Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραγωγικό μοντέλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραγωγικό μοντέλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Σταμπουλής: Προτάσεις υπέρβασης του παραγωγικού κενού


Παραγωγικό Μοντέλο και Κοινωνικός Μετασχηματισμός

 "Η οικονομία (παραγωγή και κατανάλωση) δεν παίρνει ξανά μπρος απλά με δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικό κράτος και επιδότηση της απασχόλησης." 

του Γιώργου Σταμπουλή*
Η συζήτηση για την αναπτυξιακή πολιτική – και προφανώς η πράξη – συντελείται στη δίνη της κρίσης, με αποτέλεσμα να θολώνει ο ορίζοντας των ευρύτερων – πραγματικών – προκλήσεων. Η πίεση της καθημερινότητας – η μεθοδευμένη επιθετικότητα της αντίπαλης πλευράς – δεν επιτρέπει το στοχασμό και τη στοχοθέτηση στο ευρύτερο πλαίσιο. Ποιο είναι όμως το ευρύτερο πλαίσιο;
Οι πιο συχνές και προφανείς αναφορές αφορούν στην κρίση υπερσυσσώρευσης (που γίνεται πρόδηλη με την εντεινόμενη ανισότητα και την κρίση κερδοφορίας) και στην οικολογική (περιβαλλοντική, κλιματική κλπ) κρίση. Αυτά όμως αφορούν στα αποτελέσματα, στα συμπτώματα της κρίσης. 
Οι αιτίες έγκεινται στις αντιφάσεις που παράγει η ενδογενής δυναμική του συστήματος. 

Στην οικολογική η προσοδοθηρική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος στερεύει την πηγή του πλουτισμού. Τούτο μπορεί ίσως να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο της μετάβασης στην κυκλική οικονομία και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Στην οικονομική κρίση, όμως, πρέπει να ψάξουμε πιο βαθιά

Φαινομενικά, η κρίση βαθαίνει καθώς – μετά την κρίση του 1970, η νεοφιλελεύθερη επίθεση από τη μία απελευθέρωσε το χρηματοπιστωτικό σύστημα επιταχύνοντας τη χρηματικοποίηση του κεφαλαίου και από την άλλη επιτέθηκε στο κράτος μειώνοντας τόσο τον «κοινωνικό μισθό» όσο και τις δυνατότητες διαρθρωτική παρέμβασης στο πεδίο των συνθηκών αναπαραγωγής. 

Με την ιδιωτικοποίηση στα πεδία της υγείας, της παιδείας και της κατοικίας (μεταξύ άλλων καθώς ο κατάλογος μάλλον είναι μεγάλος: κοινωνική ασφάλιση, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ) επιτάχυνε την πιστωτική επέκταση τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις. Όμως η φούσκα σκάει (πρώτα στις ΗΠΑ, κατόπιν στο ΗΒ και έπεται συνέχεια) καθώς τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να υπηρετήσουν ταυτόχρονα τις δανειακές υποχρεώσεις και τις λειτουργικές ανάγκες επιβίωσης, με αποτέλεσμα να οδηγούνται οι οικονομίες σε καθοδικά σπιράλ. 

Οι απόπειρες πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα: οι τράπεζες συσσωρεύουν στοιχεία ενεργητικού τα οποία δεν ξέρουν τι να κάνουν, ενώ η απασχόληση συντηρείται με κινήσεις απελπισίας (μερική απασχόληση, επισφάλεια κλπ) που δεν αναπληρώνουν το μερίδιο της εργασίας και αντίθετα βαθαίνουν την κρίση στην πλευρά της ζήτησης-κατανάλωσης.

Κι ενώ οι αναλύσεις σε ότι αφορά το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αφθονούν, σε ότι αφορά στην άλλη πλευρά, των σχέσεων παραγωγής και της εργασίας, επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή

Εδώ όμως βρίσκεται η ρίζα της χειραφέτησης από την κρίση. 
Αν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποτελεί την έκφανση της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων στην πλευρά του κεφαλαίου, στην πλευρά της εργασίας η εξέλιξη αυτή έχει συντελεστεί ενδογενώς – στο πλαίσιο της καπιταλιστικής σχέσης παραγωγής – με δύο βασικά, αλληλένδετα χαρακτηριστικά:
  • Την ενίσχυση της νοητικής εργασίας σε σχέση με τη χειρωνακτική – οπότε η παραδοσιακή συζήτηση για την εξαγωγή υπεραξίας φτάνει στα όριά της – και 
  • την ανάπτυξη αυξανόμενων αποδόσεων, καθώς η νοητική εργασία συσσωρεύεται ως γνώση και καινοτομία που συμβάλει στην παραγωγή αξίας πέρα από τη σφαίρα της μεταποίησης – με το στενό όρο της έννοιας – στη σφαίρα της ανάπτυξης προϊόντος και του μάρκετινγκ. Εκεί παράγεται και νοηματοδοτείται η αξία (χρήσης και ανταλλαγής).
Την επισήμανση αυτή για τη σταδιακή εξέλιξη – και κατακερματισμό της εργασίας – επεσήμανε ο Robert Reich το 1991 στο έργο του The Work of Nations[1]
Η διαδικασία αυτή επιταχύνεται σήμερα από τη συνέργεια ραγδαίων εξελίξεων στην πληροφορική (τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτική, αλγόριθμοι επεξεργασίας «μεγάλων δεδομένων» – big data κοκ), την επιστήμη των υλικών και τη βιολογία-βιοτεχνολογία. 

Όμως, αυτή η εξέλιξη της εργασίας μέσω της διευρυμένης αναπαραγωγής της τίθεται σε κίνδυνο μέσα από την επίθεση στο κοινωνικό κράτος. Παιδεία, υγεία και κοινωνική ασφάλιση συρρικνώνονται μαζί με την απασχόληση και τους μσθούς, οδηγώντας τόσο το πρεκαριάτο όσο και τα μέχρι πρόσφατα ανερχόμενα μεσαία στρώματα σε κρίση επιβίωσης. Από την άλλη πλευρά, οι νέοι εταιρικοί γίγαντες (Apple, Google, φαρμακευτικές, βιοχημικές εταιρείες κλπ) συσσωρεύουν κέρδη σε φορολογικούς παραδείσους, ενώ δανείζονται στις χώρες παραγωγής. Μια ακόμη προκλητική ειρωνία είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν την ύπαρξή τους στην επιχειρηματική πρωτοβουλία του κράτους, που όμως χάρισε την περιουσία του και δεν κράτησε κανένα μερίδιο στην επένδυση που πραγματοποίησε στην τεχνολογία[2]

Πώς λοιπόν θα βγούμε από την δίνη της κρίσης, ειδικά εμείς που είμαστε το πιο δέσμιο πειραματόζωο των θεσμικών Φρανκενστάιν;

Πολιτική για και με τα υποκείμενα της ανάπτυξης

Είναι προφανές – ελπίζω από τα παραπάνω ότι οι πολιτικές υπεράσπισης και ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους (όπως περίπου εξειδικεύονται και στο παράλληλο πρόγραμμα) είναι στη σωστή κατεύθυνση και μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά γόνιμες. 
Παρόμοια, πολιτικές που αφορούν στις επενδύσεις και την εξασφάλιση του δημοσίου χαρακτήρα των αγαθών της ενέργειας, του νερού των μεταφορών κοκ. συντελούν στην προοπτική παραγωγικού μετασχηματισμού[3]
Όμως το ζήτημα για το παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος παραμένει. 

Η οικονομία (παραγωγή και κατανάλωση) δεν παίρνει ξανά μπρος απλά με δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικό κράτος και επιδότηση της απασχόλησης

Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του και ποια τα υποκείμενά του; 
Το τελευταίο στοιχείο απουσιάζει από όλες σχεδόν τις αφηγήσεις και προτάσεις, που μιλούν για ανάπτυξη δίχως υποκείμενα (νέα υποκείμενα, γιατί αλλιώς υπονοείται συμμαχία με τα παλιά κουρασμένα και χρεοκοπημένα "άλογα της ανάπτυξης").

Το νέο παραγωγικό μοντέλο αφορά τόσο στις σχέσεις παραγωγής όσο και στο μείγμα του προϊόντος. Αρχίζοντας από το τελευταίο, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε υπερμεγέθη κατασκευαστικό κλάδο που υστερεί τεχνολογικά και παράγει στεγαστικές φούσκες και κρίσεις, ούτε στη μονοκαλλιέργεια του μαζικού τουρισμού

Η νέα παραγωγική δομή πρέπει να είναι αντίστοιχη της εποχής μας και να εξασφαλίζει τη δίκαιη ανάπτυξη που επιδιώκουμε. 
Οι λίγες μικρομεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις δεν επαρκούν. 
Οι μεγάλες είναι δυστυχώς, στην πλειοψηφία τους παθητικοί μιμητές των εξελίξεων. 

Η επένδυση σε τομείς έντασης γνώσης μπορεί να βασισθεί και να αξιοποιήσει εκείνο το τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού που η ελληνική κοινωνία με κόπο και θυσίες ανέπτυξε. Χρειάζεται οι πολιτικές να είναι συνεκτικές και υπομονετικές, ώστε νέα παραγωγικά υποκείμενα να γεμίσουν το παραγωγικό κενό (νεοφυείς επιχειρήσεις, τεχνοβλαστοί κοκ). 
Ένα πλέγμα δομών και υποδομών υποστήριξης, χρηματοδότησης, δικτύωσης και συντονισμού σε όλο το μήκος της «κοιλάδας του θανάτου» μπορεί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού οικοσυστήματος σε στενή αλληλένδεση με το ερευνητικό και εκπαιδευτικό δυναμικό (τεχνική, επαγγελματική και πανεπιστημιακή εκπαίδευση). 
Η συστηματική αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ και των Ευρωπαϊκών μηχανισμών μπορεί να αποδώσει 200-300.000 θέσεις εργασίας σε 3-4 έτη.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πρόκληση τα νέα παραγωγικά υποκείμενα να υιοθετήσουν νέες παραγωγικές σχέσεις στο πλαίσιο της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας

Ο στόχος της πολιτικής για την κοινωνική οικονομία πρέπει να αφορά το προσκήνιο της παραγωγής και όχι το περιθώριο. 
Η ιδεολογική μάχη για την ηγεμονία θα πρέπει να δοθεί ώστε οι νέες επιχειρήσεις να είναι συνεταιρισμοί εργαζομένων, μαζί με διασώσεις στην κατεύθυνση του ιταλικού νόμου Μαρκορά
Από κοντά οι ομάδες παραγωγών και οι νέοι αγρο-βιομηχανικοί συνεταιρισμοί, οι καταναλωτικοί και ενεργειακοί συνεταιρισμοί μπορούν να αποτελέσουν ισχυρούς θύλακες του νέου που θα γεννιέται μέσα στο παλιό. 

Όμως, η πιο κρίσιμη μάχη θα είναι αυτό το οικοσύστημα με την ποικιλότητα των μορφών αλληλέγγυας οικονομίας να δημιουργήσει τις δικές του υπερδομές και θεσμούς αναπαραγωγής (χρηματοπιστωτικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς-παιδαγωγικούς). Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η Κ.ΑΛ.Ο είναι πιο αποτελεσματική (παραγωγική) από την καπιταλιστική οικονομία, αλλά η βιωσιμότητά της έγκειται στην ανάπτυξη αυτού του εποικοδομήματος που θα εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της.

Και πάλι, όμως, αυτά δεν επαρκούν για να βγούμε από την κοινωνική κρίση, ούτε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της τεχνολογικής εξέλιξης αποτελεσματικά. 

Δύο ακόμη αλλαγές είναι απαραίτητες

Πρώτα η μείωση του χρόνου εργασίας, αρχικά στις 30 ώρες την εβδομάδα και εν συνεχεία ακόμη περισσότερο[4]. Η ανεργία και η επισφάλεια θα αντιμετωπισθούν μόνο εφόσον η εργασία λάβει το μέρισμα της συνεχούς τεχνολογικής εξέλιξης. Αυτή η μείωση συνεπάγεται άμεση αύξηση της παραγωγικότητας και ευρύτερες εξελίξεις στο μείγμα προϊόντος, στην οικονομία του ελεύθερου χρόνου και προκλήσεις στη σφαίρα της αναψυχής, του δημόσιου χώρου και της σχέσης κοινωνίας-φύσης, που υπερβαίνουν την οικονομία του κειμένου.

Η άλλη συναφής και θεμελιώδης αλλαγή αφορά στο μέρισμα του δημοσίου στο προϊόν. Καθώς μεταβαίνουμε σε οικονομία της γνώσης και της δημιουργικότητας, η δημόσια συλλογική επένδυση στην προ-παραγωγική έρευνα και ανάπτυξη (και συχνά καινοτομία) δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο εκμετάλλευσης από μεμονωμένες παραγωγικές μονάδες (ακόμη και αν αυτές είναι φορείς ΚΑΛΟ). 
Η ιστορική εμπειρία του ύστερου καπιταλισμού μας έδειξε ότι η άσκηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα αποτελέσματα της έρευνας και της δημόσιας χρηματοδότησης, όπως αυτά που προτείνουν οι Lazonick & Mazzucato[5], μπορεί να χρηματοδοτήσει σημαντικό μέρος της δαπάνης για έρευνα, παιδεία και υγεία. 
Η συζήτηση αυτή ανοίγει ευρύτερα ζητήματα για τη θέσμιση και διαχείριση των αγαθών (κοινών, δημόσιων, ιδιωτικών και λέσχης). Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται το άλλο διακύβευμα της αριστερής διακυβέρνησης, η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, με αλληλεγγύη και άμεση συμμετοχή και έλεγχο.

Συνοψίζοντας, το νέο μοντέλο ανάπτυξης στηρίζεται στον αναβαθμισμένο ρόλο της εργασίας στις ΜμΕ με ενίσχυση της καινοτόμου δραστηριότητας, στις νεοφυείς επιχειρήσεις και τους τεχνοβλαστούς και στην ιδεολογική μάχη όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας να συντελείται μέσα από φορείς και δομές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. 
Σε αυτή την πορεία, το κράτος και το δημόσιο διαδραματίζουν επιτελικό και στρατηγικό ρόλο τόσο για τη μετάβαση στο νέο παράδειγμα, όσο και για την εξασφάλιση των πόρων και του κοινωνικού μερίσματος. Το μέρισμα αυτό θα αποκτήσει πρακτικό αντίκρυσμα και μέσα από τη μείωση του χρόνου εργασίας και την ανάπτυξη κοινωνικής ευημερίας με δικαιοσύνη και βιωσιμότητα.

[1] Reich B.R. (1991) The Work of Nations: Preparing Ourselves for 21st Century Capitalism, New York: Alfred A. Knopf

[2] Mazzucato, M. (2015), Το επιχειρηματικό κράτος : Ανατρέποντας μύθους, Αθήνα : Κριτική

[3] Ο όρος «ανασυγκρότηση» μάλλον είναι ανεπαρκής καθώς όχι μόνο αναπεμπει σε αμυντική λογική μετάβασης σε ένα ένδοξο-φαντασιακό «βιομηχανικό» παρελθόν, αλλά και αποφεύγει τη μετασχηματιστική δυναμική της τεχνολογικής εξέλιξης

[4] Stamboulis, Y (2016) Dynamics of transition to universal tax-funded pension system, 34th International Conference of the System Dynamics Society, Delft, Netherlands, July 17-21 (http://www.systemdynamics.org/conferences/2016/proceed/papers/P1385.pdf)

[5] Lazonick & Mazzucato (2013) The risk-reward nexus in the innovation-inequality relationship: who takes the risks? Who gets the rewards?, Industrial and Corporate Change (2013) 22 (4): 1093-1128

*πηγή enter4news

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Ένα ποδήλατο μάρκας "ΕΣΚΑ"


Τελειώνοντας την πρώτη γυμνασίου, έπιασα την πρώτη μου «κανονική» δουλειά σε μια βιοτεχνία του κάμπου, ένα «τελαράδικο». Το εργοστάσιο δούλευε το καλοκαίρι 7πμ-3μμ  κάθε μέρα (και τις Κυριακές) με δίωρη υποχρεωτική(!) υπερωρία έως τις 5μμ  ώστε να προλαβαίνει τις παραγγελίες των διαλογητηρίων που συσκεύαζαν τα ροδάκινα για το εξωτερικό.
Αυτό το πρώτο μου καλοκαίρι στην δουλειά, κατάφερα να «βγάλω» είκοσι μέρες μονορούφι, παρά το γεγονός πως ήμουν μικρός κι αμάθητος από την σκληρή δουλειά του βιομηχανικού εργάτη. Ωστόσο, ο στόχος μου, που ήταν να μαζέψω τα λεφτά για την αγορά ενός κατακόκκινου ποδηλάτου μάρκας «ΕΣΚΑ» τσέχικης κατασκευής, με βοήθησε να τα καταφέρω. Το μεροκάματο των 180 δραχμών, μου εξασφάλισε τελικά 3.600 δραχμές και καθώς το αντικείμενο του πόθου μου κόστιζε ακριβώς 3.500 δραχμές, την επαύριον κιόλας της οιονεί παραιτήσεώς μου από την εποχιακή μου εργασία, έκανα περιχαρής την πρώτη μου βόλτα στους στενούς δρόμους της μικρής μας πόλης καβάλα στο αστραφτερό κατακαίνουριο απόκτημά μου.
Ήταν ένα κατακόκκινο ποδήλατο με στριφτό τιμόνι (αγωνιστικά τα λέγαμε τότε), δερμάτινη σέλα, σχάρα με δύο δερμάτινες «μπαγκαζιέρες» εκατέρωθεν, μεγάλο φανάρι εμπρός με δυναμό, επιχρωμιωμένα αλουμινένια «φτερά» στις ρόδες και τρεις(!) ταχύτητες στον πίσω άξονα με τον λεβιέ αλλαγής τους στο εμπρός λοξό σίδερο του στιβαρού σκελετού του. Το ποδήλατο αυτό, με συντρόφεψε μέχρι και την Τρίτη λυκείου, όταν φεύγοντας για φοιτητής, το κληροδότησα στον μικρότερο αδερφό μου που πέρασε μαζί του άλλα τέσσερα γεμάτα ποδηλατικά χρόνια. Βέβαια, η τελική μορφή του πόρω απείχε από το αστραφτερό, τσίλικο, κατακόκκινο ποδήλατο που είχα ερωτευτεί όντας μόλις 13 ετών, στην βιτρίνα του ποδηλατάδικου. Όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω την περηφάνια και την χαρά που ένιωσα όταν κατάφερα να το αποκτήσω με δικά μου χρήματα, μετά από είκοσι κοπιαστικές μέρες δουλειάς πάνω στην μηχανή που κάρφωνε «τσιτάκια» στα ξύλινα τελάρα των ροδάκινων.
Και δεν ήμουν μονάχα εγώ που εργαζόμουν κάθε καλοκαίρι, στις βιοτεχνίες, τα διαλογητήρια ή τα χωράφια του κάμπου. Ήταν η πλειοψηφία της γενιάς μου, ασχέτως οικονομικής κατάστασης, σχολικής επίδοσης και κοινωνικού στάτους. Ήταν κάτι σαν «στρατιωτικό», σαν κατασκήνωση εργασίας, σαν υποχρέωση, η εποχιακή θερινή απασχόληση για όλα τα παιδιά από ηλικίας 13 χρονών μέχρι και φοιτητές «επί πτυχίω». Ασφαλώς μπορεί για κάποιους, αυτή η εργασία να ήταν πραγματικά απαραίτητη για να συμπληρώνουν τα λιγοστά οικογενειακά εισοδήματα. Για κάποιους άλλους, ίσως αυτή η καλοκαιρινή δουλειά να ήταν τα έξοδα της επόμενης ακαδημαϊκής χρονιάς. Πολλοί επιτυχημένοι δικηγόροι, ιατροί, μηχανικοί, κλπ της πόλης μας, ακόμη στέλνουν με σεβασμό τα χαιρετίσματά τους στα παλιά τους «αφεντικά», που δίνοντάς τους δουλειά τα καλοκαίρια στις βιοτεχνίες και τα εργοστάσιά τους, τους επέτρεψαν να σπουδάσουν και να καλυτερέψουν την ζωή τους.
Ήταν η εποχή της «αθωότητας», όπου ακόμη και ο πιο έξυπνος μαθητής, ο καλύτερος φοιτητής, ο αριστούχος της ιατρικής σχολής, δεν θεωρούσαν καθόλου μειωτικό της αξιοπρέπειάς τους, το γεγονός της απασχόλησής τους σε «παρακατιανές» ή εποχιακές εργασίες όπως το μάζεμα των ροδάκινων και της τομάτας, το ντάνιασμα των τελάρων στις παλέτες, το φόρτωμα ολόκληρων φορτηγών ψυγείων με τα χέρια, το τσάπισμα, το ξεβοτάνισμα, το κουβάλημα της κοπριάς των ζώων, το ξεφόρτωμα του άχυρου και των τριφυλλιών στους στάβλους και τα μαντριά των κτηνοτρόφων. 

Ήταν αντίθετα η εποχή, όπου μειωτικό θεωρούνταν να μένεις σπίτι, να μην εργάζεσαι καθόλου, να το παίζεις «αγάς» και «μιμόζα», να μην μετέχεις στην θεία μέθεξη της αληθινής εργασίας. Αυτής της ευλογημένης δουλειάς, που σε κάνει να ιδρώνεις, που σε κουράζει, που λύνει τους μυς και βαραίνει τις αρθρώσεις, που σου προσφέρει τον βαθύ και αδιατάρακτο ύπνο του μικρού παιδιού που γυρνά από ολοήμερο παιχνίδι, που σου χαρίζει τέλος την αληθινή αυτοπεποίθηση πως όλα μπορείς να τα καταφέρεις μονάχος σου σε τούτη την ζωή.
es-ka9Όποιος έχει δουλέψει χειρονακτικά είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνει αυτά που γράφω, όποιος δεν έχει τύχει να το κάνει, απλά του λέω πως έχει χάσει ένα μεγάλο κεφάλαιο από το βιβλίο της ζωής. 

Προσωπικά, δεν σταμάτησα ποτέ να εργάζομαι με τα χέρια μου, ακόμη και όταν μπορούσα πια να το αποφύγω. Η ενασχόληση με εργασίες που σήμερα θεωρούνται «παρακατιανές» και μη αποδοτικές από το σύνολο σχεδόν των νέων μας, έπαψε όμως με τον καιρό και προϊούσης της «σοσιαλιστικής αλλαγής» να εκτιμάται από τους συμπατριώτες μας. Υπήρξε σταδιακά μια «λειψανδρία» κυρίως στις εποχιακές δουλειές, καθώς ελάχιστοι πλέον μαθητές, φοιτητές και άνεργοι και μονάχα για λόγους ανώτατης οικονομικής βίας  καταδέχονταν να εργαστούν χειρονακτικά στα εργοστάσια, τα χωράφια και τους στάβλους. 
Ευτυχώς, προτού να υπάρξει σοβαρό πρόβλημα, αρχικά οι ελλείψεις σε εποχιακά εργατικά χέρια αντιμετωπίστηκαν με εσωτερική μετανάστευση ρομά και  μωαμεθανών ελλήνων της Θράκης και αμέσως μετά με εξωτερικούς μετανάστες, πρώτα από τις χώρες του πρώην ανύπαρκτου σοσιαλισμού, κατόπιν από την Αλβανία και αμέσως μετά από τριτοκοσμικές χώρες της Αφρικής και της Ασίας. 

Παράλληλα, ολόκληρη η ελληνική κοινωνία μεταλλάχθηκε μέχρι μυελού των οστών της και κανέναν δεν παραξένευε πλέον το φαινόμενο, οι αγρότες και οι πρώην εργάτες και νυν αργόμισθοι του δημοσίου, να ξημεροβραδιάζονται στα καφενεία και οι παράνομοι ή νόμιμοι μετανάστες να δουλεύουν στις φάμπρικες, τις βιοτεχνίες, τα χωράφια και τους στάβλους της επικράτειας.
Δεν ξέρω πως καταφέραμε να θεωρούμε την χειρονακτική δουλειά ντροπή, τον μόχθο όνειδος, την βιοπάλη κατάρα. 

Δεν ξέρω γιατί ακόμη και οι πλούσιοι νέοι της εποχής μου θεωρούσαν υποχρέωση να εργαστούν χειρονακτικά και μαγκιά την απόκτηση άυλων ή υλικών αγαθών με χρήματα που να προέρχονται από τον δικό τους κόπο, παρόλο που θα μπορούσαν να τα απαιτήσουν εύκολα από τους πατεράδες και τις μανάδες τους, ενώ οι σημερινοί μικρομεσαίοι νεαροί και νεαρές της κρίσης ανατριχιάζουν και στην σκέψη ακόμη πως θα μπορούσε να τους ζητηθεί να το πράξουν. 

Δεν ξέρω γιατί οι σημερινοί γονείς τρέμουμε στην ιδέα πως θα μπορούσε το παιδί μας να δουλέψει δεκάωρο στο εργοστάσιο, στο χωράφι της Μανωλάδας ή στο ορνιθοτροφείο των Μεγάρων, την ώρα που οι δικοί μας πατεράδες το ίδιο πράγμα το θεωρούσαν τιμή και καμάρι τους. 

Δεν ξέρω γιατί οι σημερινοί πτυχιούχοι του τελευταίου ΑΤΕΙ της κάτω ραχούλας θεωρούν ντροπή την ενασχόληση με χειρονακτικές δουλειές την ώρα που αριστούχοι του Πολυτεχνείου ή της Ιατρικής στην εποχή μας την θεωρούσαν υποχρέωση, δικαίωμα και ταυτόχρονα ευλογία.
Αληθινά, δεν ξέρω γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. 

Ίσως επειδή δεν υπάρχουν πια κόκκινα ποδήλατα «ΕΣΚΑ» που να κρατάνε δεκαπέντε χρόνια. Ίσως επειδή πλέον οι επιθυμίες της νέας γενιάς μετατρέπονται αυθημερόν σε απαιτήσεις. Ίσως από την άλλη επειδή, η εργατικότητα, η απλότητα και η προσήνεια της δικιάς μας γενιάς, μεταμορφώθηκαν με τα χρόνια σε απληστία, σε ξιπασιά, σε ατσιδοσύνη και σε απατεωνιά που υπονόμευσε το μέλλον ολόκληρης της χώρας και κυρίως των νέων μας. 

Το σίγουρο είναι πως όλοι μας κάτι κάναμε και εξακολουθούμε να κάνουμε λάθος τα τελευταία 30 χρόνια. Είναι καιρός να αλλάξουμε πορεία, να διορθώσουμε τα λάθη μας, να ξεκινήσουμε και πάλι από το μηδέν. 

Επειδή για να σκαρφαλώσεις  στο ψηλότερο κλαδί του δέντρου, θα πρέπει πρώτα να ανεβείς στο χαμηλότερο. Επειδή στην τελική, το μέλλον δεν ήταν και δεν είναι ποτέ μια βεβαιότητα αλλά αντιθέτως ήταν πάντα και εξακολουθεί να είναι μια μεγάλη πρόκληση.
πηγή antikleidi

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Εάν η κυβέρνηση έπεισε ότι είχε όντως σχέδιο Β, το σχέδιο Α (της αναγκαίας ανακαμψιακής πολιτικής) ακόμη μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο

"Εάν στη χώρα μας η καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκεται σε αδιέξοδο, η μη καπιταλιστική παραμένει ακόμη ασύλληπτη και αδιατύπωτη"


Série noire

του Κώστα Βεργόπουλου*

Μετά την κατ' αρχήν συμφωνία της 13ης Ιουλίου μεταξύ Ελλάδος και εταίρων και εν αναμονή της προβλεπόμενης για τις 20 Αυγούστου εξειδίκευσής της, το οικονομικό κλίμα, αντί να ξεκαθαρίζει, προσλαμβάνεται ως όλο και πιο αβέβαιο. Οι αρνητικές προσδοκίες δεν υποχωρούν, αλλά αντίθετα πολλαπλασιάζονται, όπως διαπιστώνουν διεθνείς παρατηρητές, από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, αλλά και από το εσωτερικό μέτωπο. Οι οικονομικοί δείκτες δεν βελτιώνονται, αλλά συνεχίζουν την καθοδική πορεία τους. Κατά σύστημα και εκ των προτέρων η «παλαιοκομματική» αντιπολίτευση διαβάλλει όχι μόνον την κυβερνητική ικανότητα σύναψης της συμφωνίας, αλλά και αυτήν της εκτέλεσης της. Κι ακόμη και αν η συμφωνία υλοποιηθεί, προβλέπονται σε κάθε περίπτωση αρνητικές για την οικονομία συνέπειες. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση δεν παύει να προσφέρει ρεσιτάλ δυσφορίας, αμηχανίας, αδράνειας, αλλά και ολιγωρίας όσον αφορά στην ανάληψη της ευθύνης για την ανάταξη, σταθεροποίηση και επανενεργοποίηση της οικονομίας. 
Μέσα από τον ορυμαγδό αρνητικών προβλέψεων, πως είναι δυνατόν να αναμένεται κάποια θετική εξέλιξη όχι μόνον για την τήρηση της συμφωνίας, αλλά κυρίως για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και της χώρας στο ορατό μέλλον;
Βασικό στοιχείο για την οικονομία είναι οι προσδοκίες όχι μόνον του χρήματος και των επιχειρήσεων, αλλά επίσης των καταναλωτών. Όσο παραμένουν αρνητικές και αυτό είναι οπωσδήποτε πολιτικό ζήτημα, τόσο η οικονομία σύρεται από αυτές και τις «επιβεβαιώνει». Δεν είναι μόνον οι υποψήφιοι επενδυτές που περιορίζουν τις επενδύσεις τους και κατά συνέπεια τις θέσεις απασχόλησης για τους εργαζόμενους, αλλά και τα νοικοκυριά που περιστέλλουν τις δαπάνες τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις αναμενόμενες «δύσκολες ημέρες». 
Όταν όλοι οι συντελεστές και το δημόσιο περιστέλλουν ταυτόχρονα τις δαπάνες τους, αυτό, αντί να αποφέρει την επαγγελλόμενη από το ΔΝΤ και τον Σόιμπλε «εξυγίανση», το μόνο που εξασφαλίζει είναι ο κύκλος της κατάρρευσης για όλους, όχι μόνον για οφειλέτες και δανειστές, αλλά και για τους πιο στοιχειώδεις συντελεστές της οικονομίας.
Ωστόσο, εάν οι προσδοκίες καθορίζουν την ανοδική ή καθοδική πορεία της οικονομίας, στην βάση όλων παραμένει πάντα η πραγματική κατάσταση και οι άμεσες προοπτικές της. Με το επεκρεμάστηκαν» κατ' αποκλειστικότητα από το μέτωπο της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές. Στον ρυθμό της, που τελικά, παρά τον άξιο σεβασμού ηρωισμό των διαπραγματευτών, δεν απέδωσε, αλλά ξεφούσκωσε άδοξα, η οικονομία δεν έπαψε να αποδυναμώνεται και η κυβερνητική οικονομική πολιτική να λάμπει με αυτάρεσκη ανυπαρξία
ισόδιο Βαρουφάκη καλύφθηκε κυβερνητική αμηχανία και αδράνεια στο πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Τόσο η οικονομία όσο και η κυβέρνηση «
Η «δημιουργική ασάφεια» αποδείχθηκε πικρή και ακριβοπληρωμένη σαφήνεια. Το εξάμηνο κύλησε όχι υπέρ ημών, όπως ήλπιζε και διαβεβαίωνε η ελληνική πλευρά, αλλά δραματικά εις βάρος μας. Η εξάρτηση της χώρας από την έκτακτη ρευστότητα της ΕΚΤ όχι μόνον δεν μειώθηκε, αλλά επιδεινώθηκε μέχρι παθολογικού σημείου. 
Εάν η κυβέρνηση έπεισε ότι είχε όντως σχέδιο Β, το σχέδιο Α ακόμη μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο. Και ενώ στην αρχή της περιόδου η διαπραγμάτευση επικεντρωνόταν στην χαλάρωση της λιτότητας με στόχο την επανενεργοποίηση της οικονομίας, με την συμφωνία του Ιουλίου, η «επιτυχία» περιορίζεται στην προσδοκώμενη αναδιάρθρωση του χρέους, που πάντως δεν θα αφορά τόσο στην άμεση επανεκκίνηση, αφού το μέγιστο βάρος της εξυπηρέτησης του έχει ήδη μεταφερθεί για μετά το 2023.
Στη συνέχεια, με το επεισόδιο Λαφαζάνη και την αύξουσα προσήλωση στην ανάγκη πρόωρων εκλογών, το σοκ της συμφωνίας της 13ης Ιουλίου όχι μόνον δεν αντισταθμίζεται με κάποιο αξιόπιστο οικονομικό σχέδιο με προοπτικές, αλλά και η αδράνεια της οικονομικής πολιτικής συνεχίζεται σε όλο και πιο χαμηλά επίπεδα με την εξάρτηση από την ΕΚΤ να αγγίζει επίπεδα συναγερμού. Με ένα σενάριο πρόωρων εκλογών, η διαχείριση όλων των προβλημάτων μετατίθεται ακόμη μια φορά στο ασαφές μέλλον
Μετά την διαπραγματευτική αστοχία της περιόδου Φεβρουαρίου - Ιουλίου και την εσωκομματική κρίση που ακολούθησε, οι πρόωρες εκλογές κινδυνεύουν να αναδειχθούν στο τρίτο και μοιραίο σοκ για την αποκαθήλωση της ελληνικής οικονομίας.
Πικρή ικανοποίηση τόσο από ελληνικής πλευράς όσο και από ευρωπαϊκής είναι ότι το ζήτημα της εξόδου από την Ευρωζώνη έχει επί του παρόντος πράγματι αφαιρεθεί από την ατζέντα των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί ανά πάσα στιγμή να επανέρχεται και αυτό όχι μόνον προκειμένου να εκβιάζεται η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ακόμη χειρότερα λόγω της αδυναμίας της να παρουσιάσει κάποια θετική εξέλιξη στο πεδίο της σταθεροποίησης της οικονομίας. 
Εάν σήμερα, μετά την συμφωνία του Ιουλίου, το Grexit, ενώ έχει αποσυρθεί από το τραπέζι, το φάντασμα του υπερίπταται των διαπραγματεύσεων, αυτό δεν σκοτεινά σχέδια» της υπερσυντηρητικής γερμανικής πλευράς που συγκλίνουν με τα αντίστοιχα της ακροαριστερής ελληνικής, αλλά επίσης και όχι λιγότερο στην προϊούσα ακραία αποδυνάμωση της ελληνικής οικονομίας και στην πάντως αποτρέψιμη πορεία της προς τον μαρασμό.
οφείλεται μόνον στα «
Οποιοδήποτε και αν είναι το περιεχόμενο της οριστικής συμφωνίας δεν μπορεί παρά να είναι σαφώς υφεσιακό και συνεπώς αποσταθεροποιητικό. Όσο ο ιδιωτικός τομέας αφαιμάσσεται με αιτιολογία την ισοσκέλιση ελλειμμάτων του δημοσίου και την εξασφάλιση της εξυπηρέτησης του χρέους, η οικονομία θα παραμένει καθηλωμένη σε συνθήκες αύξουσας καταστολής
Μοναδικός τρόπος για να βγει από αυτήν θα ήταν μια οικονομική πολιτική με ευρύτερο ορίζοντα, ώστε να εξουδετερώνονται οι αρνητικές συνέπειες της συμφωνίας. Ωστόσο, ακόμη και για το πιο στοιχειώδες μέρος ανάγκη αξιόπιστου σχεδίου. Ακόμη και αν η συμφωνία της 20ής Αυγούστου οριστικοποιηθεί και ανοίξει ο δρόμος για την χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, η ανάγκη αξιόπιστου σχεδίου για την κατανομή των επενδυτικών πόρων θα είναι απαράκαμπτη. 
της αναγκαίας ανακαμψιακής πολιτικής, το επενδυτικό πακέτο και τις δημόσιες επενδύσεις στις υποδομές, εξυπακούεται η
Ωστόσο, επί του παρόντος, παρόμοιο σχέδιο δεν φαίνεται να υπάρχει ούτε ότι εκπονείται. Στοιχείο του αναγκαίου σχεδίου θα πρέπει να είναι η μαζική συμμετοχή της
κοινωνίας
 σε αυτό τόσο στο επίπεδο της τεχνογνωσίας, όσο και σ' αυτό της αναγκαίας πολιτικής στήριξης. Μέχρι σήμερα, η Αριστερά, ενώ αναγνωρίζει την ανάγκη σύμπραξης με την κοινωνία, εν τούτοις αυτή δεν υλοποιείται, δεν προβλέπεται ούτε καν το πρώτο βήμα για αυτό και οι πιο τολμηρές σκέψεις από τον χώρο της φθάνουν μόνον μέχρι του σημείου να οραματίζονται την «εμπλοκή» των κοινωνικών δυνάμεων στην κομματική στρατηγική τους.
Ωστόσο, δεν είναι η εσωστρέφεια και οι εσωκομματικές διενέξεις που καθυστερούν το άνοιγμα προς την κοινωνία, αλλά ακριβώς το αντίθετο: όσο ο κομματικός ορίζων κατισχύει του κοινωνικού, τόσο οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις θα έχουν προτεραιότητα έναντι των κοινωνικών. Και τόσο η κοινωνία θα αντιμετωπίζεται ως πεδίο προς χειραγώγηση από τις κομματικές επιλογές, παρά ως χώρος με την δική του ικανότητα, πρωτοβουλία και δυναμική. 
Στις 13 Ιουλίου ο πρωθυπουργός ανέδειξε με κυριαρχικό τρόπο το συμφέρον της χωράς πέρα από το κομματικό. Οσάκις στην ιστορία η ελληνική Αριστερά ξεπέρασε τον κομματικό εαυτόν της για να τεθεί στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου και όχι ενός μόνον μέρους του, ωφελήθηκε εξ αυτού όχι μόνον το κοινωνικό σύνολο, αλλά και η ίδια αφού ανέλαβε έναν τόσο μεγάλο ρόλο. 
Εάν στη χώρα μας η καπιταλιστική ανάπτυξη βρίσκεται σε αδιέξοδο, η μη καπιταλιστική παραμένει ακόμη ασύλληπτη και αδιατύπωτη, όμως οι πολίτες αντιμετωπίζουν κρίσιμες καθημερινές ανάγκες επιβίωσης πέρα από εμμονικά και δυσπρόσιτα διανοητικά σχήματα
Εάν οι ισχυροί της Ευρώπης παραμένουν αμετακίνητοι στις ακραίες επιλογές τους, θα πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι όσο η οικονομική αβεβαιότητα και αστάθεια παρατείνονται στη χώρα μας, τόσο αυτό εξυπηρετεί το δικό τους παιχνίδι θανάτου εις βάρος όλων μας και εάν κάτι είναι σε θέση να μας απομακρύνει από το νοσηρό παιχνίδι, αυτό είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη σταθεροποίηση και επανενεργοποίηση της οικονομίας. 
Και η τελευταία απαιτεί την ανάληψη δημόσιας ευθύνηςενισχυμένο ρόλο του κράτους για την επαναρρύθμιση της οικονομίας, αντί της εκχώρησής της στην ανευθυνότητα των χρηματαγορών.

σκίτσα (επιλογής του ιστολογίου), του Τάσου Αναστασίου

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Η αριστερά της πράξης είναι καταδικασμένη να κάνει ότι δεν μπόρεσαν οι υπηρέτες του πελατειακού κράτους

Τα πέρασαν κι άλλοι και βρήκαν λύσεις...
(αφίσα από το αμερικάνικο New Deal)
Στην πραγματικότητα όλους και όλες το παρακάτω* ερώτημα είναι που μας απασχολεί και όχι πόσοι ακολουθούν τον Παναγιώτη Λαφαζάνη στο απονενοημένο του διάβημα κατά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. 
Και αν για κάποιο λόγο έχουμε περιέργεια πως θα διαχειριστεί ο ΣΥΡΙΖΑ το πρόβλημα της ανταρσίας (ή και ανταρσύας) της πλατφόρμας, δλδ με κοινωνικό (πολιτικό, ηθικό, θεσμικό) ή κομματικό (πελατειακό) τρόπο, είναι γιατί οι δυνάμεις που "εξεγέρθηκαν" απέναντι στην αληθώς μη έντιμη και αναπτυξιακά ακόμη αμφίσημη συμφωνία αλλά και απέναντι στην κυβέρνηση που προσπαθεί να την διαχειριστεί, και που διαχωρίζονται στο όνομα της καθαρότητας και της συνείδησης, είναι ακριβώς οι δυνάμεις που εμποδίζουν με τα ιδεολογήματά τους τον ΣΥΡΙΖΑ να ασχοληθεί με την πραγματική οικονομία και την ανάπτυξη
η πλατφόρμα πρόσκειται ιδεολογικά κυρίως στις δυνάμεις του δημοσιοϋπαλληλικού σοσιαλισμού, του υπαρκτού κρατισμού και των συντεχνιακών δομών του ελληνικού συνδικαλισμού με τα ισχυρά συνδικάτα των ΔΕΚΟ, του Δημοσίου και των ευγενών επαγγελμάτων. Οι υπουργοί της όσο κυβέρνησαν, λάτρεψαν το κάρβουνο στην ενέργεια, το κυνήγι στο περιβάλλον, τον ΟΑΕΕ στα υπαρκτά χαράτσια, το πρόστιμο ρεκόρ του Βρούτση στην ανασφάλιστη εργασία - δεν έχουν και μεγάλη ιδέα από πραγματική οικονομία, δεν βλέπουν με καλό μάτι την κάθε είδους επιχειρηματική δραστηριότητα - ίσως μόνο την αυτοαπασχόληση, θεωρούν τους μικρομεσαίους "αφεντικά" και μικροαστούς και νομίζουν ότι ο πλούτος παράγεται από κρατικές επενδύσεις  - η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι γι αυτούς μια λίγο πολύ κακόφημη ιδέα που κι αν πετύχει κάποιο λάκκο θα έχει η φάβα γι αυτό και πρέπει να φορολογηθεί βάναυσα και έκτακτα. Οι μόνοι τίμιοι χωρίς δεύτερη κουβέντα εργαζόμενοι είναι οι ΔΥ (γι αυτό και τους συγχωρούν εύκολα τις όποιες παρασπονδίες τους με τις οποίες καταπατούν τον όρκο τους - εξ ορισμού σπάνιες και μάλλον συκοφαντικές - η δε αντιμετώπιση από τα συνδικάτα είναι συνήθως ελαστική και αποκρυπτική πχ Φωτόπουλος κλπ)
Όλα αυτά μαζί με το περιτύλιγμα της τιμημένης εργασίας που γνώρισαν ως συνδικαλιστές και στελέχη της πασοκικής era της συνδιοίκησης ή ως επαγγελματίες της πολιτικής, μονιμάδες στην καχυποψία κάθε ανανέωσης, κάνουν δύσκολη την επαφή της πλατφόρμας με κάθε πραγματική αναπτυξιακή ή αειφόρα ιδέα - αντίθετα κάνουν προνομιακή την όσμωσή της με νεοκομμουνιστικές γκρούπες και τροτσκιστικά ή μαοϊκά απομεινάρια της εποχής του ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών που αποθεώνουν τα Όχι και την Αντίσταση γενικώς και μέμφονται ως συμβιβασμό και ξεπούλημα τις συγκεκριμένες προτάσεις ειδικώς... 
Οι άνθρωποι αυτοί καβάλησαν το αντιμνημονιακό ρεύμα και νόμισαν ότι αυτό αρκεί για να εκφράσουν το "κίνημα" - συμπορεύτηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ της βίαιης ωρίμανσης χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν ποιες ανάγκες εκαλείτο να υπηρετήσει αυτή η ωρίμανση και έπαιξαν ακόμη και με τα υπουργεία που τους ανατέθηκαν ως ιδιότυποι υπουργοί "της αντιπολίτευσης στην αντιπολίτευση": και τώρα που καλούνται να κυβερνήσουν πραγματικά, αναλαμβάνοντας ευθύνες μιας πραγματικής πραγματικότητας, δραπετεύουν με ιδεολογήματα - και είναι ικανοί ακόμη και να ρίξουν την κυβέρνηση που μέχρι χθες συμμετείχαν αποδεικνύοντας ότι ποτέ δεν πίστεψαν στην κυβερνώσα αριστερά ή έστω στην ικανότητα της αριστεράς να κυβερνήσει - τους αιφνιδίασε η ταχύτητα των εξελίξεων μέσα στην προγραμματική τους αφωνία και συμμετείχαν σχεδόν ως λαθρεπιβάτες στο τραίνο της "πρώτη φορά αριστερής" κυβέρνησης. 
Τώρα που παίζονται όλα για την χώρα και τις προοπτικές της για παραγωγική ανασυγκρότηση μέσα σε ένα κλονιζόμενο και βαλτώδες ευρωπαϊκό πλαίσιο, τώρα βρήκε η "αριστερή πλατφόρμα" να "πάρει τα βουνά" της καθαρότητας... Είναι η κλασική αντίδραση κάποιου που η πραγματικότητα τον ξεπερνά αλλά δεν θέλει ή δεν τον συμφέρει να το παραδεχθεί: η άρνηση... 
Αλλά αυτό είναι - και θα ...παραμείνει από ότι βλέπουμε - πρόβλημα της πλατφόρμας και όχι της κοινωνίας ή της πραγματικής οικονομίας: και είναι χάσιμο χρόνου, χρόνου πυκνού και ζωτικού το να αφήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση, τα καμώματα της πλατφόρμας να απασχολήσουν δυνάμεις που πρέπει να ανασκουμπωθούν για να δώσουν άμεσα απαντήσεις, συγκεκριμένες και "κοστολογημένες" σε ερωτήματα ζωτικά για την κοινωνία και την χώρα όπως αυτό που ακολουθεί. 

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία για να ασχοληθεί με τα αδιέξοδα της πλατφόρμας, της ΔΕΑ και της ΚΟΕ, θάχει χάσει την μια ιστορική ευκαιρία που του αναλογεί  να υπηρετήσει την προοδευτική αλλαγή - η χώρα οριστικά την ευκαιρία να βγει από την εξάρτηση και την υποτέλεια και η οικονομία από τον παρασιτισμό και το πελατειακό σύστημα. 
Διαλέγει και παίρνει...

εισαγωγή: Γιώργος Παπασπυρόπουλος

Μπορεί να κάνει ανάπτυξη η αριστερά;

του Μάκη Ανδρονόπουλου*


Το ερώτημα είναι επείγον, αφορά την κυβέρνηση Τσίπρα και είναι καίριας εθνικής σημασίας. Απασχολεί όλη την εγχώρια πραγματική οικονομία, τους ξένους επενδυτές που έβαλαν το 2013 πολλά δισ. ευρώ στις τράπεζες και τα έχασαν με τη φυγή των καταθέσεων, τους επίδοξους νέους επενδυτές και φυσικά, το 1,5 εκατ. ανέργους, τα εκατ. των αυτοαπασχολούμενων, τις χιλιάδες επιχειρήσεις που είναι σε διαδικασία μετανάστευσης και τους χιλιάδες συνταξιούχους που θεωρούν ότι ενδεχομένως θα μπορούν να επιβιώσουν στη Σόφια ή τα Σκόπια.

Το ερώτημα είναι επείγον και προς το παρόν εξακολουθεί να απαντιέται αρνητικά. Όχι μόνο γιατί τοποθετήθηκε ο κ. Χαϊκάλης στην ηλεκτρική καρέκλα του ασφαλιστικού, ή γιατί θα χρειαστούν ακόμα δέκα μέρες οι εξαγωγικές εταιρείες για να επανακτήσουν ομαλή λειτουργία, ούτε γιατί τίποτε δεν μαρτυρά ότι η κυβέρνηση έχει πραγματική αίσθηση των επιπτώσεων των κάπιταλ κοντρόλ στην οικονομία και στην κοινωνία. Το ότι άνοιξαν οι τράπεζες είναι μεν σημαντικό, αλλά απέχουμε πολύ από την ομαλοποίηση και αυτή δεν έχει να κάνει με τα 60 ευρώ…

Το ερώτημα επειδή είναι επείγον και δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα και πειστικά, πρέπει να αρχίσει να απαντιέται σταδιακά από …χθες! Τα εσωκομματικά προβλήματα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ σοβαρά, αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαδικασίες και το συνέδριο θα είναι σπατάλη δυνάμεων και κρίσιμου πολιτικού χρόνου, ακόμη κι αν αυτό γινόταν ένα «αναπτυξιακό συνέδριο».

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση της αριστεράς μέχρι να μας φέρει το «εθνικό σχέδιο ανάπτυξης», μπορεί να εκπέμπει συνεχώς «σήματα ανάπτυξης» και προς τα μέσα και προς τα έξω.

1. Το ξαναγράφουμε. Ο πρωθυπουργός αυτοπροσώπως πρέπει να βγει να ...

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Αν κάποιος/α με ιδέες για παραγωγή προϊόντος δεν μπορεί να ξεκινήσει, τότε αυτόματα δεν υπάρχει και βιομηχανία


Σχετικά με την πολιτική των κρατικών ενισχύσεων
από το blog 

του Βαγγέλη Αχιλλόπουλου*

Η καινοτομία, τα προϊόντα και η παραγωγική επιχειρηματικότητα, δεν διατάσσονται ούτε συμβαίνουν επειδή το κράτος «ρίχνει χρήμα στην αγορά».

Δεν χρειαζόμαστε άλλες επιδοτήσεις στοχευόμενες σε κλάδους και συμπλέγματα.
Δεν χρειαζόμαστε άλλους φορείς «προώθησης» και «επιμόρφωσης»…
Δεν χρειαζόμαστε στοχεύσεις και προωθητές.
Δεν χρειαζόμαστε 5-10 πρωταθλητές.
Χρειαζόμαστε πολλούς. Όλους όσους μπορούμε να έχουμε.
Η επιχειρηματικότητα θέλει ελευθερία, δημοκρατία και ίσες ευκαιρίες.
Δεν βάζουμε το κάρο μπροστά από τα άλογα.

Πρέπει να το καταλάβουμε όλοι, να γίνει κοινός τόπος, πως πρώτα χρειάζεται κάποιος να φτιάξει ένα προϊόν και μετά όλα τα υπόλοιπα θα συμβούν.

Αυτό που χρειάζεται η αγορά είναι δυο πράγματα,

Α) Στα όποια εργαλεία σχεδιαστούν να μην αποκλείεται ο μικρός και αδύναμος που έχει ιδέες και θέλει να τις κάνει προϊόν εξαγώγιμο ή υποκατάστατο εισαγόμενων, μιλάμε για την εφαρμογή στην πράξη των ίσων ευκαιριών για όσους είναι ικανοί, ανεξάρτητα αν έχουν την οικονομική επιφάνεια να κάνουν επενδύσεις.
Μόνο έτσι θα απελευθερωθεί το δημιουργικό δυναμικό της χώρας.

Κανένας κλάδος ή σύμπλεγμα δεν λειτουργεί αν δεν υπάρχει πρώτα τελικό προϊόν προς πώληση από κάποιον.

Η βιομηχανία μεταποίησης λειτουργεί με πολλούς προμηθευτές, μεταποιητές, υποκατασκευαστές, που ο καθένας ολοκληρώνει ένα κομμάτι από το τελικό προϊόν, που κάποιος άλλος πρέπει να μελετήσει και να δημιουργήσει ΠΡΩΤΑ.

Αν αυτός ο κάποιος δεν μπορεί να ξεκινήσει, τότε αυτόματα δεν υπάρχει και βιομηχανία. Στην Ελλάδα αυτός ο πρώτος που δημιουργεί το προϊόν, που ξεκινά το παραγωγικό παιχνίδι να τρέχει, αυτός ο ένας άνθρωπος που έχει την πρώτη ιδέα απλά δεν έχει καμία ελπίδα να ξεκινήσει ποτέ. Έτσι όλη η υπόλοιπη αλυσίδα μαραζώνει, από τα μηχανουργία μέχρι τα συσκευαστήρια, από τους παραγωγούς πρώτης ύλης μέχρι τους εισαγωγείς, από τους συμβούλους μέχρι τους designers, από τους μαστόρους μέχρι τους διευθυντάδες…

Β) Να υπάρχουν επιχορηγήσεις «πολύ-εργαλεία» ή επιδοτήσεις σε βήματα που να ακολουθούν τον επιχειρηματικό κύκλο μιας επιχειρηματικής δράσης και όχι «προγράμματα» με προαποφασισμένους κεντρικά θεματικούς στόχους από κάποιες επιτροπές σοφών όπως κάνουμε ΟΛΑ τα τελευταία 25 χρόνια....

Άλλες ανάγκες έχει μια νέα επιχείρηση, άλλες μια υφιστάμενη. Δεν βρίσκονται όλες οι επιχειρήσεις στο ίδιο σημείο, αλλά τα βήματα που ακολουθούν είναι σχεδόν κοινά. Τα ακόλουθα βήματα θα μπορούσαν να είναι μικρά αλληλένδετα προγράμματα που η οποιαδήποτε επιχείρηση θα μπορούσε να πάρει ένα-ένα ξεκινώντας από αυτό που της λείπει.

- Ερευνά αγοράς,
- Μελέτη στόχευσης προϊόντος,
- Επιχειρηματικό Σχέδιο και Επιχειρηματικό Μοντέλο
- Σχεδίαση προϊόντος,
- Σχεδίαση βελτίωσης προϊόντος,
- Πρωτότυπα,
- Πατέντα/Κατοχύρωση πνευματικής ιδιοκτησίας,
- Μικρή πιλοτική παράγωγη,
- Branding και μάρκετινγκ,
- Πιστοποιήσεις,
- Εξοπλισμός παράγωγης
- Μελέτη βελτίωσης παραγωγής,
- Βελτίωση εξοπλισμού παραγωγής,
- Συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις,
- Εγγυοδοτικά εργαλεία για εξαγωγές.

Μια εργαλειοθήκη με μικρά αλληλένδετα προγράμματα-βήματα ανοιχτή σε όλους και ανεξάρτητα από στοχεύσεις σε κλάδους και συντεχνίες είναι αυτό που χρειάζεται η Παραγωγική Επιχείρηση.

Έτσι πρώτα είναι οι ιδέες, ανοιχτά, σε όλους τους κλάδους, μετά είναι οι άνθρωποι που τις υλοποιούν και τις μετατρέπουν σε προϊόντα και μετά είναι όλα τα υπόλοιπα.

Ούτε συμπλέγματα, ούτε clusters, ούτε κλάδοι… Ιδέες --> Άνθρωποι --> Προϊόντα.

Οι άνθρωποι δημιουργούν, ο αγρότης, ο ερευνητής, ο εφευρέτης ο νέος, ο μηχανικός, ο φοιτητής, ο μάστορας, ο οποιοσδήποτε τελικά.

Ούτε τα συμπλέγματα, ούτε οι κλάδοι, ούτε τα clusters, ούτε ακόμα τα εργοστάσια δεν δημιουργούν.

Οι άνθρωποι δημιουργούν, και αν δεν τους βάλουμε στο κέντρο τίποτα δεν πρόκειται να γίνει.


Ρομαντική σκέψη ή οικονομικός ρεαλισμός και θεσμική υποχρέωση;

Θα πει κάποιος μα τι είναι αυτά τα ρομαντικά που λες, πως θα γίνουν στο οικονομικό πολιτικό καθεστώς της Ευρώπης σήμερα;

Η απάντηση είναι πως επιβάλλονται να γίνουν. Είναι η θεσμική υποχρέωση της Ευρώπης να γίνουν. Είναι η θεσμική υποχρέωση της Ελλάδας να γίνουν αυτά ακριβώς.

Το ανώτατο ελεγκτικό δικαστήριο της Ευρώπης το European Court of Auditors, το 2011 έκανε μια πολύ σοβαρή παρατήρηση και έθεσε τις βάσεις για αυτό που ρομαντικά λέγω.

Σε μια πολύ σημαντική έκθεση του το 2011 αναφέρει τα εξής για τα προγράμματα τύπου ΤΕΜΠΕ και ΕΤΕΑΝ (δάνεια με τις εγγυήσεις του δημοσίου) που τρέχουν ανά την Ευρώπη.
“In guarantee schemes, ‘deadweight’ occurs if the borrower could have obtained the loan from commercial lenders without public support. In such situations, the effects, such as creation of jobs, economic or innovation activity, would have been realised anyway. Publicly supported guarantee schemes are most effective when the financed investment would otherwise not have been carried out, and the desired effects would not have been realised.”*
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Στα εγγυημένα σχήματα χρηματοδότησης από το δημόσιο, ‘περιττό βάρος’ δημιουργείτε όταν ο ωφελούμενος μπορεί να χρηματοδοτήσει την δραστηριότητα του με ιδία μέσα χωρίς την δημόσια στήριξη. Γιατί τότε το αποτέλεσμα αυτής της ενίσχυσης, θέσεις εργασίας, ανάπτυξη της καινοτομίας κτλ θα μπορούσε να συμβεί έτσι και αλλιώς, ακόμα και χωρίς την δημόσια στήριξη. Χρηματοδοτικά προγράμματα με την δημόσια στήριξη είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά όταν σχεδιάζονται έτσι ώστε να χρηματοδοτούν επενδύσεις που θα ήταν αδύνατο να συμβούν με τις ίδιες δυνάμεις των φορέων, όπου και τα αποτελέσματα αυτής της παρέμβασης (θέσεις εργασίας, οικονομική ανάπτυξη, καινοτομία, ίσες ευκαιρίες) δεν θα μπορούσαν να συμβούν χωρίς την δημόσια στήριξη.»
Στην Ελλάδα τα τελευταία 40 χρόνια, τα προγράμματα κρατικών ενισχύσεων βασίζονταν στην παραδοχή, πως η ωφελούμενη επιχείρηση έχει στη διάθεσή της την απαραίτητη ρευστότητα – οικονομική επιφάνεια, μαζί με όλα τα λειτουργικά προαπαιτούμενα (ενημερότητες: φορολογικές, δανειακές, ασφαλιστικές κλπ), ώστε να προβεί εξ ολοκλήρου σε μια επένδυση και, αφού αυτή ολοκληρωθεί και μετά από 2-3 χρόνια ελεγχθεί από τους αρμόδιους ελεγκτές, τότε και μόνο τότε να καταβάλλεται η ενίσχυση της πολιτείας.
Όμως σήμερα, μετά από 5 χρόνια συνεχούς ύφεσης, το μακροοικονομικό περιβάλλον είναι τέτοιο που πλέον αυτή η παραδοχή δεν υφίσταται.

Η καταβολή προκαταβολής, με εγγυητική επιστολή λ.χ. που προβάλλεται ως βελτίωση για τους αδύναμους, προϋποθέτει καταβολή τουλάχιστον του ισόποσου ποσού τοις μετρητοίς στην Τράπεζα ως εξασφάλιση προ της έκδοσης της (προσθέτοντας 4-5% επιπλέον έξοδα!!!), άρα η εγγυητική προκαταβολής αποτελεί μη λύση.

Αν απορείτε λοιπόν, γιατί τόσα δις που έχουν έρθει στην Ελλάδα δεν έχουν φέρει κανένα αποτέλεσμα, είναι γιατί πολύ απλά επιλέγοντας να ενισχύσουμε μόνο αυτούς που μπορούν, έτσι και αλλιώς μόνοι τους να υλοποιήσουν μια ιδέα, ένα προϊόν, το μόνο που καταφέραμε είναι να μην επιφέρουν οικονομικά αποτελέσματα τα Προγράμματα που προκηρύσσονται.

Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν πως πολύ απλά οι άνθρωποι της παραγωγής με τους ανθρώπους της πολίτικης-δημοσιοϋπαλληλικής-ακαδημαϊκής κοινότητας δεν έχουν απολύτως καμία επαφή.

Εδώ είναι και η πρόκληση για την Ελλάδα που θέλουμε, επιτέλους να καταφέρουμε να ασχοληθούμε με τον άνθρωπο. Τον ένα άνθρωπο που ξεκινά κάτι, που έχει ένα όνειρο, μια ιδέα. Ναι είναι ρομαντικό, αλλά Αυτό πρέπει να κάνουμε.


*Αναφορά του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Δικαστηρίου. Δείτε στην σελίδα 39 στο σημείο 83.
http://www.europarl.europa.eu/meetdocs/2009_2014/documents/cont/dv/sr4_/sr4_en.pdf

*Ευάγγελος Αχιλλόπουλος
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, Επιχειρηματίας.
Εκπρόσωπος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συνδέσμων Νέων Επιχειρηματιών - ΟΕΣΥΝΕ

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Πρώτα η παραγωγή

"Το αόρατο ρήγμα: Θεσμοί και συμπεριφορές
στην ελληνική οικονομία", Εκδόσεις Ίκαρος
του Αρίστου Δοξιάδη*
Τα δύο μεγάλα μόνιμα ελλείμματα στην οικονομία, που σε συνδυασμό έφεραν την κρίση, ήταν το δημοσιονομικό και το έλλειμμα παραγωγής. Υποτίθεται ότι τα Μνημόνια σχεδιάστηκαν για να αντιμετωπίσουν και τα δύο, αλλά έχουμε φτάσει στο σημείο όπου πρέπει να διαλέξουμε ποιο έχει προτεραιότητα, και η κυβέρνηση έχει επιλέξει το δημοσιονομικό. Κάνει λάθος, και το πληρώνουμε ακριβά
Το πρόβλημα πηγάζει από την αγωνιώδη προσπάθειά της να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, είτε με νέους φόρους είτε με νέους τρόπους αποτροπής της φοροδιαφυγής. Αυτές οι ενέργειες λειτουργούν ανασταλτικά στις όποιες προσπάθειες να αυξηθούν η παραγωγή και η απασχόληση, που θα προέλθουν από τον ιδιωτικό τομέα.

Στον διάλογο για τις προτεραιότητες διαβάζουμε μακρο-αριθμούς («Οι φόροι στην Ελλάδα είναι κατά 4% του ΑΕΠ λιγότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης») και αφηρημένα ουσιαστικά («επιχειρηματικότητα», «φοροδοτική ικανότητα»). 

Θα ήταν πιο χρήσιμο να σκεφτούμε από την πλευρά των ανθρώπων που υφίστανται τις πολιτικές του κράτους και που οι δικές τους πράξεις θα φέρουν τα αποτελέσματα και στα δύο μέτωπα, της παραγωγής και των δημόσιων οικονομικών. 
Δεν υπάρχει "επιχειρηματικότητα" χωρίς επιχειρηματίες και στελέχη, και δεν υπάρχουν φόροι χωρίς φορολογούμενους που τους πληρώνουν. 
Το πολιτικό δίλημμα προκύπτει επειδή οι φορολογούμενοι που καλούνται με τα πρόσφατα μέτρα να πληρώσουν περισσότερο ή να είναι πιο συνεπείς, σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονται με τους ανθρώπους που καλούνται να αυξήσουν την παραγωγή και να δημιουργήσουν νέες δουλειές.

Ο φόρος κατοχής ακινήτων, που έχει συζητηθεί πολύ, δεν είναι καθ’ εαυτό κακός ή παράλογος. Πολλοί φιλελεύθεροι οικονομολόγοι διεθνώς τον προτιμούν από άλλους φόρους, π.χ. του εισοδήματος. 


Σε εμάς τα προβλήματα είναι, πρώτον, ότι είναι ένας επιπλέον φόρος, σε μια χώρα όπου τα εισοδήματα έπεσαν απότομα και τα έσοδα του κράτους έχουν ήδη αυξηθεί πολύ ως ποσοστό του ΑΕΠ (κατά 6 μονάδες από το 2009 ώς το 2013). Θα ήταν πολύ καλύτερα αν ίσχυε σε αντικατάσταση κάποιας άλλης επιβάρυνσης. 

Δεύτερον, εφαρμόζεται με τρόπο άγαρμπο και ίσως παράνομο, πράγμα που ενισχύει την αίσθηση του κράτους που αρπάζει όπως ...

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Η πολιτική έχει το πρωτείο έναντι της οικονομίας μόνο όταν την έχει κατανοήσει (#κυβερνώσα αριστερά)

Ασκήσεις υπερφιλελευθερισμού


Μια μελέτη του left liberal synthesis για τον τύπο ("αντινεοφιλελεύθερη") και την ουσία (αδογμάτιστα παραγωγική) μιας αριστερής διακυβέρνησης

Γενικά ο όρος "νεοφιλελευθερισμός" ποτέ δεν μου φάνηκε λειτουργικός. Σήμερα ανήκει στο λεξιλόγιο μιας νεοδαιμονολογίας, όπου ο όρος ενέχει τη θέση του "απόλυτου κακού". Οποιοδήποτε εξηγητικό σχήμα για τα δεινά του σύγχρονου κόσμου, γίνεται συνεκτικό και αποδεκτό με ολίγον "νεοφιλευθερισμό". Επεμβάσεις, μη επεμβάσεις, υψηλοί φόροι, χαμηλοί φόροι, πραξικοπήματα, πολιτικές εκστρατείες, τα πάντα μπορούν να είναι νεοφιλελεύθερα κατά περίπτωση και δώσουν μια αγχολυτική εξήγηση.

Αντιθέτως βρίσκω πολύ χρήσιμο τον όρο "υπερφιλελευθερισμό" τον οποίο έχει εισάγει ο Romberto Unger και έχει θετική σήμανση. Ο όρος αφορά ένα πολιτικό προσανατολισμό ο οποίος δεν αρνείται την φιλελευθεροποίηση αλλά εισάγει στοιχεία θεμιτών εξαιρέσεων, οι οποίες ευνοούν την πολυμορφία και εν τέλει διασώζουν τον φιλελευθερισμό.

Στο τρέχον εξηγητικό σχήμα του συμπαγούς ενιαίου νεοφιλελευθερισμού, οι αριστερές κυβερνήσεις είναι αντινεοφιλελεύθερες αντιτίθεται στα προγράμματα της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ. Οι αντινεοφιλελεύθεροι προκρίνουν το πρωτείο της πολιτικής έναντι μιας έννοιας της αγοράς ως φυσικού φαινομένου. Χονδροειδώς ας πούμε ο νεοφιλελευθερισμός ανοίγει αγορές και ο αντινεοφιλελευθερισμός τις ρυθμίζει και ενίοτε τις περιορίζει.

Αγαπημένος τόπος του αντινεοφιλελευθερισμού είναι η Λ. Αμερική: Βενεζουέλα, Ισημερινός, Βολιβία, Αργεντινή κλπ. 
Τι γίνεται όμως όταν μια τυπικά αριστερή κυβέρνηση, με δράσεις εθνικοποιήσεων, αντιμπεριαλιστική ρητορεία, με λαϊκή νομιμοποίηση από τις πιο πληβειακές μάζες, υπερβαίνει το εξηγητικό σχήμα; Τότε τα πράγματα γίνονται ενδιαφέροντα.
Εδώ και μερικούς μήνες στη Βολιβία διαμορφώνεται ένα καινοφανές επίδικο. Ο Μοράλες υπερασπίζεται τη de facto υπερφιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας την οποια το Διεθνές Γραφείο Εργασίας προσπαθεί να ρυθμίσει. Στην Ελλάδα το ILO αποτελεί θεσμό προστασίας και ρύθμισης της εργασίας σε αντίθεση με τη "νεοφιλελεύθερη λαίλαπα" , ενώ στην Βολιβία η πίεση του μπορεί να ρίξει τον "αντινεοφιλελεύθερο" Μοράλες.

Το πράγμα γίνεται σχεδόν εξωφρενικό καθώς το θέμα είναι το όριο ηλικίας της παιδικής εργασίας. Το ILO επιζητεί μια σαφή ρύθμιση για όριο 14 ετών ενώ ο Μοράλες θα ήθελε να δει το όριο να κατεβαίνει στα 12.

Το θέμα είναι κλασσική περίπτωση όπου η νομική ρύθμιση όταν δεν λαμβάνει υπ' όψιν τις οικονομικές συνθήκες γίνεται μπούμερανκ. Στην Βολιβία η παιδική εργασία είναι ...

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Άννα Διαμαντοπούλου: Στη χώρα συντελείται ένα παραγωγικό "έγκλημα"

της Άννας Διαμαντοπούλου 
(συνέντευξη στη real.gr και τον Βασίλη Σκουρή)

Κατά τη γνώμη σας βγαίνει το Πρόγραμμα;  

Όχι δεν βγαίνει. Η Ελλάδα μπήκε πρώτη στο Πρόγραμμα και είναι η μόνη που δεν δίνει σαφείς ενδείξεις εξόδου. Η εφαρμογή του Μνημονίου γίνεται με βάση αριθμητικούς στόχους και χωρίς την  προτεραιότητα  υποστήριξης  της  πραγματικής οικονομίας  και  των  πηγών  δημιουργίας  της απασχόλησης  που  είναι  οι  μικρές  και μεγάλες  επιχειρήσεις.  Στη  χώρα  συντελείται  ένα παραγωγικό  «έγκλημα». Απουσιάζουν  οι  ουσιαστικές  μεταρρυθμίσεις  και  οι  διαρθρωτικές αλλαγές  οι οποίες  σε  συνδυασμό  με πολιτικές  υποστήριξης  των φτωχών και  των αδύναμων θα μπορούσαν να αλλάξουν εκ βάθρων τη χώρα. 
Μετά  από  δεκαετίες  συλλογικής  πολιτικής  ραστώνης  και  πελατειακών  πολιτικών διανομής χρημάτων  και  προνομίων  η  κρίση  θα  έπρεπε  να  λειτουργήσει  ως  ηλεκτροσόκ  στο  πολιτικό σύστημα ώστε να κατανοηθούν οι παθογένειες, να αναγνωρίσουμε όλοι και ο καθένας χωριστά τις  ευθύνες  μας  και  να  συμβάλλουμε  στη  ριζική  αλλαγή  σε  όλα  τα  επίπεδα  λειτουργίας  της χώρας. 
Όμως αυτό δεν συμβαίνει.  
Η  κυριαρχία  του  κομματισμού,  η  μετάθεση  των  δύσκολων  αποφάσεων  για αργότερα,  η αναξιοκρατία στις επιλογές που αφορούν στη στελέχωση του κράτους, η πολιτική πόλωση για το θεαθήναι και οι κατά συρροή ψεύτικες υποσχέσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης , οδηγούν στην πλήρη απαξίωση του πολιτικού κόσμου και κατ΄ επέκταση στην αδυναμία του να δώσει μία αίσθηση εθνικής αυτοπεποίθησης και ελπίδας.  

Τι πρέπει να γίνει; 

Μία ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να κινηθεί σε δύο επίπεδα: το πρώτο να ορίσει τους τομείς προτεραιότητας για το αναπτυξιακό μοντέλο και να τους υποστηρίξει με διαδικασίες νομοθεσία και επιμόρφωση, και το δεύτερο να επιδιώξει απευθείας χρηματοδότηση των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται  σ΄αυτούς  τους  τομείς από  την  Ευρωπαϊκή  Τράπεζα  Επενδύσεων  με  τους όρους,  που  γίνεται  και  σε άλλες  περιοχές  και  μάλιστα  εκτός  ΕΕ.  
Τα  παραπάνω  βέβαια προϋποθέτουν    μία κυβέρνηση  με  αξιοπιστία  στην εφαρμογή των  πολιτικών  που  αφορούν  την ανταγωνιστικότητα,  και  κυρίως  την  κοινωνική συνοχή  που  είναι  ο  κεντρικός πυλώνας  για  την παραγωγή σε  μία  χώρα.  Μέχρι σήμερα  τουλάχιστον  αυτή  η αξιοπιστία  δεν  υπάρχει  και  κάθε φορά που πάει να χτιστεί γκρεμίζεται με μεγαλύτερο κρότο όπως συμβαίνει τώρα.  

Τη λειτουργία και την απόδοση της κυβέρνησης πώς την κρίνετε; 

Ο  κυβερνητικός  Συνασπισμός  έγινε  αλά  ελληνικά.  Δεν  υπήρξαν  συλλογικές επεξεργασίες, χρονοδιαγράμματα και πολιτικοί στόχοι που να αποτυπώνουν τις προτεραιότητες των κομμάτων με  βάση  τις  ανάγκες  της  πτωχευμένης  χώρας  μας. Όλα  επιχειρείται  ν'  αντιμετωπιστούν  σε επίπεδο  αρχηγών,  με  το  υπουργικό συμβούλιο  και  τις  κοινοβουλευτικές  ομάδες  σε  ρόλο κομπάρσων  που  απλώς επικυρώνουν  Πράξεις  Νομοθετικού  Περιεχομένου  ή  την  δήθεν προγραμματική συμφωνία  διακυβέρνησης  της  χώρας.  Όλα  μοιάζουν  να  έχουν  ως  στόχο  τη 
διάσωση των κομμάτων και όχι της χώρας. 
Αναγνωρίζω  τις  δυσκολίες  ενός  συνασπισμού  σε  περίοδο  απόλυτης  κρίσης,  αλλά όλοι  πια καταλαβαίνουμε ότι η επικοινωνιακή διαχείριση της δήθεν επιτυχίας , του δήθεν τσαμπουκά και της δήθεν μεταρρύθμισης έχει φτάσει στο τέλος της. Η χώρα χρειάζεται αλήθεια , αυτογνωσία και αυτοθυσία των κυβερνώντων. Και κυρίως χρειάζεται εθνικό σχέδιο για την Ελλάδα που παράγει που όλες οι πολιτικές δυνάμεις αρνούνται πεισματικά να παρουσιάσουν και να ...

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Τσιμέντα Χαλκίδας: Γιατί έκλεισε και πως μπορεί να αξιοποιηθεί εναλλακτικά το εργοστάσιο;

Να τσιμεντάρουμε και να πετάξουμε στη θάλασσα τις προκαταλήψεις μας

του Στάθη Κουρνιώτη*
Το αναμενόμενο νέο του κλεισίματος του τσιμεντάδικου της Χαλκίδας έφτασε, τελικά, πριν από λίγες μέρες. Το εργοστάσιο είχε σταματήσει να παράγει τσιμέντο ήδη από το 2011 και είχαν απομείνει σε αυτό περίπου 250 εργαζόμενοι, από τους περισσοτέρους από 1000, μόλις μια δεκαετία πριν. Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, έτσι και σε αυτή φαίνεται ότι ακόμη και μετά από το γεγονός, δεν μπορούμε να καταλάβουμε και να αξιολογήσουμε αυτό που συμβαίνει.
Το κλείσιμο του τσιμεντάδικου δεν είναι το πρώτο (και πιθανότατα δεν θα είναι και το τελευταίο) κακό νέο για τη βιομηχανία της περιοχής. 
Ήδη έχει βάλει λουκέτο η IDEAL STANDARD, έχει σταματήσει η παραγωγή στη SHELMAN και αναμένεται η κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων από τους πρώην εργαζόμενους που διεκδικούν τα δεδουλευμένα τους, τα δύο εργοστάσια της πάλαι ποτέ ΝΕΟΧΗΜΙΚΗΣ βγαίνουν στο σφυρί στο τέλος Μαρτίου και κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον, πιθανότατα θα κλείσει η και ΝΕΟΣΕΤ (που εντωμεταξύ έχει μπει στο άρθρο 99). 
Αυτά είναι πολλά και δυσβάσταχτα πλήγματα για μια παραδοσιακά βιομηχανική πόλη όπως η Χαλκίδα.

Το τσιμεντάδικο δεν έκλεισε γιατί το σωματείο των εργαζομένων ήταν καλό ή κακό, ούτε γιατί κάποιοι Χαλκιδέοι είχαν βάλει σκοπό να το κλείσουν και να μετατρέψουν την περιοχή σε αρχαιολογικό πάρκο (ή βιομηχανικό μουσείο(!), το ίδιο κάνει). 

Το τσιμεντάδικο δεν έκλεισε ούτε λόγω του αμαρτωλού περιβαλλοντικού παρελθόντος του, τότε που ξύναμε με ξυράφια την τσιμεντόσκονη από του τους ηλιακούς θερμοσίφωνες στις ταράτσες (φανταστείτε τι γινόταν στα πνευμόνια μας). 
Όλα αυτά οριακό μόνο ρόλο έπαιξαν στις αποφάσεις μια πολυεθνικής εταιρίας που ελέγχει ισολογισμούς και χρηματοροές και όχι τα κουτσομπολιά τοπικών εφημερίδων, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το διοικητικό της κέντρο.
Το τσιμεντάδικο έκλεισε ως αποτέλεσμα της καταστροφής του κλάδου των κατασκευών (ή της φούσκας της οικοδομής αν προτιμάτε) στην Ελλάδα. 
Ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής για τον κλάδο του τσιμέντου, άρχισε να μειώνεται από τα τέλη του 2008. Σε σχέση με το 2005, η παραγωγή τσιμέντου στην Ελλάδα έπεσε στο 61% το 2010 για να κατακρημνιστεί στο 33% στο τέλος του 2012. 
Η ζήτηση τσιμέντου στην Ελλάδα είναι σχεδόν μηδενική, μετά το πάγωμα της οικοδομής αλλά και του συνόλου σχεδόν των έργων του ΕΣΠΑ, τουλάχιστο μέχρι και τις αρχές του 2013. Παράλληλα, το τσιμέντο είναι ένα δομικό υλικό με σχετικά μικρή αξία και μεγάλο κόστος μεταφοράς (ως προς την αξία του). Αυτό σημαίνει ότι οι εξαγωγές του δεν μπορούν να είναι ιδιαίτερα σημαντικές. 
Επιπλέον, οι παραδοσιακές αγορές τσιμέντου της Ελλάδας, δηλαδή οι χώρες της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής, είτε βρίσκονται σε πολιτικό αναβρασμό και γκρεμίζουν αντί να χτίσουν είτε έχουν κατασκευάσει τα δικά τους εργοστάσια τσιμέντου και δεν χρειάζονται πια να εισάγουν. 
Για να κλείσει η εικόνα, η γειτονική Τουρκία παράγει τεράστιες ποσότητες τσιμέντου με αρκετά μικρότερο κόστος σε σχέση με την Ελλάδα γιατί εκεί δεν υπάρχουν οι υποχρεώσεις (περιβάλλον, υγιεινή & ασφάλεια, ποιότητα προϊόντος) που υπάρχουν για τη βιομηχανία στις Ευρωπαϊκές χώρες αλλά και τα μεροκάματα είναι μικρότερα, τόσο μικρότερα που δεν γίνεται (και ελπίζω δεν θέλουμε) να έχουμε αντίστοιχα στην Ελλάδα.

Τα οκτώ εργοστάσια τσιμέντου που υπάρχουν στην Ελλάδα υπολειτουργούν. Είναι αλήθεια ότι ένα μόνο από τα οκτώ εργοστάσια θα μπορούσε πια να καλύπτει όλη τη ζήτηση τσιμέντου στη χώρα. 

Για την ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ και τη μητρική της LAFARGE, που είναι και ο πλέον πρόσφατος ιδιοκτήτης του τσιμεντάδικου στη Χαλκίδα, η οικονομική κατάσταση είναι κακή και αυτό ...

Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget