοινωνικές ανισότητες που εγκαθίδρυσε το πελατειακό σύστημα είναι στο ασφαλιστικό. Η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που αναμένεται από μια κυβέρνηση της Αριστεράς μαζί με την επίτευξη της παραγωγικής ανασυγκρότησης δλδ ανάπτυξης και θέσεων εργασίας, είναι στις υπονομευτικές ρίζες του κοινωνικού αυτοματισμού που παραμένουν ακόμη στο ασφαλιστικό. Ότι δεν είναι δίκαιο δεν μπορεί να θεωρείται "κατάκτηση του κινήματος" - και η περικοπή των αδικιών δεν πρέπει να θεωρείται νεοφιλελεύθερη εξίσωση προς τα κάτω: πρόκειται για κοινωνική αδικία να σου πληρώνουν την πρόωρη ή επιπλέον σύνταξη άλλοι εργαζόμενοι!

Το ζήτημα εκμεταλεύτηκαν πολιτικά οι δήθεν φιλελεύθερες εκφράσεις του κεντροαριστερού μωσαϊκού σε συμπαιγνία με τους χειρότερους εκφραστές του κεντροδεξιού κρατισμού - από εκεί πιάνονται απελπισμένα για να ξαναποκτήσουν κάποια επιρροή στην κοινωνία ή να χαρακτηρίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ "κόμμα του Δημοσίου" - και η σχετικά εύκολη αποκατάσταση (σε σχέση με τον κατεστραμμένο ιδιωτικό τομέα) αδικιών στον Δημόσιο τομέα που γίνεται άμεσα συνηγορεί δήθεν σε αυτό...

Πέραν λοιπόν προκαταλήψεων, δίκης προθέσεων, γλώσσας που χρησιμοποιείται, ύφους και προσβλητικών ακόμη χαρακτηρισμών σε σχετικά κείμενα, η Αριστερά οφείλει να διαβάσει και να αποδεχθεί την αλήθεια ορισμένων πραγματικοτήτων και να μην τις θάψει μαζί με τον υβριστικό μνημονιακό λόγο: ένα τέτοιο κείμενο είναι το παρακάτω του Μάνου Ματσαγγάνη, διαχρονικού ακαδημαϊκού μελετητή του ασφαλιστικού με μεγάλο έργο αλλά και ισοπεδωτικά μνημονιακού απολογητή στο σύνολο της οπτικής του. Παραμερίζοντας τα παράταιρα πολιτικά συμπεράσματα και τα πικρόχολα σχόλια του κεντροαριστερού Ματσαγγάνη για την κυβέρνηση "ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ" και τις προθέσεις της, μπορούμε να διαβάσουμε αληθινά προβλήματα και λύνοντάς τα να αποδείξουμε ότι Αριστερά σημαίνει δικαιοσύνη, εισόδημα αναλογικό της εργασίας και των υγιών ικανοτήτων (εφόσον και η λαμογιά "ικανότητα" είναι στον κρατικοδίαιτο καπιταλισμό - όπως και η "γνωριμίες"...), ισονομία και ενίσχυση της μαστοριάς και της καινοτομίας για την ανασυγκρότηση και όχι των κομματικών υποστηρικτών. Ειδικά μετά την νέα συμφωνία με τους πιστωτές που ελπίζουμε ότι θα ανοίξει δρόμους ανάπτυξης και ανασυγκρότησης - και που το καθήκον της Αριστεράς είναι τα όποια χρήματα της νέας ρευστότητας να πάνε στην παραγωγική ανασυγκρότηση και όχι στις πρόωρες συντάξεις, στην νέα γενιά και όχι τα ευγενή ταμεία που παρασιτούν την επιχειρηματικότητα, στην επιβίωση και επανεκκίνηση των μικρομεσαίων σε κατάσταση ζόμπι και όχι στην επιβίωση των κρατικοδίαιτων ευγενών ταμείων και επαγγελμάτων που παρασιτούν την οικονομία λόγω συγκριτικού πλεονεκτήματος "γνωριμιών". 


Το παρακάτω κείμενο θάπρεπε να τόχει γράψει συριζαίος/α - αλλά ακόμη και έτσι με την παράφορη αντιαριστερή του εκφορά στον λόγο, έχει την αξία του - και αποκαλύπτει παρά την θέληση του συγγραφέα πόσο άστοχος είναι ο κοινωνικός αυτοματισμός στην θέση των σοβαρών προτάσεων που αναμφίβολα ο ίδιος κατέχει, κατανοεί και προτείνει σε ...λάθος περιβάλλον - κρίνοντας τα μνημόνια θετικά από επιμέρους ορθές προτάσεις που ψηφίστηκαν για ξεκάρφωμα και ουδέποτε εφαρμόστηκαν.

Γιώργος Παπασπυρόπουλος

Η κυβέρνηση δίνει μάχη

Κατά των φτωχών, κατά των ανέργων και κατά των νέων

Του Μάνου Ματσαγγάνη
Μέρος Α. Ποιον ωφελούν οι πρόωρες συντάξεις;

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Για ένα νέο σύστημα ασφάλισης

Είναι άξια προσοχής η σχετική ψυχραιμία με την οποία αντιμετωπίζουν οι Έλληνες τις περικοπές στο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης και σε μεγάλο βαθμό αυτό πρέπει να οφείλεται στο ότι πολλοί πιστεύουν ότι είναι προσωρινές. Δεν είναι έτσι. Η προοπτική μιας μακράς περιόδου ύφεσης, ή πολύ βραδείας οικονομικής ανάκαμψης, σε συνδυασμό με τις δημογραφικές τάσεις αποκλείει την επιστροφή στο ΣΚΑ όπως το ζήσαμε ως πρόσφατα. 
Η σκληρή διαπίστωση είναι ότι η γενιά μας έχει «φάει» τα λεφτά των παιδιών και των εγγονών μας και ότι το ΣΚΑ είναι από τους κύριους συντελεστές της κρίσης. Το ΣΚΑ, όπως είχε οργανωθεί δεν υπάρχει πια, αλλά επειδή χρειάζεται να έχουμε κάποιο σύστημα είναι επείγον να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ποιο θα είναι αυτό.

από το τεύχος 46 της The Athens Review of books

του Παναγή Βουρλούμη
ARB_46_vourloumis1
Σχεδόν δεν περνά μέρα που ανοίγοντας τις εφημερίδες να μην διαβάσουμε ειδήσεις σχετικές με το Ασφαλιστικό ή κάποιο από τα Ταμεία και Οργανισμούς που το απαρτίζουν. Κατά κανόνα οι ειδήσεις αφορούν περικοπές σε συντάξεις, προτάσεις για αύξηση ορίων ηλικίας, αδυναμία καταβολής συντάξεων και άλλων παροχών, ή επίσημες διαβεβαιώσεις ότι θα καταβληθούν οπωσδήποτε. Επίσης άσπρες και μαύρες τρύπες, δανεισμούς μεταξύ φορέων, κυνήγι εισφοροδιαφυγής, αποκάλυψη διαχειριστικών σκανδάλων και άλλα παρόμοια. 

Τα 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι που έχουν συνταξιοδοτηθεί δεν χρειάζεται να διαβάζουν τις εφημερίδες για να πληροφορούνται ότι το Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΣΚΑ) αντιμετωπίζει προβλήματα. Το εισπράττουν άμεσα με αλλεπάλληλες μειώσεις και καθυστερήσεις καταβολών συντάξεων και παροχών. 

Εκείνοι πάλι που περιμένουν να συνταξιοδοτηθούν βρίσκονται σε συνεχή αγωνία. Δεν ξέρουν πόσα χρόνια ακόμη θα χρειαστεί να δουλεύουν, τι θα πάρουν τελικά, αν θα πάρουν κάτι και πότε. Η κατάσταση διαφέρει από Ταμείο σε Ταμείο αλλά παντού είναι διάχυτη η ανασφάλεια. Προφανώς κάτι πάει πολύ στραβά με το ΣΚΑ και το ζήτημα αφορά το πανελλήνιο. Αξίζει λοιπόν τον κόπο να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε σύντομα τις αιτίες της κρίσης και να προσπαθήσουμε να δούμε τι επιφυλάσσει το μέλλον.
Συνήθως ταυτίζουμε το ΣΚΑ με τις συντάξεις, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι συντάξεις αποτελούν μόνο το μισό της δαπάνης για κοινωνική πρόνοια, που είναι συνολικά περίπου το 45% του Προϋπολογισμού (2011). 
Το άλλο μισό αφορά υγεία, αρωγή και γενικές δαπάνες. Είναι εγκατεσπαρμένο σε προϋπολογισμούς υπουργείων και εκατοντάδων φορέων και αποτελεί εστία διαφθοράς και διαχειριστικό εφιάλτη. 
Το άρθρο αυτό ασχολείται κυρίως με το συνταξιοδοτικό, αλλά όπου χρειάζεται γίνεται αναφορά στο σύνολο της κοινωνικής δαπάνης. Τα στοιχεία και οι στατιστικές για την ασφάλιση και την πρόνοια προέρχονται από διαφορετικές πηγές, υπολογίζονται από την κάθε μία με τον δικό της τρόπο και σπάνια συμφωνούν μεταξύ τους. Παραθέτω αριθμούς όπου είναι απολύτως απαραίτητο σαν τάξεις μεγεθών. Στη συλλογή στοιχείων είχα πολύτιμη βοήθεια από τους ερευνητές του ΙΟΒΕ Μιχάλη Βασιλειάδη και Σοφία Σταυράκη, οι απόψεις και γνώμες του άρθρου όμως είναι αποκλειστικά δικές μου.
Το ΣΚΑ οργανώθηκε και άρχισε να λειτουργεί μεταπολεμικά επάνω σε κεφαλαιοποιητικές και ανταποδοτικές αρχές. 
Η βασική παραδοχή ήταν ότι στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, που οι εργαζόμενοι θα ήταν νέοι και πολύ περισσότεροι από τους συνταξιούχους, θα έβαζε κατά μέρος υψηλά κεφάλαια η απόδοση των οποίων θα του επέτρεπε να πληρώνει αργότερα συντάξεις και να λειτουργεί επ’ αόριστον. 
Πολύ νωρίς προέκυψε ότι η απόδοση των κεφαλαίων δεν αρκούσε για να καλύπτει τις συντάξεις και έτσι σταδιακά το σύστημα εξελίχθηκε σε διανεμητικό. Με άλλα λόγια, οι εισφορές των εργαζομένων άρχισαν να πηγαίνουν κατευθείαν σε συντάξεις. 
Ο ένας λόγος ήταν οι υψηλές συντάξεις ορισμένων ομάδων, η ένταξη στο σύστημα μεγάλων ομάδων που δεν είχαν εισφέρει και η έξοδος σε συνταξιοδότηση σε μικρές ηλικίες. Ο άλλος, οι χαμηλές αποδόσεις από τη διαχείριση των κεφαλαίων που, όπως θα δούμε παρακάτω, είχε αναλάβει να κάνει το κράτος. Συνέβαλαν και οι δημογραφικές εξελίξεις που ανέτρεψαν βασικές παραδοχές επάνω στις οποίες είχε σχεδιαστεί το σύστημα. Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται συνεχώς, η γεννητικότητα μειώνεται, αλλά το σύστημα δεν έχει την ικανότητα ή τη βούληση να προσαρμόζεται σε νέες πραγματικότητες· π.χ. το σύστημα «κουβαλά» μια υπάλληλο κάποιας ΔΕΚΟ που έφυγε στα 50 ακόμη 34 χρόνια κατά μέσον όρο.
Το διανεμητικό ή αναδιανεμητικό μοντέλο άντεξε μόνο για λίγο γιατί το σύνολο των εισφορών εργοδοτών και ασφαλισμένων, που είναι υψηλές σε σύγκριση με ευρωπαϊκά επίπεδα, δεν αρκούσε για να καλύψει τον όγκο των συντάξεων. Έτσι το κράτος αναγκάστηκε να αρχίσει να επιδοτεί το Σύστημα από τον τακτικό προϋπολογισμό. 
Γιατί το κράτος ανέλαβε αυτό το βάρος; Σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη λειτουργίας του ΣΚΑ η Πολιτεία αποφάσισε ότι θα έπαιρνε εκείνη τη διαχείριση των αποθεματικών των Ταμείων, ή πάντως των περισσοτέρων ...

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Πώς γίνεται η "κοινωνική" ασφάλιση να σε οδηγεί στη φυλακή;

του Κωστή Λυμπουρίδη*

Αναρωτιούνται -και δικαίως- οι ασφαλισμένοι, γιατί απειλούνται με φυλάκιση επειδή δεν έχουν να πληρώσουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές. 


Δεν έχεις να πληρώσεις για υγειονομική περίθαλψη, δεν σε καλύπτει το ταμείο σου αν πάθεις κάτι, αλλά παραταύτα συνεχίζεις να οφείλεις τις εισφορές που πλήρωνες εάν σε κάλυπτε. 

Για δε τα συνταξιοδοτικά, απειλείσαι να μπεις φυλακή επειδή αδυνατείς… να αποταμιεύσεις για τα γεράματά σου;

Αυτά συμβαίνουν διότι η «κοινωνική» ασφάλιση δεν είναι καθόλου κοινωνική. 

Το να πληρώνεις με τις εισφορές σου τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, για να πληρώνουν οι αυριανοί εργαζόμενοι τις δικές σου, ήταν μια ωραία ιδέα. 

Όταν όμως οι συνταξιούχοι αυξάνουν, οι εργαζόμενοι μειώνονται, το δε πολιτικό σύστημα βγάζει συνεχώς πενηντάρηδες σε πρόωρη σύνταξη με πλασματικά χρόνια ασφάλισης, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης μετατρέπεται σε μια τεράστια «πυραμίδα», όπου αυτοί που μπήκαν πρώτοι απολαμβάνουν προνόμια που διατηρούνται μόνο όσο υπάρχουν κορόιδα στη βάση της πυραμίδας που πληρώνουν αδιαμαρτύρητα.

Το να απειλείς με φυλάκιση τα κορόιδα, για να συνεχίσουν να πληρώνουν και να μη «σκάσει» η πυραμίδα, δεν είναι λύση. 

Χρειαζόμαστε επειγόντως σχεδιασμό και μετάβαση σε ένα εντελώς νέο σύστημα με δυο πυλώνες: μια Βασική Εθνική Σύνταξη για όλους χωρίς εισφορές, και ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα που θα συγκεντρώνει τις εισφορές κάθε εργαζόμενου σε προσωπικό συνταξιοδοτικό λογαριασμό και θα του αποδίδει ανάλογα όταν έρθει η ώρα.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Επείγουσα επίλυση των ασφαλιστικών εκκρεμοτήτων αντί διώξεων, ζητά η ΓΣΕΒΕΕ από την κυβέρνηση

Για την αποτροπή κλιμάκωσης της ανθρωπιστικής κρίσης στους ελεύθερους επαγγελματίες 

του Γιάννη Καλαϊτζή
Tην αποδέσμευση της θεώρησης βιβλιαρίων υγείας από την ασφαλιστική ενημερότητα, μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2015, προτείνει μεταξύ των άλλων η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ) διαβλέποντας την κλιμάκωση της κοινωνικής - ανθρωπιστικής κρίσης και παράλληλα τη δυνατότητα καταβολής μίας τουλάχιστον εισφοράς ανά εξάμηνο από τον ασφαλισμένο, ώστε να χαρακτηρίζεται ασφαλιστικά ενήμερος. (από το ΒΗΜΑ)
Ειδικότερα η ΓΣΕΒΕΕ προτείνει (απέστειλε υπόμνημα) προς το υπουργείο Εργασίας:

- "Πάγωμα" (κεφαλαιοποίηση) των μέχρι σήμερα ασφαλιστικών οφειλών, δίνοντας στον οφειλέτη τη δυνατότητα, την οποία δεν έχει σήμερα, να τις αποπληρώσει μετά την 1/1/2016.


- Εναλλακτικά του παγώματος των οφειλών να δοθεί η δυνατότητα στους οφειλέτες να κάνουν μεταφορά του ασφαλιστικού τους χρόνου που είναι συνδεδεμένος με την οφειλή, στο τέλος του ασφαλιστικού τους βίου με αντίστοιχη εξαγορά του. Δηλαδή π.χ. κάποιος που οφείλει 10.000 ευρώ και αντιστοιχούν σε 3 χρόνια ασφάλισης να μπορεί να μεταφέρει αυτόν τον χρόνο στο τέλος του ασφαλιστικού του βίου και να πληρώσει τότε την οφειλή αυτή εξαγοράζοντας ουσιαστικά τα 3 αυτά συντάξιμα χρόνια.

- Παροχή της δυνατότητας στον ασφαλισμένο, να επιλέξει ελεύθερα ασφαλιστική κατηγορία, πληρώνοντας, ακόμη κι αν έχει οφειλές, μόνο τις τρέχουσες εισφορές του. Από αυτό το μέτρο, με τις πλέον μετριοπαθείς εκτιμήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ υπολογίζεται, ότι, με την ενεργοποίηση των μισών οφειλετών του Οργανισμού (περισσότεροι 200.000 ασφαλισμένοι), μπορούν να εισρεύσουν στα ταμεία του ΟΑΕΕ περισσότερα από 540 εκατ. ευρώ τον χρόνο.

Επίσης τονίζει ότι "η συζήτηση για εμπλοκή των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, υπό τις παρούσες μάλιστα συνθήκες, ...

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Οι ανασφάλιστοι/διωκόμενοι του ΟΑΕΕ απευθύνονται στην Κομισιόν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαιτώντας δικαιοσύνη

ΑΘΗΝΑ 28/10/2013

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Αξιότιμες κυρίες και κύριο Ευρωβουλευτές, Αξιότιμα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Είμαστε 1000 από τους 380.000 έλληνες και ελληνίδες ασφαλισμένους στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) που εδώ και δυο χρόνια τουλάχιστον αδυνατούμε να πληρώνουμε τις ασφαλιστικές μας εισφορές. Το σύνολο των ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ είναι 750.000.
Συγκεντρωθήκαμε σε μια ομάδα ώστε να μπορέσουμε να ακουστούμε γιατί εκτιμούμε ότι η πλειοψηφία αυτών που λαμβάνουν αποφάσεις στην Ελλάδα και για την Ελλάδα αγνοούν σημαντικά σημεία του προβλήματος.

Επικοινωνούμε με τους εκπροσώπους των Ευρωπαίων Πολιτών διότι οι αποφάσεις στην Ελλάδα λαμβάνονται κατόπιν της εγκρίσεως της Τρόικα, στην οποία πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ζητάμε την κατανόησή σας και την βοήθειά σας.

1. Ο ΜΥΘΟΣ

Όλοι οι Έλληνες επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες (δηλαδή οι ασφαλισμένοι στον ΟΑΕΕ) φοροδιαφεύγουν, έχουν τεράστια «μαύρα» εισοδήματα και δεν τους έχει αγγίξει η κρίση.

1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Από τους 750.000 ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ οι 380.000 αδυνατούν να καταβάλουν κάθε μήνα τις ασφαλιστικές τους εισφορές. Το αποτέλεσμα είναι ότι επιβαρύνονται με τεράστιους τόκους (100%) της οφειλής, στερούνται ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αυτοί και οι οικογένειές τους, δεν μπορούν να θεωρήσουν τα φορολογικά τους έγγραφα και διώκονται ποινικά για τα χρέη τους στο δικό τους ασφαλιστικό Ταμείο.
Ποιος λογικός άνθρωπος θα επέλεγε τα παραπάνω αν μπορούσε να πληρώνει τις εισφορές του κάθε μήνα?

2. Ο ΜΥΘΟΣ

Η ελληνική κυβέρνηση και η τρόικα έχουν προτείνει την δυνατότητα να διακανονιστούν τα χρέη προς τον ΟΑΕΕ αλλά οι οφειλέτες δεν επιθυμούν να πληρώσουν. Για όσους δεν πληρώνουν θα χρησιμοποιήσουν μέτρα αναγκαστικής είσπραξης και κατασχέσεις για να εισπράξουν.

2. Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Οι Έλληνες επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες που οφείλουν στον ΟΑΕΕ επιθυμούν να διακανονίσουν τις οφειλές τους για να αποφύγουν τις δυσμενείς συνέπειες. Για να μην έχουν τεράστιους τόκους, για να έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, για να μην οφείλουν. Όμως τα εισοδήματα των επιχειρηματιών και των ελευθέρων επαγγελματιών έχουν μειωθεί τα τελευταία τρία χρόνια κατά τουλάχιστον 50% και σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνάνε το 80%. Είναι αδύνατον να μπορέσουν να αποπληρώσουν τις οφειλές τους με τους όρους που έχει αποφασίσει η Ελληνική Κυβέρνηση και η Τρόικα.
Έχουμε προτείνει ρεαλιστικούς όρους αποπληρωμής όμως κανείς δεν το συζητάει. Γιατί? Εμείς θέλουμε να αποπληρώσουμε αλλά δεν μπορούμε. Η σημερινή πραγματικότητα επιβάλει την αποπληρωμή σε ...

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget