Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συντεχνίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συντεχνίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Η συντεχνιακή οργάνωση του συνδικαλισμού και η διάσπαση των επαγγελματιών σε "γραβάτες" και θύματα του ΟΑΕΕ έχουν ήδη ηττηθεί



ΠΩΣ ΟΙ «ΓΡΑΒΑΤΕΣ» ΕΧΑΣΑΝ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ

Γράφει ο Γιώργος Στρατόπουλος*


Οι συνδικαλιστές του ΤΕΕ απειλούν με διαγραφή τον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής και πολλούς άλλους «λαμπρούς επαγγελματίες μηχανικούς». Πρόδωσαν τάχα την επαγγελματική τους τάξη. Τι συμβαίνει όμως, αν μια λανθασμένη συνδικαλιστική τακτική ή αμέλεια επιφέρει ζημιές στους επαγγελματίες, τα συμφέροντα των οποίων (έχει εκλεγεί να) προασπίζεται; Ή δεν κάνουν ποτέ λάθη οι συνδικαλιστές, αρκεί να κινούνται μαξιμαλιστικα;

Κατά την εκτίμησή μου η τακτική που επέλεξαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις του ΕΤΑΑ (Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων) ήταν λανθασμένη και απέβη επιζήμια για τα μέλη τους. Αντί για μια δίκαιη και ρεαλιστική διεκδίκηση χαμηλότερων εισφορών -απολύτως εφικτό κατά τους υπολογισμούς μου- επέλεξαν την εκ των προτέρων χαμένη μάχη για τη διατήρηση της αυτονομίας του Ταμείου τους.

Η ενοποίηση των Ταμείων, η διασφάλιση ισονομίας και δικαιοσύνης στο Ασφαλιστικό – ίδιοι κανόνες για όλους – εκτός από μνημονιακή επιταγή, είναι και σωστή και αναγκαία μεταρρύθμιση, είναι και δίκαιο, ώριμο αίτημα της κοινωνίας. 
Γιατί, όταν μια κοινωνία βιώνει δραματική υποχώρηση βιοτικού επιπέδου και ασφαλιστικών κεκτημένων, πόση κατανόηση μπορεί να δείξει σ’ εκείνον που ακόμα διεκδικεί για λογαριασμό του ευνοϊκότερους κανόνες; Ειδικά μάλιστα αν πρόκειται για επαγγελματικές ομάδες που θεωρούνται προνομιούχες;
Παραθέτω σχετικό απόσπασμα Εκθεσης του ΚΕΠΕ εδώ για τις ανισότητες που παρήγαγε ο κατακερματισμός των Ταμείων:

«Η πολυδιάσπαση του συστήματος δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις προκειμένου να διατηρηθούν προνόμια που θεσπίστηκαν στο παρελθόν και αντικρούουν κάθε έννοια κοινωνικής ισότητας…Το σύστημα συντάξεων χαρακτηρίζεται από μια πολυνομία, η οποία δημιουργεί έντονες κοινωνικές ανισότητες, αφού αντιμετωπίζει όμοιες περιπτώσεις πολιτών µε διαφορετικό τρόπο. Οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (χρόνος ασφάλισης και όρια ηλικίας), τα ποσοστά αναπλήρωσης, οι κατώτατες συντάξεις, οι ασφαλιστικές και εργοδοτικές εισφορές, οι κοινωνικοί πόροι και η κρατική χρηματοδότηση ποικίλουν τόσο μεταξύ των Ταμείων όσο και μεταξύ ασφαλισμένων στο ίδιο Ταμείο.»

Από την άλλη, βέβαια, στην περίπτωση των ασφαλισμένων του ΕΤΑΑ η επιβάρυνση λόγω εισφορών είναι υπέρογκη, οι ενστάσεις των ασφαλισμένων απολύτως δικαιολογημένες.

Είχαν, λοιπόν, πολλή δουλειά οι συνδικαλιστές: 
  • Θα μπορούσαν, ας πούμε, να εξηγήσουν στα μέλη τους γιατί ο στόχος των αυτόνομων Ταμείων δεν είναι εφικτός στο νέο περιβάλλον. 
  • Θα μπορούσαν, κατόπιν, να επικεντρωθούν στον ρεαλιστικό στόχο: η εφαρμογή της ενοποίησης να γίνει με τρόπο ώστε η επιβάρυνση λόγω εισφορών να είναι 22-23% και όχι 38%.

Ο ανέφικτος στόχος που χάθηκε

Μηχανικοί, δικηγόροι κ.α. διεκδίκησαν χωριστό Ταμείο, με το επιχείρημα ότι εισφέρουν/εργάζονται περισσότερα χρόνια, άρα δικαιούνται διαφορετικούς κανόνες, είτε χαμηλότερες εισφορές είτε υψηλότερες συντάξεις. Αυτό ήταν εύλογο στο πολυκατακερματισμένο σύστημα του παρελθόντος. Δεν ισχύει πια.

Στο νέο περιβάλλον, η σύνταξη παρέχεται για όλους στην ίδια ηλικία (67) και ο υπολογισμός της γίνεται με τους ίδιους κανόνες, με μια φόρμουλα που συνδέει τις συνολικά καταβληθείσες εισφορές εκάστου ασφαλισμένου με την αποδιδόμενη σύνταξη. Περισσότερα χρόνια εισφορών, υψηλότερες εισφορές ή μεγαλύτερη ηλικία συνταξιοδότησης αντιστοιχούν σε υψηλότερη σύνταξη. Αν παραμένουν αδικίες π.χ. στα ποσοστά αναπλήρωσης για τα υψηλά κλιμάκια συντάξιμων αποδοχών, είναι αδικίες που αφορούν εξίσου τους ασφαλισμένους όλων των Ταμείων.

Γιατί κάποια επαγγελματική ομάδα να δικαιούται προνομιακής μεταχείρισης έναντι των υπολοίπων;

Η συνήθης απάντηση στο ερώτημα αυτό, παραπέμπει στα περίφημα υγιή Ταμεία. Μιλώντας με δικηγόρους και μηχανικούς διαπιστώνει κανείς πως, ακόμα και σήμερα, πιστεύουν πως έχουν υγιή Ταμεία, πως η κυβέρνηση «πάει να τους ρίξει», να αρπάξει τα αποθεματικά τους. Δεν είναι έτσι.

Στο παράδοξο ελληνικό σύστημα υγιή ονομάστηκαν τα Ταμεία που ήταν ταμειακά πλεονασματικά, είτε επειδή είχαν ευνοϊκό λόγο εργαζομένων/συνταξιούχων είτε επειδή εισέπρατταν κοινωνικούς πόρους. Οι ασφαλισμένοι των υγιών Ταμείων θεωρούν περιουσία τους τα πλεονάσματα. Περιουσία που τους παρέχει μάλιστα και έξτρα δικαίωμα: ευνοϊκότερους κανόνες ασφάλισης και συνταξιοδότησης.

Αυτή η αντίληψη, αν και πολύ διαδομένη, είναι απολύτως λανθασμένη, διότι παραγνωρίζει μια βασική αλήθεια: το αναλογιστικό έλλειμμα-πλεόνασμα εκάστου Ταμείου δεν αφορά μόνο το σήμερα αλλά και όλες τις μελλοντικές υποχρεώσεις του Ταμείου. Υπ’ αυτήν την έννοια, το πρόσκαιρο και εφήμερο ετήσιο ταμειακό πλεόνασμα (ή έλλειμμα) ενός Ταμείου δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο για τη θέσπιση διαφορετικών κανόνων και την απονομή καλύτερων (ή χειρότερων) παροχών.

Στην Ελλάδα ο πυλώνας της κύριας σύνταξης είναι δημόσιος, διανεμητικός και εγγυημένος από το κράτος. Η δημογραφική διάρθρωση της κοινωνίας και η σχέση ασφαλισμένων προς συνταξιούχους επηρεάζει ως ένα βαθμό τη δυνατότητα του κράτους να παρέχει καλύτερες συντάξεις.

Ας δούμε μια υπόθεση εργασίας. Εστω ότι το 1985 οι επαγγελματίες προγραμματιστές υπολογιστικών συστημάτων/τηλεπικοινωνιών -ελάχιστοι τότε- έφτιαχναν δικό τους Ταμείο τύπου ΤΣΜΕΔΕ. Σήμερα θα είχαν πολύ ευνοϊκή αλλά εφήμερη αναλογία εργαζόμενων/συνταξιούχων: ελάχιστοι συνταξιούχοι θα εισέπρατταν συντάξεις και πολυάριθμοι εργαζόμενοι θα κατέβαλαν εισφορές. Θα ήταν δίκαιο και λογικό οι σημερινοί συνταξιούχοι του υποθετικού Ταμείου να απολαμβάνουν συντάξεις 5.000-10.000€, επειδή μπορούσαν, επειδή για τρεις δεκαετίες είχαν Ταμείο πλεονασματικό (ταμειακά); Τα αυριανά ελλείμματα, όταν τα ευνοϊκά δημογραφικά του Ταμείου επιδεινωθούν, ποιος θα τα καλύψει;

Αντιστοίχως, λόγω του μετασχηματισμού της οικονομίας (εδώ) τα δημογραφικά (αναλογία εργαζόμενων/συνταξιούχων) κάποιων Ταμείων επιδεινώνονται. 

Η μετατόπιση του λιανεμπορίου, π.χ., από τα μικρά καταστήματα στις μεγάλες αλυσίδες και τα πολυκαταστήματα έχει ως αποτέλεσμα λιγότερους ενεργούς ασφαλισμένους στον ΟΑΕΕ και περισσότερους στο ΙΚΑ. Λιγότερους μαραγκούς, περισσότερους πωλητές. Ποιος θα πληρώσει για τη σύνταξη των μαραγκών; 

Ή πρέπει να μειωθεί, ανεξαρτήτως των εισφορών που κατέβαλαν στο ΤΕΒΕ, μόνο και μόνο επειδή άνοιξαν τα ΙΚΕΑ;

Στην Ελλάδα ο πυλώνας της κύριας σύνταξης είναι δημόσιος, διανεμητικός και εγγυημένος από το κράτος. Η δημογραφική διάρθρωση της κοινωνίας και η σχέση ασφαλισμένων προς συνταξιούχους επηρεάζει ως ένα βαθμό τη δυνατότητα του κράτους να παρέχει καλύτερες συντάξεις. 
Όμως αυτό αφορά στο σύνολο της κοινωνίας, όχι στις επιμέρους επαγγελματικές ομάδες, για τις οποίες ο μετασχηματισμός της οικονομίας στη πορεία του χρόνου διαμορφώνει ευνοϊκούς ή δυσμενείς δημογραφικούς συσχετισμούς. 

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: τα όποια πλεονάσματα των επιμέρους «υγιών» Ταμείων δεν ανήκουν στους ασφαλισμένους τους αλλά στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Και κανείς ασφαλισμένος δεν θεμελιώνει ηθικά, οικονομικά και πολιτικά, περισσότερα δικαιώματα από τις εισφορές που κατέβαλε, μόνο και μόνο επειδή πρόσκαιρα υπάρχουν πολλοί ασφαλισμένοι να χρηματοδοτούν τη σύνταξή του.

Η περίπτωση του ΤΣΜΕΔΕ, του Ταμείου με τον ευνοϊκότερο λόγο εργαζομένων /συνταξιούχων, είναι ενδεικτική του πόσο εφήμερη και απατηλή μπορεί να είναι η στιγμιαία αποτύπωση των μεγεθών ενός «υγιούς» Ταμείου. Τον Αύγουστο του 2007 το ΤΣΜΕΔΕ είχε 14.400 συνταξιούχους (λόγος εργαζομένων/συνταξιούχων 7,0 εδώ σελ. 274 & 308). Σήμερα οι συνταξιούχοι του ΤΣΜΕΔΕ είναι 27.970 ( λόγος εργαζομένων/συνταξιούχων 3,7 εδώ). Σε 10 χρόνια, σύμφωνα με αναλογιστική μελέτη του ίδιου του ΤΕΕ (εδώ, σελ 31), οι συνταξιούχοι θα είναι 53.925 και ο αντίστοιχος λόγος περίπου στο 1,96.

Ο εφικτός στόχος που αγνοήθηκε

Στο νέο σύστημα με τους «ίδιους κανόνες» οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ και του ΟΓΑ επιβαρύνονται με εισφορές 27% αντί για 38% – δεν καταβάλλουν εισφορές για εφάπαξ και επικουρική. Για ποιο λόγο, όμως, ο νέος μηχανικός, ο νέος δικηγόρος υποχρεώνεται σε εισφορές για εφάπαξ και επικουρική;

Η απαλλαγή των ασφαλισμένων του ΕΤΑΑ από εισφορές για εφάπαξ και επικουρική ήταν (και είναι) ένας ρεαλιστικός στόχος. Θα μπορούσε να γίνει με μετατροπή του Επικουρικού τους σε νέο επαγγελματικό Ταμείο με υποχρεωτική ή προαιρετική συμμετοχή.
Επιπροσθέτως, αν ο υπολογισμός των συντελεστών εισφορών γινόταν σωστά -υπάρχει λάθος, έχω αναφερθεί παλαιότερα εδώ– το ποσοστό των εισφορών θα περιοριζόταν στο 22-23%. (Συνοπτικά: στους μισθωτούς μεικτός μισθός 1.000€ αντιστοιχεί σε εισφορές κύριας σύνταξης και περίθαλψης 270€ (27% των μεικτών αποδοχών). Η μισθολογική δαπάνη όμως, προσθέτοντας το έξοδο των εργοδοτικών εισφορών, είναι 1.250€ και τα 270€ που αποδίδονται ως εισφορές κύριας σύνταξης και περίθαλψης αντιστοιχούν στο 22% της συνολικής μισθολογικής δαπάνης. Στην περίπτωση των ελεύθερων επαγγελματιών, των αγροτών κ.λπ. ο σωστός συντελεστής για να υπολογιστούν οι εισφορές ως % των καθαρών εσόδων είναι το 22% και όχι το 27%)1.

Τα ταμειακά προβλήματα που προκύπτουν από μια τέτοια αλλαγή ούτε μεγάλα είναι ούτε δισεπίλυτα. Το βέβαιο είναι πως ο νέος επαγγελματίας που σήμερα επιβιώνει δύσκολα, δεν έχει κανένα συμφέρον (και επιθυμία) να καταβάλει επιπλέον 11% των εσόδων του για μια απαξιωμένη στη συνείδησή του επικουρική σύνταξη και ένα αμφίβολο εφάπαξ. 

Και εφόσον οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ ή του ΟΓΑ έχουν αυτήν τη δυνατότητα, γιατί τη στερούνται οι ασφαλισμένοι του ΕΤΑΑ;

Με λίγα λόγια, η ενοποίηση του ΕΤΑΑ στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης θα μπορούσε να γίνει χωρίς να επιβληθούν εξοντωτικές και αντιπαραγωγικές επιβαρύνσεις στους ασφαλισμένους -22% αντί 38%- και χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ισονομίας και των ίδιων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους.

Στο θέμα των εισφορών του ΕΤΑΑ το Υπουργείο καταφανώς υπέπεσε σε θεμελιώδη λάθη και αβλεψίες. Και στους 4 μήνες που συζητείται το νέο νομοσχέδιο δεν τα διόρθωσε, γιατί κανείς δεν του ζήτησε να τα διορθώσει. Και κατά τούτο, οι προσπάθειες και οι μαξιμαλιστικές επιλογές των συνδικαλιστικών ηγεσιών δεν απέφεραν κέρδος στα μέλη τους.


Σημείωση

1Ένα ακραίο παράδειγμα κάνει ξεκάθαρο το λάθος που έχει γίνει στην εξίσωση των συντελεστών εισφορών: με το υπάρχον σύστημα, θα μπορούσαν οι εισφορές των μισθωτών να ανέρχονται στο 100% των μικτών αποδοχών τους και ας υποθέσουμε ότι τις καταβάλλει εξ ολοκλήρου ο εργοδότης. Δηλαδή, για μεικτές αποδοχές 1.000 €, ο μισθωτός εισπράττει 1.000€, τα Ταμεία εισπράττουν 1.000€ και η δαπάνη για τον εργοδότη είναι 2.000€. Αν πάρουμε τον ονομαστικό συντελεστή των εισφορών (100%) και τον μεταφέρουμε αυτούσιο στην περίπτωση των ελεύθερων επαγγελματιών, θα πρέπει ο ελεύθερος επαγγελματίας να αποδίδει ως εισφορές το σύνολο των εσόδων του!!! Και αυτό ο νομοθέτης το ονομάζει εξίσωση εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών.

*πηγή thegreeklawyerlawyalty, protagon

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Η ανεπάρκεια της αριστεράς του Αλέξη



του Κλόουν*

Σήμερα μετά από αρκετό καιρό θέλω να γράψω για την πολιτική σκηνή της χώρας, τον ΣΥΡΙΖΑ και όλη την στάση της αντιπολίτευσης από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα.
Ας τα πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με την σειρά, να σημειώσουμε κάποια δεδομένα και αναλύοντας τα, να προσπαθήσουμε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.
Τρία χρονια μετά από τότε που στην ουσία χρεοκοπήσαμε, τρία μνημόνια, πολλά σκληρά μέτρα, χαράτσια, μειώσεις μισθών, μειώσεις συντάξεων, κατάργηση πολλών επιδομάτων, 1.5 εκατομμύρια ανεργους, με διαλυμένους ένα μεγάλο μέρος των ελεύθερων επαγγελματιών και γενικότερα παρακολουθούμε μια συρρίκνωση της μεσαίας τάξης.

Μια ανεπαρκής κυβέρνηση, που με εξαίρεση τα κομματόσκυλα της και τα παπαγαλάκια της, όλοι λίγο πολύ αποδέχονται την ανεπάρκεια της. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι πώς θα διαφυλάξει το πελατειακό σύστημα, πώς θα κοροϊδέψει την τρόικα, γιατί δεν δείχνει καμιά διάθεση για πραγματικές μεταρρυθμίσεις και κάνει ίσα ίσα στα όρια ότι πρέπει για να παίρνουμε τις δόσεις, την ενδιαφέρει πώς θα γλιτώσει από τον εισαγγελέα μεγαλοστελέχη του ΠΑΣΟΚ, αλλά και δικά της στελέχη που συμμετείχαν στην κυβέρνηση Καραμανλή, πώς θα πουλήσει ακροδεξιά ρητορική, πατριωτισμό και θρησκευτικό συναίσθημα στους Ελληναράδες (και είμαστε γεμάτοι από δαύτους).

Μια κοινωνία που όπως αποδείχθηκε είναι βαθιά συντηρητική, βουτηγμένη στις φοβίες και τις ανασφάλειες και ενώ γνωρίζει όλα τα παραπάνω δεδομένα, δίνει ακόμα στις δημοσκοπήσεις πρωτιά σε αυτήν την ανεπαρκή Νέα Δημοκρατία και δίνει επίσης πρωτιά στην ερώτηση για καταλληλότερο πρωθυπουργό στον Αντώνη Σαμαρά.

Σκέφτεται ο μέσος νοικοκυραίος, που είναι και η πλειοψηφία της κοινωνίας και παρά τις δυσκολίες του, όλο και κάτι έχει από "λίπος", όλο και κάτι έχει από περιουσία, μήπως εάν έρθουν οι άλλοι, που πρακτικά δεν έχουνε να μου προτείνουνε μια ρεαλιστική άλλη λύση, μήπως τα πράγματα θα είναι χειρότερα;

Βλέπει επίσης όλη αυτήν την υποστήριξη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και σε περιθωριακές ομάδες, σε καταλήψεις, σε κινητοποιήσεις που έχουνε κουράσει τον μέσο πολίτη και σου λέει, αυτοί θα έρθουν τώρα να μας σώσουν;
Επίσης ο μέσος νοικοκυραίος αρχίζει και ξυπνάει, έχει μάτια και βλέπει, βλέπει ότι σε αυτούς τους "κοινωνικούς αγώνες" όπως τους αποκαλούνε κάποιοι, το 90% των συμμετεχόντων είναι επαγγελματίες επαναστάτες, δηλαδή είτε κάποτε βολευτήκανε, είτε είναι ακόμα βολεμένοι, είτε είναι συνδικαλιστές , είτε γενικά με τον έναν η τον άλλον τρόπο συνδέονται με κάποιες κομματικές κλαδικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Οι παραπάνω λοιπόν δεν κάνουνε κοινωνικούς αγώνες, αλλα αγωνίζονται για να δικά τους συμφέροντα και τα δικά τους προνόμια και πολύ καλά κάνουν θα έλεγα, αρκεί να μην το βαφτίζουν ...

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Κείμενο δημοσιογράφων της ΕΡΤ για τις συνεχιζόμενες απεργίες χωρίς ...πρόγραμμα: “Φτάνει πια”

Ποιος κρατά κλειστή την ΕΡΤ;
Οι 126 υπογραφές δημοσιογράφων της ΕΡΤ κάτω από το κείμενο με τίτλο “Φτάνει πια” που ακολουθούν, συγκεντρώθηκαν το τελευταίο 24 ωρο και αφορούν τις απεργίες στην ΕΡΤ και όχι προφανώς τη 48ωρη απεργία της ΠΟΕΣΥ.
Η συλλογή υπογραφών συνεχίζεται.

ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ

Μετά από βδομάδες κινητοποιήσεων, οι οποίες, –ανεξαρτήτως των διαφορετικών απόψεων για την τακτική- οδήγησαν στην ικανοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των αιτημάτων μας, περάσαμε, πλέον σε κινητοποιήσεις … έτσι, χωρίς πρόγραμμα.
Κι αυτές οι κινητοποιήσεις “συνδικαλιστικής γυμναστικής” πραγματοποιούνται σε μια περίοδο πελώριας κρίσης και δοκιμασίας της ελληνικής κοινωνίας, σε μια εποχή μεγάλης όξυνσης της κρίσης και στο χώρο των media. Σ’ αυτή τη συγκυρία, λοιπόν, κάποιοι/ες έχουν επιλέξει να διατηρούν, για μεγάλο διάστημα, κλειστή την ΕΡΤ, παρότι προτάθηκαν εναλλακτικές μορφές διεκδίκησης των αιτημάτων.
Δημιουργείται έτσι η εντύπωση ότι είμαστε ένα “περιούσιο” τμήμα εργαζομένων κι ότι αδιαφορούμε για την περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα. Ταυτόχρονα, αυτοχειριαζόμαστε, καθώς από τη μια αποξενώνουμε ακροατές και τηλεθεατές, δηλαδή, δωρίζουμε τους “φυσικούς μας συμμάχους” στους “ανταγωνιστές” κι από την άλλη χάνουμε την ευκαιρία να λειτουργήσουμε σαν όαση μέσα σε ένα άνυδρο και σε κρίση ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.
Ακόμα χειρότερα ο “φετιχισμός των κινητοποιήσεων” συνοδεύεται από την πλήρη διακωμώδηση των δημοκρατικών διαδικασιών. Γιατί τι άλλο είναι ν’ αποφασίζουν οι ψήφοι 50, περίπου, ανθρώπων για τους πάνω από 600 δημοσιογράφους της ΕΡΤ στην Αθήνα και τους πάνω από 700, αν συνυπολογισθούν οι δημοσιογράφοι των περιφερειακών ραδιοφωνικών σταθμών; Και, μάλιστα, ν’ αποφασίζουν μέσα από διαδικασίες που δεν προβλέπονται από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ ούτε είναι θεσμισμένες. Διαδικασίες, δηλαδή, συχνών, πολύωρων και βασανιστικών συνελεύσεων στις οποίες, ακόμα κι όσοι/ες κατόρθωναν να παρευρεθούν, συχνά δεν άντεχαν να παραμένουν ως το τέλος.
Για όλους αυτούς τους λόγους, όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο λέμε φτάνει πια. Το ποτήρι ξεχείλισε. Η κατάσταση δεν πάει άλλο. Ιδιοκτήτες της ΕΡΤ είναι οι φορολογούμενοι πολίτες. Ο τόπος δεν έχει ανάγκη μια ΕΡΤ κρατικό κομματικό μαγαζί των εκάστοτε κυβερνώντων αλλά ούτε και μια ΕΡΤ “ιδιωτική επιχείρηση” των εργαζομένων σε αυτήν.
Ο τόπος χρειάζεται μια σύγχρονη, δυναμική και υγιή δημόσια ραδιοτηλεόραση. Πάνω και πριν απ’ όλα, όμως, αυτές τις κρίσιμες στιγμές που βιώνουμε όλοι/ες, χρειάζεται μια ανοιχτή και λειτουργούσα δημόσια ραδιοτηλεόραση.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ:
1) Αγγελοπούλου Αγγελική – ΝΕΤ
2) Αδαμόπουλος Ανδρέας – ΕΡΑ Πάτρας
3) Αλαφογιώργος Αντώνης – ΝΕΤ
4) Αλεβίζου Έλενα - ΝΕΤ FM
5) Ανανιάδης Νότης - ΕΡΑ ΣΠΟΡ
6) Αναργύρου Δήμητρα – ΕΡΑ Πάτρας
7) Ανδριώτης Γιάννης – ΕΡΑ Κέρκυρας
8) Ανυφαντή Αγγελική – ΕΡΑ Πάτρας
9) Αρπλιάς Αλέκος – Διεύθυνση Περιφερειακών Σταθμών
10) Αρσένη Δέσποινα – ΕΡΑ Τρίπολης
11) Βαγιάνος Άγης - ΝΕΤ FM
12) Βασιλάκης Κώστας - ΕΡΑ Ηρακλείου
13) Βασιλόπουλος Βασίλης –Πολυμέσα
14) Βενιανάκη Ρένα - ΕΡΑ Ρόδου
15) Βοτζάκης Σήφης – ΕΡΑ ΣΠΟΡ
16) Γαβριλιώτη Μαριέττα – ΕΡΑ Ρόδου
17) Γαλανόπουλος Γιάννης – ΕΡΑ Τρίπολης
18) Γαλάτσης Γιώργος – ΕΡΑ ΣΠΟΡ
19) Γάτας Άρης – ΕΡΑ ΣΠΟΡ
20) Γεωργακόπουλος Θανάσης –ΝΕΤ FM

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Η απεργία της ημέρας


του Γιάννη Παπαθεοδώρου*

Εδώ και μερικούς μήνες, έχει αρχίσει και λειτουργεί ένα ιδιότυπο, ελληνικό «πολιτικό ημερολόγιο» : η παρουσία του «Μνημονίου» μετριέται (και εξειδικεύεται) ανάλογα με τις απεργίες της ημέρας. Αυτός είναι, άλλωστε, ο μόνος τρόπος που βρήκε, ως τώρα, ο ελληνικός συνδικαλισμός για να τοποθετηθεί απέναντι στην κρίση ∙ με τη συσπείρωση γύρω από αιτήματα «ομοιοεπαγγελματικών ενώσεων» συντεχνιακού χαρακτήρα που βαφτίζονται, κατά περίπτωση, ως αγώνας για «κοινωνικά κεκτημένα», προκειμένου να αποκτήσουν την κατάλληλη αίγλη για τη νομιμοποίησή μιας, εντέλει, αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Τελευταίο παράδειγμα, η απεργία των ιδιοκτητών /οδηγών φορτηγών και βυτιοφόρων, που ήδη άρχισε να κοστίζει στις μετακινήσεις των πολιτών, επιτρέποντας, παράλληλα, και την άνθιση της μαύρης αγοράς στα καύσιμα.

Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την «αγωνιστική» συμπεριφορά είναι ο τρόπος που ορισμένοι κλάδοι κατανοούν τη συμβατότητά της χώρας με την κοινοτική νομοθεσία, τη ανταγωνιστικότητα, την ίδια την εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως το Μνημόνιο εξελίσσεται πλέον σε ένα χρήσιμο άλλοθι για να δοθούν αγώνες οπισθοφυλακής. Το θέμα των «κλειστών επαγγελμάτων» είναι αρκετά χαρακτηριστικό, καθώς αναδεικνύει πολλές αντιφάσεις που διαπερνούν, χρόνια τώρα, την εργασιακή συνθήκη στην ελληνική κοινωνία.

Ας θυμηθούμε μερικά δεδομένα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ήδη επιμείνει στο άνοιγμα των «κλειστών επαγγελμάτων», με καταληκτική ημερομηνία την 7η Ιουλίου 2010. Πολύ πριν από το Μνημόνιο, λοιπόν, η Ελλάδα έψαχνε μια καλή δικαιολογία για να πείσει τους Ευρωπαίους εταίρους πως οι μεταφορείς και οι συμβολαιογράφοι, π.χ., οφείλουν να ανήκουν στα «κλειστά επαγγέλματα» με ειδικό καθεστώς αποκλειστικής άσκησης. Η δικαιολογία αυτή, μετά από αλλεπάλληλες παρατάσεις, δεν βρέθηκε, γιατί κανένα καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό εγχειρίδιο δεν φρόντισε να εξαιρέσει τους μεταφορείς και τους συμβολαιογράφους από τους νόμους της ελεύθερης διακίνησης ανθρώπων, εργαζομένων και προϊόντων εντός του πλαισίου της Ε. Ε. Έτσι, ο μόνος δρόμος που έμενε ήταν ο γνωστός νόμος της «ευρω-καταδίκης» και των προστίμων. Όπως πάντα, η συντεχνιακή «ανάπτυξη» θα στοιχίσει στην Ελλάδα πολύ, μα πολύ ακριβά.

Εν μέσω θέρους, λοιπόν, το υπουργείο αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα, καλώντας εσπευσμένα σε «διάλογο» τον κλάδο των μεταφορέων. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά : από τη χρόνια κάλυψη φτάσαμε στην αιφνίδια επίταξη των απεργών, την ίδια στιγμή που η βενζίνη στα νησιά άγγιζε τα δύο ευρώ το λίτρο. Από αύριο πιθανώς τα βενζινάδικα θα ξανανοίξουν, αλλά δεν είναι σίγουρο πως η κυβέρνηση θα έχει αντιμετωπίσει σε βάθος και τις αιτίες που δημιούργησαν το πρόβλημα. Γιατί το ζήτημα των «κλειστών επαγγελμάτων», επιφανειακά, μπορεί μεν να αφορά μια «τοπική θεματική» της ελληνικής οικονομίας, κατά βάθος, όμως, αφορά κάτι πολύ ευρύτερο : τον κρατικό προστατευτισμό απέναντι σε συντεχνίες που μπέρδεψαν τα δικαιώματα με τα προνόμια. Και, σε αυτό το επίπεδο, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί παρά να δώσει ένα αγώνα δρόμου προκειμένου να ξεπεράσει τον παλιό του εαυτό, με αμφίβολα αποτελέσματα. Η διαχείριση του προβλήματος, πάντως, δείχνει πως η κυβέρνηση πορεύεται, ως τώρα, με την «πολιτική του τελεσίγραφου». Τα μέτρα της εφαρμόζονται όταν πια ο χρόνος επιτρέπει την επίκληση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης ∙ στοιχείο που επιτείνει το πρόβλημα, και στερεί από τη λύση του τον στοιχειώδη πολιτικό διάλογο και τις στοιχειώδεις κοινωνικές συναινέσεις.

Υπάρχει, όμως, κάτι σε αυτή την υπόθεση που αφορά και τη δική μας αριστερά. Στο «πολιτικό ημερολόγιο» θα συμπεριλαμβάνονται, από δω και πέρα, ολοένα και εντονότερα, ολοένα και πιο αντιφατικά, δύο είδη κοινωνικής διαμαρτυρίας. Η μία θα αφορά την αναλογική ισχύ και τη δίκαιη κατανομή των μέτρων του Μνημονίου. Η άλλη θα αφορά την «απεργία της ημέρας», που με ψευδεπίγραφο τρόπο θα χρεώνεται στο Μνημόνιο, στην Τρόικα, στο νεοφιλελευθερισμό κλπ. Οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, ιδίως η Δημοκρατική Αριστερά, οφείλουν έγκυρα και έγκαιρα να αναδείξουν το χαρακτήρα των αιτημάτων αυτών καθώς και το ευρύτερο περιεχόμενό τους, με άξονα την κοινωνική δικαιοσύνη και το δημόσιο συμφέρον. Είναι πραγματική ενθαρρυντική η χτεσινή τοποθέτηση του κόμματος στο θέμα της άρσης του «καμποτάζ» αλλά και στην απεργία των μεταφορέων. Θα μπορούσε αυτή η τοποθέτηση να είναι η απαρχή για να εγκαινιάσει η δική μας αριστερά τη μετάβαση από το επικαιρικό ημερολόγιο της διαμαρτυρίας στη μακρά διάρκεια των δομικών μεταρρυθμίσεων στο κράτος και στην αγορά. Γιατί μαζί με τα «κλειστά επαγγέλματα», ίσως, πρέπει να ανοίξουν και οι «κλειστές νοοτροπίες».

*πηγή: ananeotiki.gr

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Αφήστε μας στην κρίση μας... ή η θανατηφόρα για την οικονομία ανάμιξη των συντεχνιών


Πώς διώξαμε μια επένδυση 250 εκατ. ευρώ σε τέσσερα ελληνικά λιμάνια
Γιώργος Σ. Σκορδίλης / Κυριακή 6 Ιουνίου 2010/ ΤΟ ΒΗΜΑ

η ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΑ
"Οι εκπρόσωποι της Royal Caribbean Cruises άκουσαν έκπληκτοι την ελληνική πλευρά να τους ζητεί να προσλάβουν και «καμιά πενηνταριά - εξηνταριά έλληνες ναυτικούς»"

Επενδύσεις ύψους 250 εκατ. ευρώ σε τέσσερα ελληνικά λιμάνια στον τομέα των υποδομών υποδοχής ξένων επιβατών πρότειναν σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Βήματος» οι άνθρωποι της Royal Caribbean Cruises όταν συναντήθηκαν πριν από περίπου έναν μήνα με την υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας κυρία
Λούκα Κατσέλη.

Η πρότασή τους αφορούσε επενδύσεις στα λιμάνια του Πειραιά, του Κατάκολου, της Ρόδου και του Ηρακλείου Κρήτης στους τομείς των υποδομών υποδοχής και διαμονής των επιβατών των κρουαζιεροπλοίων της παραπάνω εταιρείας. Σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε πληροφορίες, οι σύμβουλοι της κυρίας Κατσέλη που ήταν παρόντες στη συνάντηση ζήτησαν από τους αμερικανούς εκπροσώπους της RCC να προσλάβουν και «καμιά πενηνταριά- εξηνταριά έλληνες ναυτικούς».

Οι Αμερικανοί της RCC, η επίσκεψη των οποίων συνέπεσε με τις αντιδράσεις της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας κατά του πλοίου τους «Ζenith», έκπληκτοι άκουσαν το αίτημα της ελληνικής πλευράς. Απάντησαν ότι έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις στον τομέα της κρουαζιέρας σε περισσότερες από 40 χώρες και σε καμία δεν τους ετέθη τέτοιο ζήτημα, προσθέτοντας ότι είναι αδύνατον σε κάθε χώρα στην οποία πραγματοποιούν επενδύσεις να δεσμεύονται και για προσλήψεις ναυτικών, ευχαρίστησαν την κυρία Κατσέλη και αποχώρησαν. Σήμερα η RCC διαθέτει βάσεις σε 40 χώρες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται το τουρκικό λιμάνι του Κουσάντασι, στο οποίο ελέγχουν το 25% έχοντας επενδύσει δυναμικά στη δημιουργία σύγχρονων υποδομών υποδοχής και διαμονής ξένων επισκεπτών. Η Μεσόγειος, και συγκεκριμένα το Αιγαίο Πέλαγος και τα νησιά του, είναι μια περιοχή που βρίσκεται πολύ ψηλά στην ατζέντα τους, αφού ήδη δραστηριοποιούνται στην περιοχή 11 κρουαζιερόπλοιά τους, τα οποία κατά μέσον όρο φιλοξενούν 2.500 επιβάτες ανά ταξίδι.


Τα πλοία αυτά πραγματοποιούν στα ελληνικά νησιά περί τις 440 προσεγγίσεις ανά τουριστική περίοδο και ένας απλός πολλαπλασιασμός αρκεί για να δει κανείς ότι διακινούν κάθε χρόνο στην Ελλάδα περί τις 550.000 επιβάτες από όλον τον κόσμο, και κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Οπως επισημαίνουν παρατηρητές της αγοράς, η RCC, στην περίπτωση κατά την οποία επένδυε στην Ελλάδα το ποσό των 250 εκατ. ευρώ που προέβλεπε η πρότασή της, θα αύξανε μοιραία τον αριθμό των κρουαζιεροπλοίων της στην περιοχή και κατά συνέπεια τον τελικό αριθμό των διακινουμένων με τα πλοία της επιβατών, θέλοντας με τον τρόπο αυτόν να διασφαλίσει την επένδυσή της.

Αυτοί που τελικά είναι χαμένοι από αυτή την επένδυση που δεν αποφασίστηκε ποτέ, λένε οι ίδιες πηγές, δεν είναι τόσο ο Πειραιάς, όσο το Κατάκολο, η Ρόδος και το Ηράκλειο της Κρήτης αλλά ενδεχομένως και άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου στα οποία αναγκαστικά η RCC θα επένδυε για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα της επέτρεπαν να αυξήσει τον αριθμό των αφίξεων και αναχωρήσεων των πλοίων της.

Επίσης μεγάλη χαμένη είναι η παραναυτιλιακή βιομηχανία της χώρας, δεδομένου ότι τα πλοία αυτά για να εξυπηρετηθούν θα ήταν αναγκασμένα να δημιουργήσουν βάσεις στην Ελλάδα που θα καλύπτουν τις ανάγκες τους σε τροφοδοσία, καύσιμα, αναλώσιμα, ακόμη και πληρώματα.

Μπορεί το έσοδο από τον κάθε επιβάτη ενός τέτοιου πλοίου να μην έφθανε ποτέ ή να έφθανε κουτσουρεμένο στις τοπικές αγορές, καθώς στόχος της κάθε εταιρείας είναι να δαπανήσει ο επιβάτης και το τελευταίο δολάριό του εντός του πλοίου, αλλά τα οφέλη από την παρουσία των πλοίων αυτών καθαυτών στα ελληνικά νερά θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικά και θα υπερκάλυπταν κάθε άλλη απώλεια.

Η απελευθέρωση της κρουαζιέρας και οι λανθασμένες επιλογές
Ηπερίπτωση της RCC, που δεν είναι υποθετικό σενάριο αλλά πέρα για πέρα πραγματική, καταδεικνύει τις αδυναμίες του σχεδίου που προωθεί η κυβέρνηση για τον κλάδο της κρουαζιέρας στην Ελλάδα και την άρση των αντικινήτρων που καθιστούν σήμερα απαγορευτικές ξένες επενδύσεις στον εν λόγω τομέα. Από τη στιγμή κατά την οποία ο Πρωθυπουργός εξήγγειλε την πρόθεσή του να εγκρίνει την άρση του καμποτάζ στην κρουαζιέρα ως σήμερα που οι φορείς έχουν στα χέρια τους ένα σχέδιο νόμου που έχει τεθεί προς διαβούλευση τα πάντα έχουν αλλάξει και έχουμε οδηγηθεί από την κανονική απελευθέρωση που ζήτησε και περίμενε ο τουριστικός κλάδος σε μια «τραβεστί» απελευθέρωση, η οποία ανακυκλώνει το πρόβλημα που οδήγησε την ελληνική κρουαζιέρα στον αφανισμό.

Παραδείγματος χάριν, οι όροι που θέτει η ελληνική πλευρά, βάσει του σχεδίου νόμου, για να επιτραπεί σε μια ξένη εταιρεία να εκτελέσει κρουαζιέρες στην Ελλάδα, όπως η υπογραφή τριετούς σύμβασης μεταξύ της εταιρείας και του ελληνικού κράτους, ή η δέσμευση πρόσληψης ελλήνων ναυτικών ή ακόμη η δέσμευση των εταιρειών για συγκεκριμένα χρονικά όρια ταξιδιών, προκαλούν στη διεθνή βιομηχανία της κρουαζιέρας την ακλόνητη πεποίθηση ότι η ελληνική κυβέρνηση είτε αδυνατεί να προσαρμοστεί στα διεθνή δεδομένα του κλάδου είτε δεν έχει καταλάβει για τι ακριβώς συζητεί.

«Σε κάθε περίπτωση» λένε ειδικοί της κρουαζιέρας «απελευθέρωση με τέτοιους όρους και προϋποθέσεις δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο, ούτε καν στην Κούβα, η οποία στη διάρκεια των τελευταίων ετών έχει εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους προορισμούς στην παγκόσμια αγορά κρουαζιέρας».

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο, καθώς αρκετές μεγάλες εταιρείες του κλάδου ανέμεναν τα αποτελέσματα της κίνησης της RCC προς την ελληνική πλευρά για να καταλάβουν αν άναψε το πράσινο φως για επενδύσεις επί ελληνικού εδάφους. Δυνητικά και με βάση αυτή τη διάσταση του θέματος τα ξένα κεφάλαια που δεν θα επενδυθούν ποτέ στην Ελλάδα στον τομέα της κρουαζιέρας είναι πολλαπλάσια των 250 εκατ. ευρώ που δήλωσε η RCC ότι επιθυμεί να επενδύσει.

Επιπροσθέτως οι συνεχιζόμενες ανεξέλεγκτες αντιδράσεις των ναυτικών απέναντι στην άρση του καμποτάζ στην κρουαζιέρα προκαλούν επιπλέον τριγμούς στις ήδη προβληματικές σχέσεις του κλάδου της ξένης κρουαζιέρας με την Ελλάδα, με συνέπεια να είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο να χάσει η χώρα ένα μεγάλο μερίδιο της εν λόγω ευρωπαϊκής αγοράς. Σε αυτό το ήδη προβληματικό περιβάλλον θα πρέπει κανείς να συνυπολογίσει και τη νέα και συνεχή δυσφήμηση που υφίσταται η χώρα σε διεθνές επίπεδο από τις εικόνες που ταξιδεύουν σε όλον τον πλανήτη από το λιμάνι του Πειραιά.

Η ατολμία της κυβέρνησης, οι προβληματικές εισηγήσεις που δέχεται ένθεν και ένθεν για το θέμα, οι αντιδράσεις των ναυτικών κάθε φορά που ξένο κρουαζιερόπλοιο προσεγγίζει τον Πειραιά, οι αντιδράσεις του τουριστικού κλάδου και του εμπορικού κόσμου έχουν ήδη δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα που είναι ικανό να αποστερήσει από την ούτως ή άλλως προβληματική εθνική οικονομία ένα σημαντικό έσοδο και, κυρίως, επενδύσεις κύρους.


Πρόσφατα περιεχόμενα

Recent Posts Widget